Site icon The Analyst

Η συνεισφορά του τουρισμού στην ελληνική οικονομία

.

Περίληψη και αξιολόγηση της μελέτης του ΚΕΠΕ (πηγή)

Η μελέτη 89 του Κέντρου Προγραμματισμού και Οικονομικών Ερευνών (ΚΕΠΕ), που δημοσιεύθηκε τον Οκτώβριο του 2026, εξετάζει τη συμβολή του τουρισμού στην ελληνική οικονομία, την απασχόληση, τις εισαγωγές και την εγχώρια παραγωγή.

Το κεντρικό ζήτημα είναι ιδιαίτερα σημαντικό για την Ελλάδα: άλλο οι τουριστικές εισπράξεις και άλλο η προστιθέμενη αξία που δημιουργείται πραγματικά στην εγχώρια οικονομία. Η διάκριση αυτή, όμως, δεν σημαίνει ότι ο τουρισμός συνεισφέρει μόνο το 6% του ΑΕΠ ούτε ότι τα υπόλοιπα χρήματα χάνονται στο εξωτερικό.

  1. Οι τουριστικές εισπράξεις δεν είναι το τουριστικό ΑΕΠ

Αυτό είναι το πρώτο σημείο που πρέπει να διευκρινιστεί. Το 2019, οι ταξιδιωτικές εισπράξεις της Ελλάδας από το εξωτερικό ήταν περίπου 18,2 δις € – ενώ η συνολική τουριστική δαπάνη μπορεί να είναι μεγαλύτερη, ανάλογα με το αν περιλαμβάνονται οι εγχώριοι επισκέπτες και άλλες κατηγορίες δαπανών.

Το ΑΕΠ δεν μετρά τον συνολικό τζίρο – αλλά την προστιθέμενη αξία που δημιουργείται στην παραγωγή αγαθών και υπηρεσιών.

Παράδειγμα: ένας επισκέπτης πληρώνει 200 € για διαμονή και φαγητό. Από αυτά, η επιχείρηση αγοράζει τρόφιμα, ενέργεια και άλλες εισροές. Η προστιθέμενη αξία της δεν είναι ολόκληρα τα 200 €, αλλά η αξία της παραγωγής της, μείον τις ενδιάμεσες εισροές.

Αυτό εξηγεί τη διαφορά μεταξύ εισπράξεων και ΑΕΠ. Δεν αρκεί, ωστόσο, για να επιβεβαιωθεί ότι κάθε επιμέρους εκτίμηση της μελέτης είναι ορθή.

  1. Τι σημαίνουν τα 10,994 δις € και το 6% του ΑΕΠ;

Η μελέτη αναφέρει για το 2019 άμεσο τουριστικό ΑΕΠ περίπου 10,994 δις €, που αντιστοιχεί στο 6% του συνολικού ΑΕΠ. Για το 2020 αναφέρει περίπου 3,2 δις €, δηλαδή 1,9%.

Τα στοιχεία αυτά πρέπει να διαβαστούν με προσοχή. Η μελέτη επισημαίνει περιορισμούς στα διαθέσιμα δεδομένα και χρησιμοποιεί πειραματικές εκτιμήσεις. Επομένως, δεν θα ήταν σωστό να θεωρήσουμε αυτομάτως ότι το 6% αποτελεί την οριστική μέτρηση της συνολικής συμβολής του τουρισμού.

Επίσης, το 2020 ήταν μια εξαιρετική χρονιά λόγω της πανδημίας και δεν αποτελεί αντιπροσωπευτική βάση σύγκρισης για τη φυσιολογική τουριστική δραστηριότητα.

  1. Η συνολική επίδραση του τουρισμού

Η άμεση συνεισφορά είναι μόνο ένα μέρος της εικόνας. Ο τουρισμός δημιουργεί οικονομική δραστηριότητα και σε άλλους κλάδους: στη γεωργία, στη μεταποίηση, στις μεταφορές, στο εμπόριο, στις κατασκευές και στις υπηρεσίες.

Η μελέτη εκτιμά ότι οι διεθνείς τουριστικές εισπράξεις έχουν σημαντικές ευρύτερες επιδράσεις στην οικονομία, με αποτελέσματα που αντιστοιχούν περίπου στο 11% του ΑΕΠ και στο 13% της απασχόλησης, σύμφωνα με το χρησιμοποιούμενο υπόδειγμα.

