Η επιστροφή των Ταλιμπάν στο Αφγανιστάν – The Analyst
ΔΙΕΘΝΗ

Η επιστροφή των Ταλιμπάν στο Αφγανιστάν

.

Σήμερα η Al Qaeda έχει τον πλήρη έλεγχο της επαρχίας Idlib της Συρίας και μοιράζεται τα σύνορα με την Τουρκία – όπου δεν αποτελεί μυστικό το ότι, η Τουρκία βοηθάει στον εξοπλισμό της τρομοκρατικής οργάνωσης,  με την υποστήριξη των Η.Π.Α.. Είναι δε γνωστή η θολή σχέση της CIA με το Πεντάγωνο, πολύ συχνά χωρίς τη συμφωνία του εκάστοτε προέδρου των Η.Π.Α. – όπως έχει τεκμηριωθεί από την εποχή του Trump που ήθελε να αποσυρθούν οι Αμερικανοί από τη Συρία και ασφαλώς να πάψει να στηρίζεται η Al Qaeda. Όπως είχε αναφέρει άλλωστε το 2017 το BBC, «Ο Trump τερματίζει το πρόγραμμα εξοπλισμού της CIA για τους αντάρτες». Εάν τώρα η κυβέρνηση Biden, συνεχιστής του «Obama-Clinton-βαθέως κράτους» επέστρεψε στις προηγούμενες μεθόδους χρηματοδότησης και εξοπλισμού της Al Qaeda ανοιχτά, γιατί υπάρχει αυτή η πανικόβλητη ταραχή στις δυτικές ειδήσεις για την άνοδο των Ταλιμπάν στην εξουσία; Ακόμη περισσότερο, εάν η Ρωσία και η Κίνα, ενδεχομένως και το Ιράν που θεωρούταν ως ο μεγαλύτερος εχθρός των Ταλιμπάν, τους αντιμετωπίζουν ως συνεργάσιμους, όσον αφορά την ειρήνη και τη σταθερότητα στην περιοχή, γιατί να μην αποφασίσουν αυτοί πώς θα συμπεριφερθούν μαζί τους; Μόνο τότε δεν θα αποφευγόταν η μαζική μετανάστευση στην Ευρώπη και αλλού, την οποία αναφέρουν όλα τα δυτικά ΜΜΕ ως το μεγάλο φόβο της Δύσης; Τι κρύβεται πίσω από την «πομπώδη» απομάκρυνση των αμερικανικών στρατευμάτων από το Αφγανιστάν και τη ραγδαία ανάκτηση της χώρας από τους Ταλιμπάν; Μήπως η παράδοση της περιοχής στην Al Qaeda από τους Αμερικανούς; Δύσκολα ερωτήματα, στα οποία δεν υπάρχουν εύκολες απαντήσεις – ενώ σίγουρα δεν είναι τίποτα όπως φαίνεται επιφανειακά.          

.

Ανάλυση

Κατ’ αρχήν μας έκανε μεγάλη εντύπωση η ανάρτηση ενός πρώην στελέχους της CIA, σύμφωνα με την οποία οι συνάδελφοί του των μυστικών υπηρεσιών είναι θυμωμένοι, αγανακτισμένοι και βαθιά ανήσυχοι – σχετικά με αυτά που συνέβησαν στο Αφγανιστάν (πηγή). Επίσης η προειδοποίηση του για το ότι, είναι όλοι πεπεισμένοι πως οι Η.Π.Α. και ολόκληρος ο πλανήτης ευρίσκονται σε μία από τις πιο επικίνδυνες, καθώς επίσης απρόβλεπτες στιγμές στη σύγχρονη ιστορία – όπου η αποτυχία στο Αφγανιστάν έχει δείξει σε εχθρούς και συμμάχους πως η στρατιωτική δύναμη και οι πληροφορίες των Η.Π.Α. είναι άσχετες, αφού δεν μπορούν να αναπτυχθούν με επιτυχία.

