.
Είμαστε μάρτυρες του τέλους της αμερικανικής αυτοκρατορίας – κάτι που συμπίπτει με την 250ή επέτειο από την ίδρυση των Ηνωμένων Πολιτειών. Η αμερικανική στρατηγική της απομόνωσης και καταστροφής των μεγάλων οικονομιών μέσω κυρώσεων, ταυτόχρονα με τη στρατιωτική κυριαρχία τους, ασφαλώς δεν λειτουργεί για χώρες που είναι αρκετά μεγάλες – έτσι ώστε να είναι σε μεγάλο βαθμό αυτάρκεις. Η Κούβα, με τα δέκα εκατομμύρια κατοίκους της, την αδύναμη γεωργία και την έλλειψη σημαντικού βιομηχανικού τομέα, δεν είναι μια τέτοια χώρα – είναι όμως το Ιράν, με τα 90 εκατομμύρια κατοίκους του, με τη δική του παραγωγή όπλων, με την πυρηνική τεχνολογία και με τα ενεργειακά αποθέματα που χρειάζεται όλος ο πλανήτης. Ένας πλανήτης πάντως, στον οποίο οι ΗΠΑ δεν θα παρεμβαίνουν συνεχώς στις υποθέσεις άλλων χωρών, θα ήταν ένας ασφαλέστερος πλανήτης – ενώ η κατάσταση στη Μέση Ανατολή έχει αποδείξει ότι, οι αμερικανικές στρατιωτικές βάσεις στον Κόλπο δεν έχουν προστατεύσει τις χώρες εκεί, αλλά μάλλον τις έχουν καταστήσει στόχους.
.
Ανάλυση
Όπως γράφει ο Steve Keen, ένας μετακεϋνσιανός οικονομολόγος και από τους λίγους που είχαν προβλέψει το κραχ του 2008, «ποτέ δεν θα φανταζόμουν ότι στην καριέρα μου ως οικονομολόγος, θα γινόμουν μάρτυρας της στιγμής που η αμερικανική αυτοκρατορία θα έφτανε ορατά και αμετάκλητα στα όριά της».
Συνεχίζει δε λέγοντας ότι, αυτό ακριβώς συνέβη – ενώ δεν είναι τυχαίο το ότι συνέβη στο 250ό έτος της ύπαρξης των Ηνωμένων Πολιτειών. Δεν ήταν δε η διπλωματία που οδήγησε στην εκεχειρία μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν – αλλά ξεκάθαρα η οικονομία.
Επί δεκαετίες τώρα, οι οικονομολόγοι προειδοποιούσαν σταθερά ότι, οι κυρώσεις εναντίον μεγάλων, πλούσιων σε πόρους και πυκνοκατοικημένων χωρών, απλά δεν λειτουργούν – ενώ πλέον υπάρχουν εμπειρικές αποδείξεις που μεταδίδονται ζωντανά από τη Μέση Ανατολή.
Μια δυτική «καρικατούρα» καταρρέει
Συνεχίζοντας, για πολλές δεκαετίες η εικόνα της Δύσης για το Ιράν ήταν μια «καρικατούρα»: κακοί μουλάδες στην κορυφή, ένας καταπιεσμένος πληθυσμός, καθώς επίσης μια απομονωμένη, καθυστερημένη χώρα. Αυτή η αφήγηση ακουγόταν για το Ιράν – έως ότου ξέσπασε ο πόλεμος και ξαφνικά οι Ιρανοί διαπραγματευτές κάθονταν στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων στην Ελβετία. Άνθρωποι σοβαροί, με υψηλή νοημοσύνη, μορφωμένοι και με στρατηγική νοοτροπία – επίσης, άνθρωποι που είχαν σαφώς λάβει υπόψη την κατάστασή τους.
Επιπλέον, αυτό που μάθαμε κατά τη διάρκεια αυτού του πολέμου είναι ανησυχητικό: η χώρα προφανώς προετοιμαζόταν ακριβώς για αυτή τη σύγκρουση, εδώ και περίπου τέσσερις δεκαετίες. Ειδικότερα, το Ιράν είχε χωρίσει το στρατό του σε 31 ξεχωριστές μεραρχίες, που αντιστοιχούν στις 31 επαρχίες της χώρας – με στόχο να μπορεί να συνεχίσει να μάχεται, ακόμη και χωρίς κεντρική διοίκηση. Διέθετε δε πυραύλους, η ύπαρξη των οποίων ήταν άγνωστη στη Δύση – οι οποίοι όμως ήταν ικανοί να χτυπήσουν αμερικανικά μαχητικά αεροσκάφη και πολεμικά πλοία.
