.

Ο Γερμανός καγκελάριος και οι άλλοι πολιτικοί της ΕΕ, δεν τόλμησαν στην ουσία να επικρίνουν τον Rubio ή τον Trump – αφού δεν συζήτησαν καν το θέμα της Γροιλανδίας, προφανώς από φόβο μήπως αναζωπυρωθούν οι συγκρούσεις. Συμπερασματικά λοιπόν, αυτά που είπαν οι Ευρωπαίοι στο Μόναχο και αυτά που δεν τόλμησαν να πουν, τεκμηριώνουν την απόλυτη αβεβαιότητα τους – σε καμία περίπτωση μία νέα στρατηγική. Με απλά λόγια, η ρητορική μπορεί να έχει αλλάξει, αλλά στην πράξη οι Ευρωπαίοι συνεχίζουν να σκύβουν το κεφάλι απέναντι στον Trump – αφού είτε πρόκειται για τη Γροιλανδία, τη Γάζα ή το Ιράν, σε όλα τα φλέγοντα ζητήματα της παγκόσμιας πολιτικής, ευθυγραμμίζονται με τη γραμμή των ΗΠΑ.
.
Ανάλυση
Οι ΗΠΑ ήταν ανέκαθεν σύμμαχος της Ευρώπης – ενώ είναι σωστό το ότι, η Ευρώπη εκμεταλλευόταν προς όφελος της αυτή τη συμμαχία. Πώς; Αφενός μεν με το κόστος του ΝΑΤΟ που επιβάρυνε κυρίως τις ΗΠΑ, αφετέρου με τα εμπορικά πλεονάσματα εις βάρος των Αμερικανών (198 δις € το 2024) – το μεγαλύτερο μέρος των οποίων βέβαια αφορά τη Γερμανία (άνω των 70 δις €).
Οφείλει λοιπόν να αποκατασταθεί η αδικία – με την αύξηση της συμμετοχής της Ευρώπης στο κόστος του ΝΑΤΟ, αν και όχι στα υπερβολικά επίπεδα που απαιτεί ο Trump, καθώς επίσης με τον ισοσκελισμό του εμπορικού ισοζυγίου ΗΠΑ/ΕΕ.
Ο τρόπος όμως που θα μπορούσε να επιτευχθεί ο ισοσκελισμός δεν είναι οι δασμοί, αλλά η πτώση της ισοτιμίας του δολαρίου – το οποίο έτσι και αλλιώς έχει υποτιμηθεί, με κριτήριο την τιμή του χρυσού και την κατακόρυφη άνοδο των τιμών στις ΗΠΑ, αλλά απλά διατηρείται σε υψηλά επίπεδα, επειδή ο Trump επιμένει σε ένα ισχυρό δολάριο.
Διαφαίνεται πάντως ο κίνδυνος ενός κραχ στον ορίζοντα, με κριτήριο το δείκτη Tobin(Q) – ο οποίος συγκρίνει τη χρηματιστηριακή αξία μίας εταιρείας, δηλαδή τον αριθμό των μετοχών της επί την τιμή μετοχής, με τη λογιστική που απεικονίζει το κόστος αντικατάστασης του ενεργητικού της. Χρησιμοποιείται δε για να αξιολογηθεί εάν είναι υπερτιμημένη μία εταιρία ή υποτιμημένη – όπου εάν η χρηματιστηριακή αξία της προς τη λογιστική είναι μεγαλύτερη του ένα (Q>1) τότε είναι υπερτιμημένη, ενώ εάν είναι μικρότερη του ένα (Q<1), τότε είναι υποτιμημένη.
Ο δείκτης αυτός ήταν τον Ιανουάριο γενικά για την αμερικανική χρηματιστηριακή αγορά στο 2,05 – πολύ υψηλότερα δηλαδή από το 1929, το 1970 και το 2000, όπου τα χρηματιστήρια κατέρρευσαν. Από τον Ιανουάριο του 2026 δε, ο δείκτης Q είναι 172% πάνω από τον ιστορικό γεωμετρικό μέσον όρο του – άρα εξαιρετικά υψηλός.