Τεκμηριώνουν δε πως η αμερικανική ελίτ είναι για τα σκουπίδια, ότι η χώρα έχει ανίκανη ηγεσία, πως η Κίνα το γνωρίζει, ότι ο πόλεμος για την Ταιβάν και για τα αμφισβητούμενα νησιά της Θάλασσας της Ν. Κίνας είναι πια πιθανότερος, ενώ η Ρωσία θα εξετάσει ανάλογες κινήσεις – ενεργώντας συντονισμένα με την Κίνα. Ως βασική αιτία θεωρεί το ότι, οι Η.Π.Α. χτυπήθηκαν από μία μικρή αντάρτικη δύναμη και δεν μπόρεσαν καν να υποχωρήσουν σωστά – την ίδια στιγμή που οι Αμερικανοί Πολίτες είναι θυμωμένοι, κουρασμένοι και διχασμένοι από την πανδημία. Κλείνει λέγοντας πως κανένας δεν θα εμπιστεύεται πλέον τη χώρα του, μετά την ήττα του Αφγανιστάν – ότι κανένα κράτος δεν θα πιστεύει πως θα στηριχθεί από τις Η.Π.Α., μετά την εγκατάλειψη των Αφγανών που τις βοήθησαν, ενώ η καταστροφή στο Αφγανιστάν μόλις ξεκίνησε.

Σύμφωνα τώρα με έναν άλλο Αμερικανό, είναι γνωστό πως το Αφγανιστάν αποτελεί τη μεγαλύτερη στρατιωτική εμπλοκή των Η.Π.Α., διαρκείας είκοσι ετών – ενώ, όπως ακριβώς συνέβη με τον πόλεμο του Βιετνάμ που διήρκεσε 19,5 έτη, δεν υπήρξε ποτέ ένας θετικός στρατιωτικός στόχος νίκης, με την επίτευξη του οποίου θα μπορούσαν να αποχωρήσουν τα στρατεύματα. Με απλά λόγια, όπως εξήγησε ο συνταγματάρχης Prouty στο βιβλίο του (πηγή), καμία από τις έξι αμερικανικές διοικήσεις που επέβλεψαν τον πόλεμο του Βιετνάμ, δεν δήλωσε ποτέ έναν «θετικό αμερικανικό στόχο» – αλλά μόνο το ότι, δεν θα άφηναν τους «κομμουνιστές» να αναλάβουν την ηγεσία της χώρας.

Το γεγονός αυτό ασφαλώς δεν αποτελεί στρατιωτικό στόχο – όπως θα ήταν, για παράδειγμα, η κατάκτηση και κατοχή της χώρας από τις Η.Π.Α. Σε κάθε περίπτωση, στις 15 Αυγούστου η πρωτεύουσα του Αφγανιστάν έπεσε στα χέρια των Ταλιμπάν – οι οποίοι, ενώ στις 9 Ιουλίου έλεγχαν μόλις 90 περιοχές, στις 15 Αυγούστου κατάφεραν να έχουν υπό την κατοχή τους 345 (εικόνα)!

Συνεχίζοντας, στις 29 Φεβρουαρίου του 2020 η κυβέρνηση Trump υπέγραψε μία συμφωνία ειρήνης με τους Ταλιμπάν (πηγή) – στην οποία συμπεριλαμβανόταν αφενός μεν η απόσυρση όλων των στρατευμάτων των Η.Π.Α. και του ΝΑΤΟ από το Αφγανιστάν, αφετέρου η υπόσχεση των Ταλιμπάν να αντιταχθούν στην Al Qaeda στις ζώνες επιρροής τους, καθώς επίσης να διεξάγουν συνομιλίες με την επίσημη κυβέρνηση του Αφγανιστάν.  Η συμφωνία αυτή υποστηρίχθηκε επί πλέον από τη Ρωσία, την Κίνα και το Πακιστάν – ενώ εγκρίθηκε ομόφωνα από το Συμβούλιο Ασφαλείας του Ο.Η.Ε.