Οι ΗΠΑ, από την άλλη πλευρά, εισήλθαν σε αυτόν τον πόλεμο πεπεισμένες ότι, θα τελείωνε σε τρεις μέρες: αποκεφαλισμός της ηγεσίας, λαϊκή εξέγερση και μια νέα κυβέρνηση, αποδεκτή από τους Αμερικανούς. Μια εντελώς απατηλή εικόνα – μια πορεία δράσης που θύμιζε την κοντόφθαλμη αφέλεια των προηγούμενων αμερικανικών περιπετειών.
Το κρίσιμο διαπραγματευτικό χαρτί που η Αμερική θα έπρεπε να είχε προβλέψει αλλά δεν το έκανε, ήταν ο έλεγχος του Στενού του Ορμούζ – μέσω του οποίου το Ιράν μπορεί να ελέγξει τη ροή αγαθών και πρώτων υλών. Μία στρατηγική πλωτή οδός που αποτελεί ένα ισχυρό διαπραγματευτικό εργαλείο – το οποίο έχει λειτουργήσει.
Η οικονομία υπερισχύει της στρατιωτικής ισχύος
Περαιτέρω, αυτό που τελικά ανάγκασε τον Τραμπ να καθίσει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων δεν ήταν η διπλωματία – αλλά το πετρέλαιο. Εν προκειμένω, ο Τραμπ ζούσε σε έναν φανταστικό κόσμο – αφού αρχικά πίστευε ότι, το κλείσιμο του Στενού του Ορμούζ δεν θα είχε συνέπειες για την Αμερική, ενώ η Ευρώπη θα έπρεπε να διορθώσει το χάος που ο ίδιος είχε δημιουργήσει.
Αυτό που δεν είχε λάβει όμως υπόψη του ο Τραμπ ήταν ότι, ενώ η Αμερική εξάγει πετρέλαιο, πρέπει επίσης να εισάγει πετρέλαιο – ταυτόχρονα, επειδή το εξαγόμενο πετρέλαιο δεν είναι το πετρέλαιο που χρειάζονται τα αμερικανικά διυλιστήρια.
Κάποια στιγμή λοιπόν ο Τραμπ φέρεται να έμαθε πως εάν το Στενό του Ορμούζ παρέμενε κλειστό, οι ΗΠΑ δεν θα ήταν πλέον σε θέση να καλύψουν τις βιομηχανικές τους ανάγκες από τα δικά τους αποθέματα πετρελαίου – κάτι που θα συνέβαινε μέσα σε λίγες εβδομάδες. Το γεγονός αυτό λοιπόν ήταν το σημείο καμπής – ούτε η ηθική, ούτε η διπλωματία, αλλά η επικείμενη κατάρρευση του αμερικανικού εφοδιασμού ήταν αυτή που τον ανάγκασε να δράσει.
Οι προηγούμενες ανακοινώσεις και οι αλλαγές πολιτικής εκ μέρους του, χρησίμευσαν κυρίως για την εκμετάλλευση των διακυμάνσεων της χρηματιστηριακής αγοράς, προς όφελος του ιδίου, των φίλων και των επιχειρηματικών εταίρων του – αφού επρόκειτο για τα κλασικά σχέδια «ανόδου και καθόδου» των τιμών, τα οποία εκμεταλλεύονταν οι κερδοσκόποι με τη βοήθεια του προέδρου. Αυτό που συμβαίνει όμως τώρα, είναι κάτι εντελώς διαφορετικό – πιο κοντά σε μια πραγματική συμφωνία που βέβαια δεν είναι ακόμη οριστική.
Η οικονομική κατάσταση του Ιράν μετά τον πόλεμο
Συνεχίζοντας, αρκετοί υποθέτουν πως το Ιράν έχει καταστραφεί οικονομικά από τον πόλεμο – κάτι που μάλλον δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, για τους εξής λόγους:
(α) Περίπου 300 δισεκατομμύρια δολάρια σε παγωμένα ιρανικά περιουσιακά στοιχεία, πρόκειται να αποδεσμευτούν στο πλαίσιο της συμφωνίας – ένα κεφάλαιο που έχει παρακρατηθεί από το Ιράν για δεκαετίες.
