Site icon The Analyst

Η τρίτη απειλή

Χωρίς-Συνάλλαγμα

Είναι εύλογη η απορία, σχετικά με το εάν η χρηματοπιστωτική κρίση, η οποία οδήγησε στη διάσωση των τραπεζών και στην κρίση υπερχρέωσης των κρατών, καταλήξει σε μία κρίση του χρήματος – όπου οι άνθρωποι θα έπαυαν να εμπιστεύονται το νομισματικό σύστημα

(To άρθρο αποτελείται από 3 Σελίδες)

Τα σημαντικότερα σφάλματα της καπιταλιστικής οικονομικής κοινωνίας, στην οποία ζούμε, είναι η αποτυχία της να εξασφαλίσει πλήρη απασχόληση, καθώς επίσης η αυθαίρετη, άνιση διανομή του πλούτου και των εισοδημάτων.

Το «αντίπαλο δέος» του καπιταλισμού, το αυταρχικό κρατικό σύστημα, φαίνεται να επιλύει τόσο το πρόβλημα της ανεργίας, όσο και της αναδιανομής των εισοδημάτων – εις βάρος όμως της αποτελεσματικότητας, της παραγωγικότητας, του βιοτικού επιπέδου  και της ελευθερίας.

Το βασικό θέμα μας στην προκειμένη περίπτωση, είναι ποιό από τα δύο συστήματα έχει τη δυνατότητα να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά τα εγγενή προβλήματα του – να τα επιλύσει δηλαδή ορθολογικότερα, ευκολότερα και καλύτερα.

Όσον αφορά το πρώτο σύστημα, αν και από τα τέλη του 19ου αιώνα έχει επιτευχθεί πολλές φορές σημαντική πρόοδος στην κατεύθυνση της εξάλειψης των πολύ μεγάλων ανισοτήτων πλούτου και εισοδημάτων, μέσω των εργαλείων της άμεσης φορολογίας (φόροι εισοδήματος, φόροι κληρονομίας κλπ.), το πρόβλημα επανέρχεται ξανά και ξανά. Η αιτία είναι το ότι, η συγκεκριμένη διαδικασία εμποδίζεται από δύο «θεωρήματα»:

 .

(α)  από το φόβο της αύξησης της σημασίας της φοροδιαφυγής – αφού όσο αυξάνονται οι φορολογικοί συντελεστές, τόσο πιο «ελκυστική» γίνεται η αποφυγή της πληρωμής φόρων και

(β)  από τη μείωση των κινήτρων για ανάληψη επιχειρηματικού κινδύνου – άρα για επενδύσεις στην πραγματική οικονομία, χωρίς τις οποίες αυξάνεται η ανεργία.    

.

Όσον αφορά το δεύτερο σύστημα, μετά την παταγώδη αποτυχία του στην πρώην Σοβιετική Ένωση, μετεξελίχθηκε στον κρατικό καπιταλισμό της σημερινής Κίνας – ο οποίος λύνει μέχρι στιγμής το πρόβλημα της ανεργίας αποτελεσματικά (εις βάρος βέβαια της ελευθερίας και με τη βοήθεια της παγκοσμιοποίησης), αλλά όχι αυτό της ίσης διανομής του πλούτου. Την ίδια στιγμή έχει τροφοδοτήσει μία τεράστια χρηματοπιστωτική φούσκα, ειδικά στον τομέα των σκιωδών τραπεζών και των ακινήτων, με άγνωστη ακόμη κατάληξη.

Υπάρχει βέβαια και ένα τρίτο σύστημα, το εθνικοσοσιαλιστικό – το οποίο αποτελεί μία «παραλλαγή», κατά κάποιον τρόπο, του κρατικού καπιταλισμού. Το σύστημα αυτό λειτουργεί σε κάποιο βαθμό στη Γερμανία – με θετικά αποτελέσματα τόσο στον τομέα της απασχόλησης, όσο και σε αυτόν της αναδιανομής των εισοδημάτων, με τη βοήθεια μίας αυστηρότατης φορολογικής νομοθεσίας.