Στα πλαίσια αυτής της ειρηνευτικής συμφωνίας θα μειώνονταν τα στρατεύματα από 13.000 στους 8.600 στρατιώτες τον Ιούλιο του 2020 – ενώ θα ακολουθούσε η πλήρης αποχώρηση τους την 1η Μαΐου του 2021, εάν οι Ταλιμπάν σεβόντουσαν τις δεσμεύσεις τους. Η συμφωνία φαινόταν πολλά υποσχόμενη από την κυβέρνηση Trump – η οποία θεώρησε πως θα μπορούσε να συνεργασθεί με τους Ταλιμπάν για να διασφαλισθεί η ειρήνη και η σταθερότητα στο Αφγανιστάν, να αντιμετωπισθεί η Al Qaeda και να επιτραπεί στα αμερικανικά στρατεύματα να εγκαταλείψουν επιτέλους μία χώρα που είχαν καταλάβει, μετά από 20 χρόνια. Εν προκειμένω, ακόμη και ο αρχηγός του Γενικού Επιτελείου του Ηνωμένου Βασιλείου είχε δηλώσει τα εξής:

“Νομίζω ότι οι Ταλιμπάν δεν είναι η οργάνωση που ήταν κάποτε. Είναι ένας οργανισμός που έχει εξελιχθεί σημαντικά στα 20 χρόνια που βρισκόμαστε εκεί… Αναγνωρίζουν ότι χρειάζονται κάποια πολιτική νομιμότητα και δεν θα εκπλαγώ αν υπάρξει ένα σενάριο που στην πραγματικότητα δεν θα είναι τόσο κακό, όπως ίσως προβλέπουν ορισμένοι από τους αρνητές τους αυτή τη στιγμή” (πηγή).

Εν τούτοις, τίποτα δεν έχει λειτουργήσει όπως ήταν προγραμματισμένο και αναμενόμενο – γεγονός που δημιουργεί εύλογα πολλά ερωτήματα, σε κάποιον που δεν πιστεύει στις αρχικές δηλώσεις του πρώην στελέχους της CIA, ούτε στις ειδήσεις που «διασπείρονται» από τα ΜΜΕ. Ειδικότερα, η στρατιωτική δράση των Η.Π.Α. στο Αφγανιστάν τις τελευταίες εβδομάδες δεν δείχνει καμία σοβαρότητα, όσον αφορά την ομαλή αποχώρηση τους από τη χώρα – αντίθετα, η ανωμαλία που διαπιστώνεται, γίνεται με τον πλέον πομπώδη τρόπο που μπορεί να φαντασθεί κανείς.

Λογικά λοιπόν μία άλλη παρατηρητής της όλης διαδικασίας (C. Chung), υπενθυμίζει τις τακτικές που χρησιμοποιήθηκαν στο Βιετνάμ – σημειώνοντας πως θα ήταν πολύ ανόητος κανείς, για να υποθέσει πως δεν υπάρχει κανένα είδος μυστικής επιχείρησης, σε σχέση με τις ενέργειες των Η.Π.Α. Αναφέρει δε τις τακτικές που δρομολογήθηκαν κατά τη διάρκεια του πολέμου του Βιετνάμ – στο οποίο διεξάχθηκαν ψεύτικες μάχες από παραστρατιωτικές μονάδες, πλασματικές, με την ονομασία «Fun and games» (Διασκέδαση και παιχνίδια) από τη CIA.

Δηλαδή η CIA, χρησιμοποιώντας αυτήν την τακτική, πετύχαινε όχι μόνο να ξεγελάει τους αξιωματούχους που οργάνωνε την περιήγηση τους για να ενημερωθούν σε σχέση με όσα συνέβαιναν αλλά, πολύ περισσότερο, καθιστούσε ουσιαστικά αδύνατη τη διεξαγωγή ενός ακριβούς ρεπορτάζ για τις ειδήσεις – εάν υποθέσει κανείς πως υπήρχε ποτέ τέτοια πρόθεση εκ μέρους της. Με απλά λόγια, η μέθοδος «Διασκέδαση και παιχνίδια» επέτρεπε την παρουσίαση μίας κατάστασης κατά το δοκούν – ανάλογα με το τι απαιτούσε η (χειραγωγημένη) διαμόρφωση της δημόσιας και πολιτικής κοινής γνώμης, στις Η.Π.Α. και παγκοσμίως.

