Η ΒΕΡΟΛΙΝΕΖΑ ΝΟΙΚΟΚΥΡΑ – Σελίδα 2 – The Analyst
ΜΑΚΡΟ-ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΑΝΑΛΥΣΕΙΣ

Η ΒΕΡΟΛΙΝΕΖΑ ΝΟΙΚΟΚΥΡΑ

ΜΟΧΛΕΥΣΗ ΚΑΙ ΑΠΟΜΟΧΛΕΥΣΗ
Στην οικονομική θεωρία υπάρχει μία περιγραφή του φαινόμενου της μόχλευσης (leveraging), η οποία επεξηγεί το μηχανισμό που οδηγεί στη διαρκή αύξηση της ποσότητας των χρημάτων. Σύμφωνα με αυτήν έχουμε τα εξής:
.
(α)  Κάποιος καταθέτει στην Τράπεζα Α ένα ποσόν 1.000 €. Η τράπεζα διατηρεί τα 200 € στους λογαριασμούς της (ρεζέρβες) και δανείζει τα 800 € στην Τράπεζα Β.
(β)  Η Τράπεζα Β που δανείζεται τα 800 €, δημιουργεί διατηρεί αντίστοιχα τα 160 € στους λογαριασμούς της και δανείζει τα 640 € στην Τράπεζα Γ.
(γ)  Η Τράπεζα Γ που δανείζεται τα 640 € διατηρεί τα 128 € και δανείζει τα 512 € που «περισσεύουν» κοκ.Με αυτόν τον τρόπο, έχουμε στο τέλος «καινούργιες» καταθέσεις 5.000 € συνολικά, από την αρχική κατάθεση των πραγματικών 1.000 €, ρεζέρβες αυτά τα 1.000 € και νέες πιστώσεις 4.000 €. Δηλαδή, τα 1.000 € που κατέθεσε ένας και μοναδικός πελάτης έγιναν 4.000 € πιστώσεις και 1.000 € ρεζέρβες – επομένως, «ως δια μαγείας» πολλαπλασιάστηκαν.Στο ίδιο παράδειγμα και από την αντίθετη φορά (απομόχλευση, deleveraging), εάν ο αρχικός πελάτης ζητήσει από την Τράπεζα Α να του επιστρέψει τα 1.000 €, τότε αυτή θα ζητήσει από την Τράπεζα Β τα 800 € που της είχε δανείσει, συμπληρώνοντας τα  με τα 200 € που είχε διατηρήσει (ρεζέρβες) κοκ. Έτσι λοιπόν, τα 4.000 € πιστώσεις και τα 1.000 € ρεζέρβες, συνολικά 5.000 €, θα ξαναγίνονταν 1.000 €. Φυσικά, όταν η οικονομία λειτουργεί ομαλά, κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει πρακτικά, αφού εμφανίζονται συνεχώς νέοι καταθέτες, οι τράπεζες δανείζονται επί πλέον χρήματα κλπ.

Σε κάθε περίπτωση όμως, δεν είναι τόσο εύκολη η διαδικασία της επιστροφής χρημάτων (απομόχλευσης), όσο αυτή του δανεισμού τους (μόχλευση) – ενώ εμπεριέχει πολλούς διαφορετικούς κινδύνους. Είναι λοιπόν πιθανόν, στο παράδειγμα μας, η Τράπεζα Β, η οποία για να επιστρέψει με τη σειρά της τα 800 € θα πρέπει να ζητήσει την αποπληρωμή των 640 € από την Τράπεζα Γ, να μην μπορέσει να το επιτύχει, επειδή η Τράπεζα Γ αντιμετωπίζει μεγάλα προβλήματα ρευστότητας και αδυνατεί να ανταπεξέλθει στις υποχρεώσεις της. Στην περίπτωση αυτή, η Τράπεζα Β είναι υποχρεωμένη (υπό κάποιες προϋποθέσεις φυσικά) 

(α)  να ζητήσει από κάποιον άλλο «πελάτη» της τα 640 € και 

(β) να δημιουργήσει προβλέψεις ζημιών, επίσης 640 €.

Αφ’ ενός μεν λοιπόν η πιστωτική επέκταση στην αντίθετη της φορά, η πιστωτική συρρίκνωση δηλαδή, διπλασιάζει το πρόβλημα, αφ’ ετέρου, επειδή ο «πελάτης» που επιστρέφει τελικά το δάνειο είναι συνήθως ο υγιέστερος της πιστωτικής αλυσίδας, δημιουργούνται «στρεβλώσεις» στις αγορές (πραγματική οικονομία) και «διαφοροποιημένα» προβλήματα.