Όπως λέγεται τώρα, οι περίοδοι υπερεκτίμησης και υποεκτίμησης μπορούν να διαρκέσουν για πολλά χρόνια κάθε φορά – οπότε κανένας δεν μπορεί να προσδιορίσει πότε θα συμβεί το κακό. Εάν και όταν συμβεί όμως, δεν θα περιορισθεί μόνο στο αμερικανικό χρηματιστήριο – αντίθετα, θα πυροδοτήσει μία βόμβα μεγατόνων που θα απειλήσει ολόκληρο τον πλανήτη, ειδικά εάν συμβεί απότομα.
Πόσο μάλλον όταν το δημόσιο χρέος των ΗΠΑ έχει εκτοξευθεί στα 38,5 τρις $ ή κατά 2,35 τρις $ μέσα σε ένα χρόνο, εκ των οποίων τα 7,61 τρις $ είναι ενδοκυβερνητικό – ενώ τόσο η ΕΚΤ, όσο και η FED διοχετεύουν ξανά μαζικά ρευστότητα στο τραπεζικό σύστημα, επειδή προφανώς κάτι φοβούνται.
Συνεχίζοντας, υπάρχει βέβαια μεγάλη διαφορά μεταξύ ενός συμμάχου και ενός υποτελούς – όπως φαίνεται να θεωρεί ο Trump την Ευρώπη, καθώς επίσης ο M. Rubio, με κριτήριο την ομιλία του στη Διάσκεψη Ασφαλείας του Μονάχου (πηγή), όπως του J.D. Vance πέρυσι.
Λογικά λοιπόν αναρωτώνται οι Ευρωπαίοι, εάν μπορεί ακόμη να εμπιστεύεται η Ευρώπη τις ΗΠΑ – ενώ εάν όχι, ποιες θα είναι οι συνέπειες. Δεν είναι δε μόνο οι Ευρωπαίοι που αναρωτώνται, αλλά επίσης οι άλλοι σύμμαχοι των ΗΠΑ – όπως ο Καναδάς, με την εντυπωσιακή ομιλία του πρωθυπουργού του (πηγή).
Η Διάσκεψη Ασφαλείας πάντως του Μονάχου δεν έδωσε απαντήσεις – ενώ ο καγκελάριος Merz και οι άλλοι ηγέτες της ΕΕ ζητούν μεν μεγαλύτερη ανεξαρτησία, αλλά στην πράξη συνεχίζουν να συμπεριφέρονται ως υποτελείς. Ειδικότερα τα εξής:
Μία εικόνα χίλες λέξεις
Είναι γνωστό το ότι, μια εικόνα αξίζει όσο χίλιες λέξεις – ενώ μερικές φορές μια μόνο εικόνα είναι αρκετή, για να αποτυπώσει τέλεια την ουσία ενός σημαντικού γεγονότος. Στη Διάσκεψη Ασφαλείας του Μονάχου, ήταν η εικόνα των χειροκροτημάτων που έλαβε ο Υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ, ο M. Rubio, μετά την ομιλία του – από ένα κοινό, συμπεριλαμβανομένων αρκετών Γερμανών υπουργών που πετάχτηκε όρθιο από τις θέσεις του και χειροκρότησε με ενθουσιασμό.
Ο Rubio όμως, μόλις είχε ανακοινώσει το τέλος της μεταπολεμικής τάξης πραγμάτων και την έναρξη μιας νέας αυτοκρατορικής ηγεμονίας – απαιτώντας υποταγή! Έτσι, η παράξενη αυτή σκηνή θύμισε την εμβληματική εικόνα του καγκελαρίου Merz και άλλων Ευρωπαίων πολιτικών που τραβήχτηκε στον Λευκό Οίκο στην Ουάσιγκτον, τον Αύγουστο του 2025 – εκείνη την εποχή που ο πρόεδρος των ΗΠΑ, ο D. Trump, ήταν αυτός που συμπεριφέρθηκε υποτιμητικά απέναντι τους Ευρωπαίους.
Το γεγονός ότι δέχονταν παθητικά τις αναφορές του και άκουγαν κάθε λέξη του δασκάλου τους σαν μαθητές, χωρίς αντίρρηση, έχει προκαλέσει σοκ – ενώ η εικόνα των «αβοήθητων μαθητών» του Trump, έχει γίνει σύμβολο της ευρωπαϊκής εξάρτησης.