Η αποτελεσματικότητα του όμως δεν οφείλεται τόσο στην αυστηρότητα της φορολογικής νομοθεσίας, όσο στους ελεγκτικούς και κατασταλτικούς μηχανισμούς – ο βασικότερος των οποίων είναι η αμείλικτη οικονομική αστυνομία, η οποία πολλές φορές λειτουργεί με ναζιστικές μεθόδους. Οφείλεται επίσης στη «μερκαντιλιστική», επεκτατική του δομή, μέσω της οποίας εξασφαλίζει την εισαγωγή θέσεων εργασίας και πλούτου, εις βάρος των εμπορικών εταίρων του (πλεονάσματα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών).

Το σύστημα όμως αυτό έχει ένα πολύ μεγάλο εγγενές πρόβλημα: δεν είναι καθόλου ευνοϊκό για την ειρήνη. Παραμένοντας λοιπόν στην οικονομία της ελεύθερης αγοράς, έχουμε την άποψη ότι, τα κράτη μπορούν να μάθουν να εξασφαλίζουν τη δίκαιη διανομή των εισοδημάτων. Επίσης, μπορούν να  επιτυγχάνουν την πλήρη απασχόληση, με την εσωτερική τους πολιτική – όχι εις βάρος της ελευθερίας και χωρίς να χρειαστεί να στρέψουν το συμφέρον τους, ενάντια στο συμφέρον των γειτόνων τους (Keynes με πολλές προσθήκες και παρεμβάσεις)”.

.

Ανάλυση

Προφανώς οι αγορές έχουν πλημμυρίσει από χρήματα, κυρίως επειδή οι τράπεζες, τόσο οι κεντρικές, όσο και οι εμπορικές, δημιουργούν όσο περισσότερα μπορούν από το πουθενά, για να αντιμετωπίσουν την κρίση – ενώ τα κράτη χρειάζονται συνεχώς μεγαλύτερες ποσότητες, αφενός μεν για να καλύπτουν τα ετήσια ελλείμματα τους, αφετέρου για να εξυπηρετούν τα υπέρογκα χρέη τους.

Στα πλαίσια αυτά είναι εύλογοι οι φόβοι που διαπιστώνονται, κυρίως σχετικά με το εάν η χρηματοπιστωτική κρίση, η οποία οδήγησε στην κρίση υπερχρέωσης των κρατών, καταλήξει τελικά σε μία ευρύτερη κρίση του χρήματος. Εάν δηλαδή οι άνθρωποι, οι οποίοι έχουν χάσει την εμπιστοσύνη τους τόσο στις τράπεζες, όσο και στα κράτη, πάψουν να εμπιστεύονται το νομισματικό σύστημα: τα χρήματα.

Το μεγάλο πρόβλημα που θα μπορούσε να δημιουργηθεί στην προκειμένη περίπτωση πηγάζει από το ότι, τα χρήματα σήμερα βασίζονται σχεδόν αποκλειστικά και μόνο στην εμπιστοσύνη των ανθρώπων – αφού δεν έχουν κανένα απολύτως αντίκρισμα, μετά την έξοδο από τον κανόνα του χρυσού και το Bretton Woods (τη δεκαετία του 1970). Από τότε άλλωστε χρονολογείται η τεράστια αύξηση των χρεών σε ολόκληρη τη Δύση – η οποία οδήγησε στη σημερινή «κρίση των κρίσεων».

Η εμπιστοσύνη αυτή θα μπορούσε να χαθεί ξαφνικά, σαν αποτέλεσμα της συνεχούς εκτύπωσης νέων χρημάτων χωρίς αντίκρισμα – εάν φυσικά δεν δρομολογηθεί μία ριζική μεταρρύθμιση του υπάρχοντος νομισματικού συστήματος. Υπάρχουν δε δύο διαφορετικοί, αντικρουόμενοι μεταξύ τους φόβοι:

(α)  Ο πρώτος φόβος είναι μήπως οι κεντρικές τράπεζες χάσουν τον έλεγχο της ποσότητας του χρήματος που κυκλοφορεί – παύοντας να την επηρεάζουν, με τη νομισματική τους πολιτική.

