ΠΑΓΙΔΕΣ, ΔΙΛΗΜΜΑΤΑ ΚΑΙ ΕΛΠΙΔΕΣ – Σελίδα 4 – The Analyst

ΠΑΓΙΔΕΣ, ΔΙΛΗΜΜΑΤΑ ΚΑΙ ΕΛΠΙΔΕΣ

159 total views, 2 views today

Ο ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΔΡΟΜΟΣ

Ειδικά όσον αφορά την Ελλάδα, πρέπει να πάψει αμέσως να δανείζεται, ζητώντας ταυτόχρονα από τους «φίλους» και συμμάχους της να ανοίξουν τις αγορές τους στα κύρια προϊόντα της (τουρισμός, πολιτισμός, γεωργία και ναυτιλία). Παράλληλα, οφείλει να απαιτήσει πλέον μία «γενναία» (40-50%) διαγραφή των δημοσίων χρεών της (default), αφού το μεγαλύτερο μέρος τους έχει ήδη «αποσβεσθεί» από τους οφειλέτες της. Ας μην ξεχνάμε πως οι σημερινοί ιδιοκτήτες των ελληνικών ομολόγων τα έχουν αποκτήσει με έκπτωση/discount έως και 30% – οπότε έχουν ήδη χάσει οι προηγούμενοι διαχρονικά ανάλογα ποσά, ενώ οι καινούργιοι απλά κερδοσκοπούν, αναλαμβάνοντας (και ασφαλίζοντας) το ρίσκο της «διαγραφής».

Στη συνέχεια, η Ελλάδα οφείλει να επαναδιαπραγματευθεί τη χρονική διάρκεια σταθερής αποπληρωμής των υπολοίπων χρεών της (τοκοχρεολύσια για 30-40 έτη), με επιτόκιο που δεν θα υπερβαίνει το 1% – ενδεχομένως με κυμαινόμενο, το οποίο θα είναι ανάλογο του ρυθμού ανάπτυξης της. Στην αντίθετη περίπτωση, εάν δηλαδή δεν επιτύχει μία τέτοια εύλογη συμφωνία, οφείλει να «εθνικοποιήσει» το εναπομένων χρέος, με την έκδοση εθνικών ομολόγων.

Παράλληλα, οφείλει να δημιουργήσει ένα σταθερό, απλό πλαίσιο λειτουργίας των επιχειρήσεων της (άνοιγμα και ιδίως κλείσιμο), έτσι ώστε να προέλθει η ανάπτυξη από τις μικρομεσαίες εταιρίες της, να μειώσει άμεσα τους υπέρογκους φόρους, να προσφέρει αναπτυξιακά κίνητρα στους Έλληνες (και όχι στους ξένους), να σταματήσει να υποτάσσεται στις διαταγές του Καρτέλ (διατήρηση των ζημιογόνων τραπεζών, άνοιγμα των κλειστών επαγγελμάτων, «άτακτη» απελευθέρωση των αγορών κλπ) και να εξορθολογήσει τη λειτουργία των κοινωφελών επιχειρήσεων της (ΔΕΗ, ΕΥΔΑΠ κλπ).

Τέλος, να «αριστοποιήσει» την παραγωγικότητα των δημοσίων λειτουργών και των υπολοίπων εργαζομένων της, με κεντρικό στόχο την αύξηση των εξαγωγών (αντί να μειώνει «υφεσιακά» τους μισθούς), καθώς επίσης να «αναδιαρθρώσει» αποτελεσματικά το δημόσιο τομέα της, κυρίως μέσω της σωστής στελέχωσης του με «επαρκείς» πολιτικούς και παραγωγικούς εργαζομένους – αλλά και μέσω της καθιέρωσης του διαφανούς (διαδίκτυο) διπλογραφικού λογιστικού συστήματος, παράλληλα με τους ετήσιους Ισολογισμούς, τόσο του ίδιου του Κράτους, όσο και των δημοσίων/δημοτικών «αρχών».