Εν τούτοις, η Διάσκεψη Ασφαλείας του Μονάχου θα μπορούσε να αποτελέσει σημείο καμπής – αφού το σύνθημα της (Under Destruction) υποσχόταν μία ειλικρινή ανάλυση της νέας παγκόσμιας κατάστασης. Όπως τόνισε δε ο οικοδεσπότης W. Ischinger, η ΕΕ πρέπει να έχει μία θέση στο τραπέζι των μεγάλων παικτών – έτσι ώστε να αποφύγει να καταντήσει πιόνι τους. Όσον αφορά ειδικά το ΝΑΤΟ, θα πρέπει να γίνει πιο ευρωπαϊκό για να παραμείνει διατλαντικό.
Όμως, οι Ευρωπαίοι δεν έχουν καταφέρει να ανταποκριθούν σε αυτές τις προκλήσεις – δεν έχουν απελευθερωθεί καθόλου από την τοξική σχέση τους με τις ΗΠΑ, ούτε έχουν διακηρύξει τη δημιουργία ενός νέου ΝΑΤΟ. Όσον αφορά δε την ομιλία του Rubio στο Μόναχο, χειροκροτήθηκε ακριβώς επειδή δεν σηματοδότησε ρήξη με την Ατλαντική Συμμαχία – αλλά απλά και μόνο, έναν νέο «καταμερισμό εργασίας».
Αυτό που αναμένεται από τους Ευρωπαίους είναι ο επανεξοπλισμός τους, η διατήρηση της Ρωσίας υπό έλεγχο και η επιβάρυνση τους με το κόστος του πολέμου στην Ουκρανία – κάτι που κάνουν με προθυμία, όπως τεκμηριώνεται από μία μελέτη του Ινστιτούτου του Κιέλου (πηγή). Εν προκειμένω, ενώ οι ΗΠΑ σταμάτησαν στην ουσία τη στήριξη της Ουκρανίας το 2025, η ΕΕ αύξησε μαζικά τη βοήθεια της – εις βάρος άλλων προγραμμάτων της, όπως της ΚΑΠ.
Ο καγκελάριος της Γερμανίας τώρα, ο οποίος ασφαλώς γνωρίζει πώς χρησιμοποιήθηκε η Ουκρανία από τις ΗΠΑ και σε ποια παγίδα των Αμερικανών έπεσε η χώρα του από την Α. Merkel (ανάλυση), εκφώνησε μία ομιλία στο Μόναχο που σηματοδότησε μία νέα γερμανική αυτοπεποίθηση – αφού επέκρινε τις μονομερείς ενέργειες του προέδρου Trump, αποστασιοποιήθηκε από το MAGA και υπερασπίσθηκε το Διεθνές Δίκαιο, καθώς επίσης την προστασία του κλίματος.
Το γεγονός αυτό ήταν αξιοσημείωτο, για έναν ανέκαθεν υποστηρικτή της άλλης πλευράς του Ατλαντικού – ενώ τόνισε ότι, εάν δεν είναι πια δυνατόν να συμφωνήσουν οι ΗΠΑ και η ΕΕ σε κοινές αξίες, τουλάχιστον πρέπει να αναζητηθούν τρόποι υπεράσπισης των κοινών συμφερόντων. Εν τούτοις, δεν κατάφερε να απαντήσει στο ερώτημα ποια είναι τα γερμανικά και τα ευρωπαϊκά συμφέροντα, καθώς επίσης πώς μπορούν να υπερασπισθούν – ούτε πού θα όφειλε να αναζητηθεί/βρεθεί «κοινό έδαφος» με τον Trump, ούτε ποιους κοινούς στόχους έχουν, εκτός από τη διατήρηση του ΝΑΤΟ.
Πόσο μάλλον όταν ακόμη και στο ζήτημα της Ουκρανίας, τα συμφέροντα της ΕΕ και των ΗΠΑ αποκλίνουν – όπως φάνηκε καθαρά από την απότομη αποχώρηση του Rubio από το Μόναχο. Από το ότι, αντί να παραστεί σε μία συνάντηση με τους υποστηρικτές του Merz και της Ουκρανίας, προτίμησε να πετάξει στη Σλοβακία και στην Ουγγαρία – σε χώρες που είναι αντίθετες με την ευρωπαϊκή πολιτική απέναντι στην Ουκρανία.