(β)  Ο δεύτερος φόβος, αντικρουόμενος με τον πρώτο, είναι μήπως οι πανίσχυρες σήμερα κεντρικές τράπεζες, γίνουν επικίνδυνες για τον πλανήτη – χρησιμοποιούμενες για την επίτευξη (γεω)πολιτικών στόχων.

To άρθρο αποτελείται από 3 Σελίδες (…)

ΟΙ ΤΡΑΠΕΖΕΣ

Έχοντας αναφερθεί πολλές φορές στη διαδικασία της δημιουργίας χρημάτων από το πουθενά (πρόσφατη ανάλυση), θα μπορούσαμε να ισχυρισθούμε ότι, οι τράπεζες είναι αυτές που προκάλεσαν την υπερχρέωση τόσο των ιδιωτών, όσο και των κρατών – οδηγώντας μας στη χρηματοπιστωτική κρίση του 2008.

Έκτοτε δε, έχοντας διασωθεί από τα κράτη, έπαψαν να χρηματοδοτούν την πραγματική οικονομία, επενδύοντας τα χρήματα που αφειδώς τους προσφέρθηκαν από τις κεντρικές στα χρηματιστήρια – τροφοδοτώντας μία τεράστια φούσκα, τυχόν η έκρηξη της οποίας θα μπορούσε να καταστρέψει ολόκληρο το χρηματοπιστωτικό σύστημα του πλανήτη.

Το πρόσφατο παράδειγμα του σκιώδους τραπεζικού συστήματος της Κίνας, καθώς επίσης των μεθοδεύσεων του (γράφημα), επιβεβαιώνει με τον χειρότερο δυνατό τρόπο τους φόβους μας.

.

.

Είναι εύλογη λοιπόν η απορία που έχει δημιουργηθεί στους ανθρώπους, σχετικά με το πόσο σταθερό μπορεί να είναι ένα σύστημα που στηρίζεται στη δημιουργία χρημάτων από το πουθενά, μέσω των πιστώσεων των τραπεζών – πιστώσεις που τους δίνουν το κυριαρχικό δικαίωμα να αποφασίζουν την εκάστοτε ποσότητα χρήματος.

Ως εκ τούτου, με αφετηρία το ξεκίνημα της χρηματοπιστωτικής κρίσης, αναβίωσε η ιδέα της υιοθέτησης του ονομαζόμενου «πλήρους χρήματος». Σύμφωνα με τη συγκεκριμένη θεωρία, για να είναι ένα χρηματοπιστωτικό σύστημα σταθερό και ασφαλές, θα πρέπει το κράτος να απαγορεύει στις τράπεζες να δημιουργούν νέα χρήματα, με την παροχή πιστώσεων.

Στα πλαίσια αυτά θα έπρεπε η Πολιτεία να υποχρεώνει τις τράπεζες να διατηρούν εγγυήσεις, όσον αφορά τις βραχυπρόθεσμες καταθέσεις τους, στο 100% της αξίας τους – ή, ακόμη περισσότερο, να επιτρέπεται να εκδίδει χρήματα, καθώς επίσης να τα θέτει σε κυκλοφορία, μόνο η εκάστοτε κεντρική τράπεζα.

Στην Ελβετία, ο σύνδεσμος που έχει ιδρυθεί από τον οικονομολόγο H.C.Binswanger για το σκοπό αυτό, με την ονομασία «Νομισματικός Εκσυγχρονισμός», επιδιώκει τη διενέργεια ενός δημοψηφίσματος, για την υιοθέτηση του παραπάνω «χρηματοπιστωτικού μοντέλου». Μία αντίστοιχη πρωτοβουλία έχει δημιουργηθεί και στη Γερμανία, με το όνομα «Monetative», από τον οικονομολόγο και κοινωνιολόγο J.Huber.

Σύμφωνα με αυτόν, το σύνολο των χρημάτων θα πρέπει να εκδίδεται αποκλειστικά και μόνο από έναν δημόσιο, ανεξάρτητο Θεσμό – από την κεντρική τράπεζα. Θεωρείται δε πάρα πολύ σημαντικό το να ανακτήσει ξανά το δημόσιο τον έλεγχο της ποσότητας χρήματος – αφού διαφορετικά οι ιδιωτικές τράπεζες θα δημιουργούν τόσα χρήματα και για τόσο χρονικό διάστημα, έως ότου το σύστημα καταρρεύσει.