.

ΟΙ ΛΥΣΕΙΣ ΜΙΑΣ ΕΝΩΜΕΝΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ

Η σημερινή κρίση χρέους απέδειξε ακόμη μία φορά ότι, μία νομισματική ένωση δεν μπορεί να λειτουργήσει μακροπρόθεσμα, εάν δεν εξελιχθεί σε μία οικονομική και πολιτική ένωση.

Ειδικότερα, μετά την υιοθέτηση του κοινού νομίσματος, οι οικονομίες των κρατών της Ευρωζώνης ακολούθησαν διαφορετικές κατευθύνσεις – με κάποιες από αυτές (Γερμανία, Ολλανδία) να κερδίζουν σημαντικά σε ανταγωνιστικότητα, εις βάρος ή σε σύγκριση με κάποιες άλλες (Ισπανία, Ιταλία, Ελλάδα κλπ).

Πριν τη νομισματική ένωση, οι ελλειμματικές χώρες είχαν τη δυνατότητα να ρυθμίζουν τις οικονομίες τους, υποτιμώντας συνήθως τα νομίσματα τους – ενώ «ειδοποιούνταν» από τις αγορές για τα λάθη τους, μέσω των επιτοκίων δανεισμού τους. Σήμερα, επειδή το κοινό νόμισμα δεν επιτρέπει τέτοιου είδους ενέργειες, ενώ τα δημόσια χρέη είναι «ανεξέλεγκτα υψηλά», κάποια κράτη υποχρεώνονται σε επιθετικά, σε θηριώδη καλύτερα και μάλλον καταστροφικά για την κοινωνική συνοχή προγράμματα λιτότητας – χωρίς να είναι βέβαια ότι θα αποδώσουν έστω τα ελάχιστα αναμενόμενα.

Πόσο μάλλον όταν είναι πλέον εμφανές ότι, η «βίαιη» εσωτερική υποτίμηση, δια μέσου της «ακαριαίας» μείωσης των μισθών (η διαχρονική, όπως στο παράδειγμα της Γερμανίας, είναι σίγουρα αποτελεσματική – αν και όχι απαραίτητα επιθυμητή, αφού «εισπράττεται» σχεδόν αποκλειστικά από τα πολυεθνικά μεγαθήρια), δεν ωφελεί καθόλου την ανταγωνιστικότητα – ενώ οδηγεί σε μία εκρηκτική ύφεση, σε έναν «επιθανάτιο ρόγχο» καλύτερα, χωρίς επιστροφή

Οι αντιπαραθέσεις που διαπιστώνονται, σύμφωνα με τις οποίες οι ελλειμματικές χώρες οφείλουν να εγκαταλείψουν τη ζώνη του Ευρώ, υιοθετώντας ξανά τα εθνικά τους νομίσματα, δεν βοηθούν κανέναν. Όπως έχουμε ήδη αναφέρει, σε σχέση με την Ελλάδα , θα ήταν καλύτερα να μην είχαμε εισέλθει στην ΟΝΕ, αλλά είναι πλέον εγκληματικό να αποχωρήσουμε από αυτήν. Επί πλέον καμία, ευρωπαϊκή ή άλλη, χώρα δεν μπορεί πια να επιβιώσει μόνη της, στο τρομακτικό περιβάλλον της άναρχης παγκοσμιοποίησης και της παντοδυναμίας των αγορών (στις επιθέσεις των κερδοσκόπων στα νομίσματα κλπ).