Προτείνει λοιπόν την ανάγνωση του άρθρου «Οι Η.Π.Α. τροφοδοτούν τον πόλεμο της Συρίας με νέες προμήθειες όπλων, στους τρομοκράτες της Al Qaeda», από τις 22 Ιουνίου του 2021 (πηγή) – το οποίο περιγράφει πώς η κυβέρνηση Biden στέλνει σήμερα νέα όπλα στην Al Qaeda, κυρίως στο Idlib της Συρίας που ελέγχουν πλήρως. Στο άρθρο αναγράφονται τα εξής:

“Το πεντάγωνο αγοράζει όπλα αξίας 2,8 δις $, για ζώνες συγκρούσεων σε ολόκληρο τον πλανήτη. Τα περισσότερα όπλα προορίζονται για τη Συρία. Μία σειρά προπαγανδιστικών βίντεο που δημοσιεύθηκαν στο Hayat Tahrir Al Sham (παλαιότερα γνωστό ως Al Nusra Front, το «υποκατάστημα» δηλαδή της Al Qaeda στη Συρία), δείχνουν πως οι τρομοκράτες προμηθεύονται ήδη εξελιγμένους αμερικανικούς αντιαρματικούς πυραύλους TOW”.

Εν προκειμένω, δεν πρέπει να αναρωτηθεί κανείς γιατί οι Η.Π.Α. ενθαρρύνουν την ανάπτυξη και την επιρροή της Al Qaeda, αλλά αντιτίθενται στην αντίστοιχη των Ταλιμπάν; Από την άλλη πλευρά, δεν είναι γνωστή η στήριξη της κυβέρνησης Biden στο βαθύ αμερικανικό κράτος; Στο στρατιωτικό-βιομηχανικό σύμπλεγμα που κερδίζει τεράστια ποσά από τους πολέμους ανά τον κόσμο, πουλώντας όπλα, συμμετέχοντας στη μετέπειτα ανοικοδόμηση κατεστραμμένων κρατών κοκ.; Τέλος, αφού έγινε γνωστό πως 12 αξιωματούχοι του State Department από την πρεσβεία των Η.Π.Α. στην Καμπούλ είχαν προειδοποιήσει έγκαιρα για το τι θα συνέβαινε (πηγή), γιατί δεν υπήρξε καμία αντίδραση;

Ο σκοτεινός ρόλος της Μ. Βρετανίας

Περαιτέρω, ο υπουργός αμύνης του Ηνωμένου Βασιλείου, προσπαθεί ενεργά να καλέσει τους συμμάχους του ΝΑΤΟ να συμμετάσχουν σε έναν στρατιωτικό συνασπισμό υπό την ηγεσία της Βρετανίας – με στόχο την εισβολή στο Αφγανιστάν, μετά την αναχώρηση των Η.Π.Α. (πηγή).  Στη συνέντευξη του από τις 9 Αυγούστου του 2021 αναφέρει τα εξής:

“Προσπάθησα να μιλήσω με τα κράτη του ΝΑΤΟ, αλλά δεν ενδιαφέρθηκαν… Δοκιμάσαμε σε μια σειρά από έθνη-ομοϊδεάτες. Μερικά είπαν ότι ήταν πρόθυμα, αλλά τα κοινοβούλιά τους δεν ήταν. Κατέστη πολύ γρήγορα φανερό πως χωρίς τις ΗΠΑ ως έθνος-πλαίσιο, οι συγκεκριμένες επιλογές δεν υπάρχουν…Όλοι μας στεναχωρηθήκαμε, από τον πρωθυπουργό (Μπόρις Τζόνσον) προς τα κάτω, παρά  το αίμα και τα χρήματα που είχαν δαπανηθεί, για το ότι κάτι τέτοιο τελείωσε με αυτόν τον τρόπο”.

Με δεδομένο τώρα το ότι, οι Βρετανοί πολιτικοί δεν είναι οι πλέον αξιόπιστοι στον πλανήτη, οφείλει να υπενθυμίσει κανείς πως οι πόλεμοι στο Ιράκ και στη Λιβύη (πηγή), βασίσθηκαν και οι δύο σε «μαγειρεμένα» στοιχεία των βρετανικών μυστικών υπηρεσιών – με τελικό αποτέλεσμα να κατηγορηθεί ο πρωθυπουργός της Βρετανίας (T. Blair) ως εγκληματίας πολέμου, λόγω του κεντρικού ρόλου του στην αποστολή βρετανικών και αμερικανικών στρατευμάτων, για τη διεξαγωγή ενός παράνομου πολέμου στο Ιράκ.