Για παράδειγμα, ο αρχικός πελάτης μπορεί να ζητήσει την επιστροφή των χρημάτων του όχι γιατί πανικοβλήθηκε σε σχέση με την ασφάλεια των καταθέσεων του  (ο εφιάλτης των τραπεζών), αλλά επειδή έχει μειωθεί το εισόδημα του και θέλει να καλύψει τη διαφορά, για να διατηρήσει τις καταναλωτικές του συνήθειες. Στην περίπτωση αυτή έχουμε συρρίκνωση των αποταμιεύσεων, η οποία αναγκαστικά οδηγεί στη μείωση των επενδύσεων (αφού ο τράπεζες έχουν λιγότερα χρήματα για να δανείσουν σε επενδυτές), στην ανεργία κλπ.

Ένα δεύτερο παράδειγμα είναι να πανικοβληθεί η Τράπεζα Β και να σταματήσει να δανείζει τους πελάτες της (ιδιώτες, επιχειρήσεις, άλλες τράπεζες), προσπαθώντας επί πλέον να περιορίσει την έκθεση της στον πιστωτικό κίνδυνο – να ερευνήσει δηλαδή τα υφιστάμενα δάνεια της, να διαπιστώσει προβλήματα, να δημιουργήσει βιαστικά μεγαλύτερες του σύνηθες προβλέψεις και να προσπαθήσει να εισπράξει όσα περισσότερα χρήματα γίνεται, από όποιους πελάτες μπορεί (από τους υγιείς συνήθως). Ο πανικός της τράπεζας Β μεταφέρεται στην υπόλοιπη αγορά (αυτό έχει συμβεί στην πραγματικότητα), με αποτέλεσμα να ενταθεί το πρόβλημα. Και από εδώ λοιπόν προκαλείται μείωση των επενδύσεων, ανεργία κλπ.

Σύμφωνα όμως με τους ισχυρισμούς διαφόρων σήμερα, ο φόβος να λειτουργήσει περαιτέρω αντίστροφα η πίστωση έχει εξαλειφθεί, γεγονός που μεταξύ άλλων σημαίνει (στο παραπάνω θεωρητικό μοντέλο μας) ότι,  

(α) ο αρχικός πελάτης δεν ζητάει πίσω τα χρήματα του – δεν έχει πανικοβληθεί δηλαδή (διαπιστώνοντας έντρομος ότι, οι καταθέσεις του δεν βρίσκονται στο θησαυροφυλάκιο της τράπεζας, αλλά έχουν δοθεί σαν δάνειο σε τρίτους, ενώ αυτός έχει αναλάβει εν αγνοία του το ρίσκο) ή/και δεν έχει ανάγκη να συμπληρώσει το εισόδημα του, 

(β) τα προβλήματα ρευστότητας της Τράπεζας Β έχουν αποκατασταθεί και 

(γ) ο πανικός των τραπεζών, τουλάχιστον στις μεταξύ τους συναλλαγές, έχει εκλείψει, οι επενδύσεις θα συνεχίσουν να αυξάνονται κλπ.

Εν τούτοις, με κριτήριο τη συμπεριφορά τόσο των τραπεζών, οι οποίες προτιμούν να διατηρούν τα κεφάλαια τους στην ΕΚΤ αντί να τα δανείζουν, όσο και των καταναλωτών (λιτότητα), καθώς επίσης των επιχειρήσεων και των επενδυτικών κεφαλαίων (αγορών), η πιστωτική συρρίκνωση συνεχίζεται – οπότε βιώνουμε μία συνεχιζόμενη περίοδο «απομόχλευσης» και αποπληθωρισμού (deflation), με αποτελέσματα μάλλον καταστροφικά για όλους μας.

.

ΕΠΟΛΟΓΟΣ

Σύμφωνα με πολλές οικονομικές αναλύσεις, η διαδικασία της απομόχλευσης έχει μόλις ξεκινήσει στις περισσότερες χώρες. Με κριτήριο τα στατιστικά στοιχεία του 2ου τετραμήνου του 2011 (McKinsey), το συνολικό χρέος (δημόσιο και ιδιωτικό) έχει αυξηθεί σε όλες σχεδόν τις δέκα μεγαλύτερες οικονομίες του πλανήτη, μετά τη χρηματοπιστωτική κρίση, αυξάνοντας παράλληλα το δημόσιο χρέος. Μόνο σε τρία κράτη έχει μειωθεί το συνολικό χρέος, ως ποσοστό επί του ΑΕΠ τους: στις Η.Π.Α., στην Αυστραλία και στη Ν. Κορέα.