Αυτά τα ποσοστά δεν πρέπει να συγχέονται με το άμεσο τουριστικό ΑΕΠ. Πρόκειται για διαφορετικά μεγέθη, τα οποία εξαρτώνται από τη μεθοδολογία και τις υποθέσεις της ανάλυσης.

Το βασικό συμπέρασμα είναι ότι ο τουρισμός επηρεάζει πολύ περισσότερους κλάδους από εκείνους που εξυπηρετούν απευθείας τους επισκέπτες.

  1. Η εξάρτηση από τις εισαγωγές

Ένα από τα σημαντικότερα ζητήματα για την Ελλάδα είναι πόσο από την τουριστική δαπάνη καλύπτεται από εγχώρια παραγωγή και πόσο από εισαγόμενα αγαθά και υπηρεσίες.

Όταν ένα ξενοδοχείο αγοράζει εισαγόμενα τρόφιμα, ποτά, έπιπλα, ηλεκτρικό εξοπλισμό ή άλλα προϊόντα, ένα μέρος της τουριστικής δαπάνης δημιουργεί εισόδημα στο εξωτερικό. Αντίθετα, όταν αγοράζει ελληνικά προϊόντα, στηρίζει την εγχώρια γεωργία, τη μεταποίηση, τις μεταφορές και άλλες επιχειρήσεις.

Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία για την Ελλάδα, επειδή το πρόβλημα του εξωτερικού ισοζυγίου δεν λύνεται μόνο με την αύξηση των εξαγωγών υπηρεσιών. Χρειάζεται ταυτόχρονα να ενισχυθεί η εγχώρια παραγωγή αγαθών και να μειωθεί η εξάρτηση από εισαγωγές. Η ουσία βέβαια δεν είναι να μειώσουμε τον τουρισμό, αλλά να αυξήσουμε την ελληνική παραγωγή που τον τροφοδοτεί.

  1. Η σύνδεση με τον πρωτογενή τομέα και τη μεταποίηση

Η μελέτη αναδεικνύει τη σημασία της διασύνδεσης του τουρισμού με άλλους παραγωγικούς κλάδους. Αυτό σημαίνει ότι η τουριστική ανάπτυξη πρέπει να συνοδεύεται από τα εξής:

(α) Περισσότερες προμήθειες ελληνικών αγροτικών προϊόντων από ξενοδοχεία και εστιατόρια.

(β) Ενίσχυση της εγχώριας μεταποίησης τροφίμων και ποτών.

(γ) Καλύτερη οργάνωση των εφοδιαστικών αλυσίδων, ώστε οι παραγωγοί να μπορούν να προμηθεύουν συστηματικά τις τουριστικές επιχειρήσεις.

(δ) Επενδύσεις στην αποθήκευση, στη διανομή, στην τυποποίηση και στην πιστοποίηση των ελληνικών προϊόντων.

(ε) Ανάπτυξη του γαστρονομικού τουρισμού και μεγαλύτερη αξιοποίηση των ελληνικών προϊόντων ποιότητας.

Η σημασία αυτής της στρατηγικής είναι διπλή: αυξάνει την εγχώρια προστιθέμενη αξία και ενισχύει την παραγωγική βάση της οικονομίας.

  1. Η απασχόληση και η παραγωγικότητα

Ο τουρισμός αποτελεί σημαντική πηγή απασχόλησης. Ωστόσο, η αύξηση των θέσεων εργασίας δεν συνεπάγεται αυτομάτως υψηλή παραγωγικότητα ή υψηλούς μισθούς.

Η εποχικότητα, οι χαμηλές αμοιβές σε ορισμένες δραστηριότητες και η περιορισμένη διάρκεια απασχόλησης αποτελούν ζητήματα που πρέπει να αντιμετωπιστούν.

Η Ελλάδα χρειάζεται να μετακινηθεί σταδιακά από ένα μοντέλο που βασίζεται κυρίως στην αύξηση του αριθμού των επισκεπτών, προς ένα μοντέλο που επιδιώκει μεγαλύτερη δαπάνη ανά επισκέπτη, καλύτερες υπηρεσίες, υψηλότερη παραγωγικότητα και καλύτερες αμοιβές. Αυτό δεν σημαίνει απλώς ακριβότερες διακοπές. Σημαίνει περισσότερη οικονομική αξία ανά εργαζόμενο και ανά μονάδα επένδυσης.