Ίσως οφείλουμε να υπενθυμίσουμε εδώ, γιατί αποκαλούνται οι τράπεζες τοκογλύφοι. Η αιτία είναι το ότι, υπολογίζουν τον τόκο όχι στο ποσόν που οι ίδιες διαθέτουν για την παροχή των εκάστοτε λογιστικών δανείων, το οποίο στην Ευρωζώνη είναι για κάθε 1.000 € μόλις 10 € (άρθρο), αλλά στο τελικό ποσόν – στα 1.000 €.

Ακόμη λοιπόν και αν το επιτόκιο είναι μηδαμινό, της τάξης του 2%, ο τόκος στα 1.000 € είναι 20 € – οπότε, στα 10 € που διαθέτουν από την τσέπη τους, 200%. Όταν δε δανείζονται τα 10 € από την κεντρική τράπεζα για να δανείσουν 1.000 €, πληρώνουν οι ίδιες τόκο 0,25% στα 10 € – ήτοι 0,025 € ενώ απαιτούν από τους πελάτες τους 20 € (2% επιτόκιο), εγγράφοντας κέρδος 19,975 €. Προφανώς λοιπόν, συγκρινόμενες με τους απλούς τοκογλύφους, είναι κατά πολύ πιο «ακριβές».

.

ΤΟ ΠΛΗΡΕΣ ΧΡΗΜΑ ΚΑΙ Ο ΔΗΜΟΣΙΟΣ ΕΛΕΓΧΟΣ ΤΟΥ

Τα επακόλουθα, το αντίκτυπο καλύτερα μίας τέτοιας αλλαγής του νομισματικού συστήματος, με την υιοθέτηση του «πλήρους χρήματος», θα ήταν χωρίς καμία αμφιβολία πολύ σοβαρό.

Από τη μία πλευρά οι καταθέσεις των Πολιτών θα ήταν πολύ πιο ασφαλείς, αφού η τράπεζα θα ήταν υποχρεωμένη να διατηρεί εγγυήσεις στο 100% της αξίας τους στην κεντρική – οπότε θα έπαυε ουσιαστικά να υπάρχει ο φόβος της τραπεζικής επίθεσης (Bank run). Από την άλλη πλευρά, η εκάστοτε κεντρική τράπεζα θα έλεγχε πολύ καλύτερα την ποσότητα χρήματος – εάν όχι απόλυτα, αφού θα μπορούσε μόνο αυτή να δημιουργήσει χρήματα από το πουθενά.

Ένα σημαντικό επί πλέον πλεονέκτημα θα ήταν η εξισορρόπηση των προβληματικών κύκλων, κατά τη διάρκεια της δημιουργίας νέων χρημάτων – με θετικό αποτέλεσμα όσον αφορά τους οικονομικούς κύκλους οι οποίοι, σε μία τέτοια περίπτωση, θα ήταν πολύ πιο ήπιοι.

Ειδικότερα, θα μπορούσε να αποφευχθεί η υπερβολή, με βάση την οποία οι τράπεζες δημιουργούν περισσότερα χρήματα σε περιόδους ανάπτυξης, λόγω της αισιοδοξίας ή της πλεονεξίας τους, καθώς επίσης λιγότερα σε εποχές ύφεσης, λόγω της απαισιοδοξίας ή του φόβου τους – με αποτέλεσμα να προκαλούν κερδοσκοπικές φούσκες στην πρώτη περίπτωση, καθώς επίσης αποπληθωρισμό στην άλλη, δημιουργώντας ή επιδεινώνοντας τις χρηματοπιστωτικές κρίσεις.