(β) Ο πλανήτης θα αντιμετωπίσει σημαντικές ελλείψεις μετά από αυτόν τον πόλεμο: σε πετρέλαιο, λιπάσματα, θειικό οξύ, ήλιο και λιπαντικό έλαιο – ενώ όλα αυτά είναι προϊόντα, των οποίων η παραγωγή και οι αλυσίδες εφοδιασμού έχουν πληγεί. Επομένως το Ιράν θα κερδίσει αρκετά χρήματα – συν οτιδήποτε άλλο κερδίσει από τις διαπραγματεύσεις, στις οποίες έχει το «πάνω χέρι».
(γ) Το Ιράν είναι μια χώρα με πάνω από 90 εκατομμύρια κατοίκους, με ένα λειτουργικό βιομηχανικό και γεωργικό σύστημα, καθώς επίσης με έναν πληθυσμό υψηλού μορφωτικού επιπέδου – με πολλές γυναίκες, εκπαιδευμένες σε θέματα STEM (Science, Technology, Engineering, Mathematics).
Επομένως, μπορεί να αποκαταστήσει τις ζημίες που του έχουν προκληθεί από τον πόλεμο σχετικά γρήγορα – ενώ με τους όρους που θα εξασφαλίσει από αυτήν τη συμφωνία, θα αποκτήσει πρόσβαση σε αγορές εξαγωγών που προηγουμένως δεν μπορούσε. Με απλά λόγια, η χώρα έχει αποκτήσει πλεονεκτήματα από αυτόν τον πόλεμο – τα οποία δεν θα είχε ποτέ διαφορετικά.
Η λογική της αμερικανικής αποτυχίας
Περαιτέρω, το μοτίβο δεν είναι καινούργιο, αφού οι ΗΠΑ έχουν χάσει σχεδόν κάθε πόλεμο που έχουν ξεκινήσει μετά τον 2ο ΠΠ: Βιετνάμ, Αφγανιστάν, Ιράκ – με την ίδια νοοτροπία και με την ίδια ήττα. Ο πρώην υπουργός Άμυνας των ΗΠΑ R. McNamara πίστευε ότι, θα μπορούσε να συντρίψει το Βιετνάμ μόνο μέσω της στρατιωτικής υπεροχής – ενώ μετά τον πόλεμο, ο Βιετναμέζος ομόλογός του, τού είπε τα εξής: «Θα είχαμε πολεμήσει μέχρι τον τελευταίο Βιετναμέζο. Γι’ αυτό χάσατε. Πολεμήσαμε για την επιβίωσή μας».
Το ίδιο ισχύει για το Ιράν – ενώ ο μόνος λόγος που το Ιράκ αποδείχθηκε στρατιωτικά ελεγχόμενο ήταν το ότι, οι Σουνίτες και οι Σιίτες μπορούσαν να τοποθετηθούν ο ένας εναντίον του άλλου. Αυτή η διαίρεση όμως δεν υπάρχει στο Ιράν – αφού η συντριπτική πλειοψηφία του πληθυσμού είναι Σιίτες. Το αποτέλεσμα δε του 20ετούς πολέμου των Ηνωμένων Πολιτειών στο Αφγανιστάν, ήταν η επιστροφή των Ταλιμπάν στην εξουσία.
Ο αμερικανικός στρατός είναι προσανατολισμένος στη νίκη σε έναν μεγάλο πόλεμο – αεροπλανοφόρα, εξαιρετικά προηγμένα και ακριβά μαχητικά αεροσκάφη, ακριβοί πύραυλοι. Στη σύγκρουση με το Ιράν, οι ΗΠΑ ηττήθηκαν από φθηνά μη επανδρωμένα αεροσκάφη και φθηνούς πυραύλους – γεγονός που σημαίνει ότι, η Αμερική δεν μπορεί πλέον να προβάλλει τη δύναμή της, με τον τρόπο που κάποτε πίστευε ότι μπορούσε.
Η αμερικανική αυτοκρατορία καταρρέει
Όλα αυτά οδηγούν στο συμπέρασμα ότι, είμαστε μάρτυρες του τέλους της αμερικανικής αυτοκρατορίας – κάτι που συμπίπτει με την 250ή επέτειο από την ίδρυση των Ηνωμένων Πολιτειών.