  1. Η έλλειψη αξιόπιστων στατιστικών στοιχείων

Ένα ουσιαστικό πρόβλημα είναι η απουσία ολοκληρωμένων και συστηματικών στοιχείων για την άμεση οικονομική συνεισφορά του τουρισμού. Οι «Δορυφόροι Λογαριασμοί Τουρισμού» είναι το κατάλληλο εργαλείο για να υπολογίζονται με συνεπή τρόπο η προστιθέμενη αξία, η απασχόληση, οι επενδύσεις και οι διασυνδέσεις του τουρισμού με τους υπόλοιπους κλάδους.

Χωρίς αυτούς, διαφορετικές μελέτες μπορεί να χρησιμοποιούν διαφορετικούς ορισμούς και να καταλήγουν σε ποσοστά που δεν είναι άμεσα συγκρίσιμα. Επομένως, η θεσμοθέτηση ενός ολοκληρωμένου συστήματος μέτρησης είναι απαραίτητη προϋπόθεση για σοβαρή οικονομική πολιτική.

 

  1. Η συνολική αξιολόγησή μας

Η μελέτη θέτει ένα σωστό και σημαντικό ερώτημα: πόσο από τον τουριστικό τζίρο μετατρέπεται σε πραγματική εγχώρια παραγωγή και εισόδημα; Εν τούτοις,, χρειάζεται να διακρίνουμε τρία πράγματα:

Πρώτον, τις τουριστικές εισπράξεις. Είναι τα χρήματα που δαπανούν οι επισκέπτες και αποτελούν σημαντική πηγή εισροής συναλλάγματος.

Δεύτερον, το άμεσο τουριστικό ΑΕΠ. Είναι η προστιθέμενη αξία που δημιουργούν άμεσα οι τουριστικές δραστηριότητες.

Τρίτον, τη συνολική επίδραση του τουρισμού. Περιλαμβάνει και την οικονομική δραστηριότητα που προκαλείται σε άλλους κλάδους, αλλά πρέπει να υπολογίζεται με μεθοδολογία που αποφεύγει τις διπλές καταμετρήσεις.

Η διάκριση αυτή είναι απολύτως αναγκαία. Δεν αρκεί, όμως, για να αποδεχθούμε χωρίς έλεγχο κάθε εκτίμηση της μελέτης. Ειδικά το 6% του ΑΕΠ χρειάζεται να αξιολογηθεί με βάση τις ακριβείς πηγές, τους ορισμούς και τους υπολογισμούς που χρησιμοποιήθηκαν.

  1. Το ουσιαστικό συμπέρασμα για την ελληνική οικονομία

Κατά τη γνώμη μας, το σημαντικότερο ζήτημα είναι η σύνδεση του τουρισμού με το παραγωγικό έλλειμμα της χώρας.

Η Ελλάδα μπορεί να αυξάνει τις τουριστικές εισπράξεις, αλλά εάν ταυτόχρονα εισάγει μεγάλο μέρος των προϊόντων που καταναλώνουν οι επισκέπτες, δεν αξιοποιεί πλήρως τις δυνατότητές της.

Χρειάζεται, επομένως, μια πολιτική που να συνδυάζει τον τουρισμό με τη γεωργία, τη μεταποίηση, την τεχνολογία, τις υποδομές και την εκπαίδευση. Παράλληλα, πρέπει να ενισχύει την παραγωγικότητα και να δημιουργεί καλύτερα αμειβόμενες θέσεις εργασίας.

Αυτό θα μπορούσε να αυξήσει την εγχώρια προστιθέμενη αξία, να περιορίσει τις εισαγωγές και να συμβάλει στη βελτίωση του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών.

Η επιτυχία του ελληνικού τουρισμού δεν πρέπει να μετριέται μόνο με τις αφίξεις και τις εισπράξεις, αλλά και με το πόσο ενισχύει την εγχώρια παραγωγή, την παραγωγικότητα, τους μισθούς και το εξωτερικό ισοζύγιο. Αυτή είναι η ουσία που αξίζει να κρατήσουμε από τη μελέτη του ΚΕΠΕ.

Exit mobile version