Φυσικά υπάρχει και η άλλη όψη του νομίσματος – η κερδοφορία των τραπεζών, η οποία θα ήταν πλέον αμελητέα, εκτός εάν οι πελάτες τους ήταν πρόθυμοι να πληρώσουν κάποιο ποσόν (αρνητικό επιτόκιο), έναντι της ασφάλειας των καταθέσεων τους. Μία επόμενη ανησυχία είναι το εάν οι κεντρικές τράπεζες, οι οποίες θα είχαν τότε το μονοπώλιο στη δημιουργία νέων χρημάτων, θα ήταν σε θέση να ελέγξουν την ποσότητα χρήματος – η οποία θεωρητικά ελέγχεται σήμερα από την ορθολογική, αυτόματη λειτουργία της ελεύθερης αγοράς.

Υπάρχουν επίσης προτάσεις αναδιοργάνωσης του νομισματικού μας συστήματος, οι οποίες απαιτούν τη μείωση της ισχύος των κεντρικών τραπεζών – με πλέον «εξτρεμιστική» αυτή του A. von Hayek, ο οποίος ήταν υπέρ της δημιουργίας χρημάτων μόνο από τις εμπορικές τράπεζες, έτσι ώστε να λειτουργεί ανεμπόδιστα ο μηχανισμός της ελεύθερης αγοράς.

Κατά τον ίδιο οι εμπορικές τράπεζες, ευρισκόμενες σε ανταγωνισμό μεταξύ τους, θα έπρεπε να δημιουργούν «ιδιωτικά χρήματα» – η αξία των οποίων όφειλε να συνδεθεί με ένα καλάθι ενεργειακών προϊόντων. Στην περίπτωση αυτή, η ζήτηση και η προσφορά θα ρύθμιζαν τις συναλλαγματικές ισοτιμίες, αφού οι άνθρωποι θα επέλεγαν μόνοι τους τα σταθερότερα νομίσματα.

Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΟΝ ΚΑΝΟΝΑ ΤΟΥ ΧΡΥΣΟΥ

Μετά την πρόσφατη χρηματοπιστωτική κρίση, η οποία προκλήθηκε από τις εμπορικές τράπεζες, καθώς επίσης μετά τη συνεχή δημιουργία νέων χρημάτων από τις κεντρικές, έχει μειωθεί σημαντικά η εμπιστοσύνη και στους δύο αυτούς νομισματικούς πυλώνες – οπότε αναζητούνται λύσεις, οι οποίες δεν θα στηρίζονται ούτε στον ένα, ούτε στον άλλο.

Στα πλαίσια αυτά, αρκετοί φιλελεύθεροι οικονομολόγοι, τάσσονται υπέρ της σύνδεσης των χρημάτων με το ευγενές μέταλλο – υπέρ της επαναφοράς δηλαδή του κανόνα του χρυσού, έτσι ώστε οι πολιτικοί να μην έχουν τη δυνατότητα να απαιτούν από τις κεντρικές τράπεζες την εκτύπωση όλο και μεγαλύτερων ποσοτήτων νέων χρημάτων, προκαλώντας αργά ή γρήγορα πληθωρισμό. Παράλληλα, θεωρούν σωστή την υιοθέτηση του «πλήρους χρήματος», έτσι ώστε να μην μπορούν ούτε οι εμπορικές τράπεζες να επηρεάζουν «κατά το δοκούν» την ποσότητα χρήματος.

Έχοντας αναφερθεί στο παρελθόν διεξοδικά στο θέμα, μεταξύ άλλων στο κείμενο «Χρυσός και νομίσματα», θεωρούμε ορθολογική τουλάχιστον τη δυνατότητα ανταλλαγής των νομισμάτων με χρυσό – η οποία δεν είναι δυνατή στο σημερινό μας νομισματικό σύστημα, με την έννοια ότι δεν μπορούμε να εξαργυρώσουμε τα χαρτονομίσματα με χρυσό στην κεντρική τράπεζα, στη βάση μίας συγκεκριμένης και προκαθορισμένης ισοτιμίας (όπως με το σύστημα του Bretton Woods).

Είμαστε υποχρεωμένοι βέβαια να αναφέρουμε και τις αντίθετες απόψεις – μία εκ των οποίων επικεντρώνεται στο ότι, θα απαιτούταν σήμερα τεράστιες ποσότητες χρυσού, για να καλύψουν τα χαρτονομίσματα που ευρίσκονται στην κυκλοφορία. Προφανώς εννοούν με την παρούσα ισοτιμία (διάγραμμα) – αφού με μία αντίστοιχα υψηλότερη, υποθετικά της τάξης των 10.000 $ ανά ουγγιά, θα ήταν δυνατή η κάλυψη των νομισμάτων.