Η ευρωπαϊκή αβεβαιότητα
Συνεχίζοντας, ο Γερμανός καγκελάριος και οι άλλοι πολιτικοί της ΕΕ, δεν τόλμησαν στην ουσία να επικρίνουν τον Rubio ή τον Trump – αφού δεν συζήτησαν καν το θέμα της Γροιλανδίας, προφανώς από φόβο μήπως αναζωπυρωθούν οι συγκρούσεις. Συμπερασματικά λοιπόν, αυτά που είπαν οι Ευρωπαίοι στο Μόναχο και αυτά που δεν τόλμησαν να πουν, τεκμηριώνουν την απόλυτη αβεβαιότητα τους – σε καμία περίπτωση μία νέα στρατηγική.
Με απλά λόγια, η ρητορική μπορεί να έχει αλλάξει, αλλά στην πράξη οι Ευρωπαίοι συνεχίζουν να σκύβουν το κεφάλι απέναντι στον Trump – αφού είτε πρόκειται για τη Γροιλανδία, τη Γάζα ή το Ιράν, σε όλα τα φλέγοντα ζητήματα της παγκόσμιας πολιτικής ευθυγραμμίζονται με τη γραμμή των ΗΠΑ. Απομακρύνονται δε πλέον και από τον ΟΗΕ – όπως αποδεικνύεται από τη συμμετοχή 14 χωρών της ΕΕ, συμπεριλαμβανομένης της Γερμανίας, στο νέο «Συμβούλιο Ειρήνης» του Τραμπ.
Η δικαιολογία τους είναι πως όσο η Ευρώπη παραμένει εξαρτημένη από τις ΗΠΑ, πρέπει να γίνονται παραχωρήσεις, έστω και μόνο για να επιτευχθεί ο πιο σημαντικός στόχος – ο οποίος είναι η διάσωση της Ουκρανίας και η αποδυνάμωση της Ρωσίας που, όπως υποστηρίζουν, αποτελεί το βασικότερο συμφέρον της ΕΕ.
Επίλογος
Ολοκληρώνοντας, αυτό που φαίνεται να είναι μία διπλή στρατηγική, δεν ισχύει εάν εξετασθεί προσεκτικά – αφού (α) οι Ευρωπαίοι δεν έχουν δική τους στρατηγική για να τερματίσουν τον πόλεμο στην Ουκρανία, ακολουθώντας τον Trump και (β) είναι απελπιστικά διχασμένοι σε σχέση με το πώς θα επιτύχουν μεγαλύτερη ανεξαρτησία από τις ΗΠΑ.
Εκτός αυτού, η Γερμανία και η Γαλλία απομακρύνονται όλο και περισσότερο – με τον Macron και τον Merz να διαφωνούν για τα ευρωομόλογα, για το «αγοράζω ευρωπαϊκά» και για ένα κοινό πολεμικό αεροσκάφος.
Ο Γερμανός δε προσεγγίζει την Ιταλία, θυμίζοντας τη συμμαχία των ναζί με τους φασίστες στο 2ο παγκόσμιο πόλεμο – ενώ έχει αρχίσει να αναφέρεται στη μετατροπή της χώρας του σε πυρηνική δύναμη, σαν να έχει ξεχάσει ο πλανήτης ποια χώρα έχει προκαλέσει τους δύο αιματηρούς παγκοσμίους πολέμους τον προηγούμενο αιώνα.
Στα πλαίσια αυτά, η Διάσκεψη Ασφαλείας του Μονάχου δεν έφερε στην επιφάνεια κάποια λύση – επιβεβαίωσε απλά ότι, υπάρχει μεγάλη διάσταση απόψεων μεταξύ των Ευρωπαίων και των ΗΠΑ, καθώς επίσης των κρατών της ΕΕ μεταξύ τους. Επιπλέον ότι, οι φυγόκεντρες δυνάμεις στην ΕΕ γίνονται όλο και μεγαλύτερες – με κίνδυνο να διαλυθεί πιο γρήγορα, από ότι θα περίμενε κανείς.