Η αμερικανική στρατηγική της απομόνωσης και καταστροφής των μεγάλων οικονομιών μέσω κυρώσεων, ταυτόχρονα με τη στρατιωτική κυριαρχία τους, ασφαλώς δεν λειτουργεί για χώρες που είναι αρκετά μεγάλες – έτσι ώστε να είναι σε μεγάλο βαθμό αυτάρκεις.
Η Κούβα, με τα δέκα εκατομμύρια κατοίκους της, την αδύναμη γεωργία και την έλλειψη σημαντικού βιομηχανικού τομέα, δεν είναι μια τέτοια χώρα – είναι όμως το Ιράν, με τα 90 εκατομμύρια κατοίκους του, με τη δική του παραγωγή όπλων, με την πυρηνική τεχνολογία και με τα ενεργειακά αποθέματα που χρειάζεται όλος ο πλανήτης.
Ένας πλανήτης πάντως, στον οποίο οι ΗΠΑ δεν θα παρεμβαίνουν συνεχώς στις υποθέσεις άλλων χωρών, θα ήταν ένας ασφαλέστερος πλανήτης – ενώ η κατάσταση στη Μέση Ανατολή έχει αποδείξει ότι, οι αμερικανικές στρατιωτικές βάσεις στον Κόλπο δεν έχουν προστατεύσει τις χώρες εκεί, αλλά μάλλον τις έχουν καταστήσει στόχους.
Το Ισραήλ δεν έχει πλέον λευκή επιταγή
Κλείνοντας, είναι αξιοσημείωτη σε αυτό το πλαίσιο η αλλαγή ρητορικής από την Ουάσιγκτον προς το Ισραήλ – όπως από τον JD Vance που δήλωσε ότι, μια χώρα με μόλις εννέα εκατομμύρια κατοίκους δεν μπορούσε «απλώς να βομβαρδίσει» τα προβλήματα ασφαλείας της. Ταυτόχρονα, τόνισε πως οι Ηνωμένες Πολιτείες έπρεπε πρωτίστως να ευθυγραμμίσουν την πολιτική τους για τη Μέση Ανατολή με τα δικά τους συμφέροντα – κάτι που σηματοδότησε έναν ασυνήθιστα ανοιχτό τόνο προς την ισραηλινή κυβέρνηση και μια αξιοσημείωτη μετατόπιση της έμφασης στην αμερικανική πολιτική για τη Μέση Ανατολή.
Το γεγονός αυτό υποδεικνύει μια νέα στρατηγική πραγματικότητα – κατά την οποία το Ισραήλ μπορεί μεν ακόμη να βασίζεται στις Ηνωμένες Πολιτείες ως τον σημαντικότερο σύμμαχό του, αλλά η αυτόματη πολιτική υποστήριξη δεν φαίνεται πλέον δεδομένη. Με απλά λόγια, οι ΗΠΑ κατέστησαν σαφέστερο από πριν το ότι, τα αμερικανικά και τα ισραηλινά συμφέροντα δεν συμπίπτουν πάντα.
Για την ισραηλινή κυβέρνηση, σημαίνει στενότερη ευθυγράμμιση της στρατηγικής ασφαλείας της με μια περιοχή, όπου το Ιράν παραμένει σημαντική δύναμη – παρά όλες τις στρατιωτικές του αποτυχίες. Εάν πάντως δεν βρεθεί ένα βιώσιμο πολιτικό πλαίσιο για αυτό το θέμα, η σύγκρουση απειλεί να κλιμακωθεί περαιτέρω – καθώς επίσης να έχει οικονομικές επιπτώσεις και επιπτώσεις στην ασφάλεια, πολύ ευρύτερες από την περιοχή.
Σε κάθε περίπτωση, η εξέλιξη αυτή σηματοδοτεί το τέλος της ιδέας ενός παντοδύναμου Ισραήλ – καθώς επίσης της ιδέας ενός Αμερικανού προστάτη, ικανού να ελέγχει κάθε εξέλιξη κατά βούληση. Η πραγματικότητα είναι εντελώς διαφορετική – ενώ οι ΗΠΑ έχουν ακόμη ένα μεγάλο πρόβλημα να επιλύσουν: το τέλος της παντοδυναμίας του πετροδολαρίου, με τους BRICS, με τους πυραύλους και με τα drones, να διαβρώνουν γενικότερα την οικονομική και στρατιωτική ισχύ τους.