.

.

Φυσικά, εάν υιοθετούσαμε ξανά τον κανόνα του χρυσού, θα χρειαζόταν να επαναφέρουμε το σύστημα των σταθερών συναλλαγματικών ισοτιμιών στον πλανήτη – το οποίο δεν θα επέτρεπε πλέον στους πολιτικούς, στις εμπορικές και στις κεντρικές τράπεζες μίας χώρας να προκαλούν συνειδητά πληθωριστικές πιέσεις, εκδίδοντας αφειδώς νέα χρήματα.

Σε περιόδους κρίσεων βέβαια, όπως αυτή του 2008, θα μπορούσαν πολύ δύσκολα να βοηθηθούν οι τράπεζες από τα κράτη – γεγονός που, κατά τη διάρκεια της Μεγάλης Ύφεσης του 1929, ενέτεινε την κρίση. Συμπερασματικά λοιπόν, ο κανόνας του χρυσού είναι θετικός σε ορισμένες εποχές και αρνητικός σε άλλες – ενώ η υιοθέτηση του εξαρτάται από τις επιλογές των ανθρώπων, σε σχέση με το καλύτερο δυνατόν ή, έστω, με το μικρότερο κακό (το μη χείρον βέλτιστον).

.

ΤΑ ΔΙΑΔΙΚΤΥΑΚΑ ΧΡΗΜΑΤΑ 

Ουσιαστικά λειτουργούν περίπου όμοια με τον κανόνα του χρυσού – ενώ έχουν πρόσφατα χαρακτηριστεί από ορισμένες κεντρικές τράπεζες (Bundesbank) σαν ιδιωτικά χρήματα, όταν από άλλες θεωρούνται «εμπόρευμα» (Φιλανδία).

Έχοντας αναφερθεί στο βασικότερο από αυτά τα νομίσματα, στο Bitcoin (ανάλυση), έχουμε την άποψη ότι θα μας απασχολήσουν στο άμεσο μέλλον πολύ περισσότερο – ιδίως όταν δημιουργηθούν καινούργια από κάποια κράτη, τα οποία ενδεχομένως θα θελήσουν να τα χρησιμοποιήσουν παράλληλα με το επίσημο νόμισμα τους (ειδικά στην Ευρωζώνη).

.

ΤΑ ΤΟΠΙΚΑ (ΕΛΕΥΘΕΡΑ) ΧΡΗΜΑΤΑ

Σε πολλές μικρές περιοχές του πλανήτη έχουν υιοθετηθεί κατά καιρούς τοπικά νομίσματα, με διάφορους σκοπούς κάθε φορά. Μία από τις πλέον χαρακτηριστικές περιπτώσεις είναι αυτή μίας γερμανικής πόλης η οποία, κατά τη διάρκεια της παγκόσμιας κρίσης του 1930, αποφάσισε τη διεξαγωγή ενός πειράματος.

Η πόλη έθεσε στην κυκλοφορία ένα τοπικό νόμισμα το οποίο, με βάση την «κατασκευή» του, έχανε συνεχώς σε αξία – με στόχο την αναθέρμανση της οικονομίας. Εκείνη την εποχή τα εργοστάσια υπολειτουργούσαν, ενώ αυξανόταν συνεχώς οι άνεργοι – επειδή οι άνθρωποι αποταμίευσαν τα χρήματα τους από το φόβο για το μέλλον, αντί να τα δαπανούν.

Για να επιλυθεί το συγκεκριμένο πρόβλημα λοιπόν υιοθετήθηκε το τοπικό νόμισμα, το οποίο έχανε αυτόματα σε αξία, όταν δεν αγόραζε κανείς σε μηνιαία βάση ένα αυτοκόλλητο κόστους ίσου με το 1% της αξίας του νομίσματος – κολλώντας το επάνω στο νόμισμα. Όπως λέγεται, το πείραμα πέτυχε, αφού επανήλθε ο ρυθμός ανάπτυξης και καταπολεμήθηκε η ανεργία.