Περαιτέρω, η διαδικασία της απομόχλευσης στη Σουηδία και στη Φιλανδία τη δεκαετία του 90, μας προσφέρει ένα αξιόλογο μάθημα, σε σχέση με αυτά που συμβαίνουν σήμερα. Σύμφωνα με τις συγκεκριμένες εμπειρίες, επίσης με άλλα ιστορικά παραδείγματα, υπάρχουν οι εξής δύο διαφορετικές φάσεις απομόχλευσης:

(α)  Κατά την πρώτη φάση, η οποία διαρκεί αρκετά έτη, τα νοικοκυριά, οι επιχειρήσεις και τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, μειώνουν σε πολύ μεγάλο βαθμό τα χρέη τους. Ενώ συμβαίνει αυτό, η οικονομική ανάπτυξη (ΑΕΠ) είναι αρνητική ή ελάχιστα θετική, με αποτέλεσμα να αυξάνεται το δημόσιο χρέος.

(β)  Κατά τη δεύτερη φάση, το ΑΕΠ αυξάνεται (rebounds) με μεγάλο ρυθμό, οπότε το δημόσιο χρέος μειώνεται συνεχώς, για πολλά έτη. Η διαδικασία αυτή ξεκινάει με τη σταθεροποίηση των τραπεζών, η οποία οδηγεί σε αύξηση των παρεχομένων δανείων, συνεχίζεται με τις διαρθρωτικές αλλαγές, οι οποίες έχουν σαν αποτέλεσμα την ανάπτυξη του ιδιωτικού τομέα και την τόνωση των εξαγωγών, ενώ ολοκληρώνεται με την αύξηση των επενδύσεων, σαν αποτέλεσμα των υψηλότερων αποταμιεύσεων και της επανόδου της ιδιωτικής κατανάλωσης.

Με στοιχεία του Ιανουαρίου του 2012, οι Η.Π.Α. είναι η πρώτη δυτική χώρα, στην οποία φαίνεται να πλησιάζει προς το τέλος της η διαδικασία απομόχλευσης. Το ύψος του χρέους του χρηματοπιστωτικού τομέα έχει επιστρέψει στα επίπεδα του 2000, ενώ οι οφειλές των επιχειρήσεων σε σχέση με το ΑΕΠ, έχουν περιορισθεί. Τα αμερικανικά νοικοκυριά έχουν περιορίσει τις οφειλές τους περισσότερο από τις άλλες χώρες, ενώ θα χρειαστούν περί τα δύο χρόνια ακόμη, για να επανέλθουν στα προ της κρίσης επίπεδα (2000).

Αντίθετα, η διαδικασία της απομόχλευσης στη Μ. Βρετανία, αλλά και σε πολλές άλλες χώρες της Ευρώπης, είναι πιο αργή – οπότε συμπεραίνει κανείς ότι, η μείωση του χρέους θα διαρκέσει περισσότερα χρόνια, ενώ θα οδηγήσει αρκετά κράτη στην αδυναμία εξυπηρέτησης των οφειλών τους (χρεοκοπία).

Τέλος, όσον αφορά την Ευρωζώνη, η πολιτική λιτότητας που επιβάλλεται από τη Γερμανία, σε συνδυασμό με την εσωτερική υποτίμηση που ακολουθείται, θα έχει σαν αποτέλεσμα να διαρκέσει πολύ περισσότερο η διαδικασία της απομόχλευσης – πόσο μάλλον αφού εξαρτάται από τις οικονομικές ιδιαιτερότητες της εκάστοτε χώρας. Στα πλαίσια αυτά είναι μάλλον σίγουρο ότι, εάν συνεχίσει να ακολουθείται η πολιτική λιτότητας, οι πλέον αδύναμες χώρες θα οδηγηθούν άδικα στη χρεοκοπία – με πρώτους υποψήφιους την Ελλάδα και την Πορτογαλία.

.

 


Τα άρθρα που δημοσιεύονται στην ιστοσελίδα μας εκφράζουν αποκλειστικά τους συγγραφείς τους. Η ιστοσελίδα μας δεν λογοκρίνει τις γνώμες των συνεργατών της.

Συντάξτε την άποψή σας

Σχόλια

Don`t copy text!