Όσο για τη Γερμανία, η ενδεχόμενη αποχώρηση της θα ήταν επίσης καταστροφική για την ίδια, αφού η ανατίμηση του νέου νομίσματος της θα περιόριζε επικίνδυνα τις εξαγωγές της, ενώ θα έχανε μεγάλο μέρος των τεράστιων δανείων της στο εξωτερικό – τόσο από την ανατίμηση του νομίσματος της, όσο και από την αδυναμία πληρωμής των οφειλετών της. Ακριβώς για το λόγο αυτό, η γερμανίδα καγκελάριος τόνισε στο πρόσφατο «διάγγελμα» της για το 2011 ότι: «Το υψηλό βιοτικό επίπεδο της χώρας μας οφείλεται και στηρίζεται στο κοινό νόμισμα: στο Ευρώ»

Κατά την άποψη μας λοιπόν, οι πολιτικές δυνάμεις της ΕΕ οφείλουν να ασχοληθούν με την εξάλειψη των υφισταμένων προβλημάτων και την αρμονική, συμμετρική ανάπτυξη της Ευρωζώνης – εάν δεν θέλουν να γίνουν όλες οι ευρωπαϊκές χώρες (οι Πολίτες τους δηλαδή) έρμαιο των αδηφάγων αγορών. Κάτι τέτοιο θα μπορούσε να επιτευχθεί μόνο με το χρηματοπιστωτικό, τον οικονομικό και τον κοινωνικό συντονισμό όλων των κρατών-μελών μεταξύ τους, σαν να επρόκειτο για ισότιμες Πολιτείες και όχι για Εθνικά κράτη.

Ολοκληρώνοντας, όπως έχουμε αναφέρει στο παρελθόν, θεωρούμε τον ελεγχόμενο πληθωρισμό (μικρή αύξηση της προσφερόμενης ποσότητας των χρημάτων, διατήρηση και κυρίως διάχυση στην αγορά των χαμηλών επιτοκίων της ΕΚΤ), σαν μία λύση για να παραμείνει ενωμένη η ΕΕ και να βρεθεί ο απαραίτητος χρόνος «εξομάλυνσης» των σημαντικών εσωτερικών ανισορροπιών της. Με έναν τέτοιο τρόπο είναι ευκολότερο να θεραπευθούν οι ανισορροπίες των Ευρωπαϊκών Οικονομιών, υπό τις παρακάτω προϋποθέσεις:

(α)  Να διαγραφεί ένα μέρος των «επαχθών» χρεών των ελλειμματικών χωρών της ΕΕ από τις τράπεζες, καθώς επίσης των αδύναμων επιχειρήσεων και ιδιωτών – με την παράλληλη επιμήκυνση του χρόνου αποπληρωμής των υπολοίπων, με επιτόκια που δεν θα υπερβαίνουν το 1%.

(β)  Να υπάρξει ένα είδος κεντρικής κατεύθυνσης, ένας συντονισμός καλύτερα, όσον αφορά τους επιχειρηματικούς κλάδους δραστηριοποίησης και τις ενέργειες «αλληλοεπικάλυψης» των επί μέρους Οικονομιών. Σε ποιους τομείς δηλαδή οφείλει να αναπτυχθεί η Ελλάδα, τι πρέπει να προσέξει η Ισπανία, πως μπορεί να αποδώσει η οικονομία της Πορτογαλίας, τι πρέπει να αποφύγει η Γερμανία κλπ.

(γ) Να αυξήσουν την κατανάλωση τους οι πλεονασματικές χώρες, εισάγοντας κυρίως (και κατά προτίμηση) προϊόντα ή αγοράζοντας υπηρεσίες (τουρισμός κλπ) από τις ελλειμματικές χώρες της Ευρώπης – χωρίς αυτό να σημαίνει οχύρωση πίσω από τα τείχη του προστατευτισμού.