Προφανώς τα τοπικά νομίσματα, όσο επιτυχημένα και αν θα ήταν, δεν επιλύουν το πρόβλημα του χρηματοπιστωτικού μας συστήματος – όπως επίσης δεν το επιλύουν τα διαδικτυακά, αφενός μεν λόγω της ανωνυμίας τους, αφετέρου επειδή είναι αδύνατον να ελεγχθούν, με την ισοτιμία τους να έχει τεράστιες διακυμάνσεις.

.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ  

Το νομισματικό σύστημα είναι εξαιρετικά σημαντικό για τη λειτουργία της Οικονομίας – αφού αποτελεί το κυκλοφοριακό της σύστημα, από το οποίο εξαρτώνται όλα τα υπόλοιπα. Κατά την άποψη μας λοιπόν θα έπρεπε να αντικατασταθεί από ένα καινούργιο, το οποίο θα είναι ανεξάρτητο τόσο από το δημόσιο, όσο και από τον ιδιωτικό τομέα – έτσι ώστε να μην αποτελεί «αντικείμενο κακής χρήσης» εκ μέρους τους.

Στα πλαίσια αυτά θεωρούμε πως θα έπρεπε να υιοθετηθεί ξανά ο κανόνας του χρυσού, μετά από προσεκτική μελέτη των προβλημάτων που θα μπορούσε να δημιουργήσει – καθώς επίσης να καθορισθεί μία ισοτιμία, η οποία να ανταποκρίνεται στις σημερινές ανάγκες. Ενδεχομένως δε θα πρέπει να είναι συνάρτηση του παγκόσμιου ΑΕΠ – του ρυθμού ανάπτυξης δηλαδή, με βάση τον οποίο οφείλει να διαμορφώνεται η εκάστοτε ποσότητα χρήματος.

Όσον αφορά το «πλήρες χρήμα», θα έπρεπε επίσης να υιοθετηθεί, αλλά μόνο σε σχέση με τις μη προθεσμιακές καταθέσεις – για τα χρήματα που κατατίθενται στις τράπεζες άτοκα ή, έστω, με ελάχιστο επιτόκιο και για τα οποία οι τράπεζες θα έπρεπε να διατηρούν 100% εγγυητικά κεφάλαια. Ταυτόχρονα, οι τράπεζες οφείλουν να διαχωριστούν σε εμπορικές και επενδυτικές, με τις πρώτες να μην αναλαμβάνουν περιττά ρίσκα – ενώ θα έπρεπε να υπάγονται στους ίδιους «κανόνες χρεοκοπίας», με τις υπόλοιπες επιχειρήσεις.

Φυσικά δε οι κεντρικές τράπεζες, μεταξύ των οποίων η Fed και η Τράπεζα της Ελλάδας, θα έπρεπε να ανήκουν εξ ολοκλήρου στο δημόσιο και όχι σε ιδιώτες – όπως δυστυχώς συμβαίνει σήμερα σε ορισμένες χώρες. Ειδικά όσον αφορά την Τράπεζα Διεθνών Διακανονισμών, την κεντρική τράπεζα των κεντρικών τραπεζών, θα ήταν καλύτερα να ανήκει σε έναν διεθνή οργανισμό – να υπάγεται δηλαδή σε αντίστοιχους κανόνες.

Ουσιαστικά λοιπόν είμαστε υπέρ της μέσης λύσης, η οποία θα εξασφάλιζε καλύτερα την ισορροπία, καθώς επίσης την ανεξαρτησία του νομισματικού μας συστήματος – έτσι ώστε να αποφεύγονται όσο το δυνατόν καλύτερα οι χρηματοπιστωτικές κρίσεις, οι οποίες προκαλούνται από τις τράπεζες.

Βέβαια, για να μπορέσουν να πραγματοποιηθούν οι όποιες απαραίτητες αλλαγές, θα πρέπει να επιλυθεί άμεσα το πρόβλημα της υπερχρέωσης της Δύσης – ενδεχομένως με το άτοκο πάγωμα χρεών, στο οποίο έχουμε ήδη αναφερθεί (ανάλυση).

Exit mobile version