(δ) Να περιορίσουν άμεσα τα ελλειμματικά κράτη την υπερβολική κατανάλωση τους «επί πιστώσει», καθώς επίσης τις τοποθετήσεις τους σε ακίνητα και υποδομές, παράλληλα με την αύξηση των παραγωγικών επενδύσεων τους – για την κάλυψη της αυξημένης ζήτησης των προϊόντων τους από τους Ευρωπαίους «εταίρους» τους (οι οποίοι, οι «εταίροι» δηλαδή, είναι υποχρεωμένοι να συμβάλλουν στα έξοδα προστασίας των συνόρων της ΕΕ από τη λαθρομετανάστευση, στον πολεμικό εξοπλισμό εκείνων των χωρών που συνορεύουν με επεκτατικές δυνάμεις, φροντίζοντας ειδικά στην περίπτωση της Ελλάδας να αποπληρωθούν οι πολεμικές αποζημιώσεις που της οφείλει η Γερμανία κλπ).

(ε) Να ακολουθήσουν αμέσως μετά οι απαιτούμενες διαρθρωτικές αλλαγές στις ελλειμματικές χώρες της Ε.Ε., με την έμπρακτη βοήθεια των πλεονασματικών (ας μην ξεχνάμε ότι, στις περισσότερες ελληνικές πόλεις της αρχαιότητας, συνήθιζαν να αναθέτουν τη συγκρότηση των νόμων τους σε ξένους – οι σύγχρονες ιταλικές δημοκρατίες, όπως αυτή της Γένοβας, μιμήθηκαν αυτή τη συνήθεια).

Μία επόμενη, απαραίτητη ενέργεια θα ήταν ασφαλώς η ριζική αντιμετώπιση του προβλήματος της Ευρώπης μέσω ενός «διακρατικού φορολογικού μηχανισμού αναδιανομής εισοδημάτων» – αντίστοιχου με αυτού που έχει επιλεχθεί, που διακρίνει καλύτερα τον «κοινωνικό καπιταλισμό».

Εάν ενεργούσαμε σύμφωνα με το συγκεκριμένο «πολιτικό» σύστημα, θα έπρεπε οι χώρες της Ευρωζώνης να τοποθετηθούν σε διάφορες «εισοδηματικές» κλίμακες, έτσι ώστε να φορολογούνται «προοδευτικά», ανάλογα με τα εισοδήματα τους (όσοι τυχόν θεωρήσουν τη λύση αυτή άδικη για τις πλεονασματικές χώρες, θα πρέπει προφανώς να έχουν την άποψη ότι, εξ ίσου άδικη είναι και η υψηλότερη φορολόγηση των οικονομικά πιο εύρωστων Πολιτών από τις χώρες τους).

Εάν εφαρμοζόταν ένας «διακρατικός φορολογικός μηχανισμός αναδιανομής εισοδημάτων», η αντιμετώπιση των χωρών-μελών θα ήταν πιο δίκαιη. Εκτός αυτού, η επίτευξη της ισορροπίας εντός της Ε.Ε. θα ήταν περισσότερο εφικτή (η ισότητα επίσης), ενώ η ορθολογική αξιοποίηση (επίσης «προοδευτικά» υπέρ των ελλειμματικών χωρών) των διακρατικών φορολογικών εσόδων από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, θα μπορούσε να επιταχύνει σημαντικά την συνολική πρόοδο.

Κλείνοντας, ο συνδυασμός ενός μέτριου πληθωρισμού (της τάξης του 5-10%) με τις «διακρατικές εισοδηματικές κλίμακες», ενδυναμωμένος από τις προοπτικές των νέων χωρών της Ανατολικής  Ευρώπης (χαμηλό κόστος παραγωγής, υψηλά περιθώρια δανεισμού, μεγάλη ανάγκη επενδύσεων σε υποδομές κλπ), θα μπορούσε αναμφίβολα να μας οδηγήσει σε μία επιτυχημένη, κερδοφόρα και κοινή έξοδο από την παρούσα οικονομική κρίση.

Advertisements

Τα άρθρα που δημοσιεύονται στην ιστοσελίδα μας εκφράζουν αποκλειστικά τους συγγραφείς τους. Η ιστοσελίδα μας δεν λογοκρίνει τις γνώμες των συνεργατών της.