Η δίωξη του βέβαια ακυρώθηκε αργότερα από το ανώτατο δικαστήριο της χώρας του – με τον ισχυρισμό πως δεν υπάρχει τέτοιου είδους έγκλημα στο αγγλικό δίκαιο, βάσει του οποίου θα μπορούσε να κατηγορηθεί ένας πρωθυπουργός (πηγή). Με απλά λόγια, δεν υπάρχει νόμος κατά του να είναι κανείς εγκληματίας πολέμου στη Μ. Βρετανία – σημειώνοντας πως ο επικεφαλής της βρετανικής μυστικής υπηρεσίας (Μ16) ήταν αυτός που επέβλεψε και στήριξε τις δόλιες πληροφορίες για το Ιράκ, σύμφωνα με τις οποίες αγόραζε ουράνιο από το Νίγηρα, για να κατασκευάσει πυρηνικό όπλο.

Όσο για την εισβολή στη Λιβύη το 2011, διαπιστώθηκε επίσης ότι υποκινήθηκε παράνομα από τη Μ. Βρετανία – με βάση μία έκθεση που δημοσιεύθηκε από τη Βρετανική Επιτροπή Εξωτερικών Υποθέσεων το Σεπτέμβριο του 2016. Η επιτροπή αυτή, λόγω της απόφασης της οποίας αναγκάσθηκε να παραιτηθεί ο D. Cameron, κατέληξε στο εξής συμπέρασμα:

“Το Ηνωμένο Βασίλειο και η Γαλλία το Μάρτιο του 2011, οδήγησαν τη διεθνή κοινότητα να υποστηρίξει μία επέμβαση στη Λιβύη, για την προστασία αμάχων από τις δυνάμεις  που ήταν πιστές στον Καντάφι. Η επέμβαση όμως στη Λιβύη βασίσθηκε σε ψευδή στοιχεία της βρετανικής μυστικής υπηρεσίας που προωθήθηκαν απερίσκεπτα από τη βρετανική κυβέρνηση”.

Σε κάθε περίπτωση, τα ψεύτικα στοιχεία των Βρετανών ανάγκασαν τις Η.Π.Α. να αναμιχθούν και στους δύο παραπάνω πολέμους – ενώ η στάση των Βρετανών δεν ήταν ποτέ ειλικρινής ή εποικοδομητική στη Μέση Ανατολή. Επομένως πρέπει να είναι κανείς πολύ επιφυλακτικός για το ρόλο τους στην περίπτωση του Αφγανιστάν – ο οποίος δεν είναι ακόμη ξεκάθαρος.

Η Ρωσία και η Κίνα

Σε σχέση τώρα με τη Ρωσία, η κυβέρνηση της έχει ήδη συναντηθεί με εκπροσώπους των Ταλιμπάν – οι οποίοι προσκλήθηκαν στη Μόσχα στις 8 Ιουλίου, για μία διήμερη συζήτηση με τον υπουργό εξωτερικών. Μετά την πτώση δε της Καμπούλ, ο απεσταλμένος του προέδρου Putin για το Αφγανιστάν (Kabulov) δήλωσε πως υπήρχαν ελπίδες για εποικοδομητικές σχέσεις, μετά την απομάκρυνση του φιλικού προς τους Αμερικανούς προέδρου A. Ghani. Όπως ανέφερε ο Ρώσος, «Οι Ταλιμπάν μου φαίνονταν εδώ και πολύ καιρό πιο προετοιμασμένοι για διαπραγματεύσεις, από τη μαριονέτα της κυβέρνησης της Καμπούλ» (πηγή).

Σύμφωνα με τον Kabulov ο Ghani*, τον οποίο η ρωσική πρεσβεία κατηγόρησε πως αφαίρεσε μεγάλες ποσότητες μετρητών από τη χώρα αποχωρώντας, εξελέγη αμφίβολα (πήρε μόλις 1 εκ. ψήφους, σε σύνολο πληθυσμού περί τα 35 εκ.), κυβέρνησε άσχημα και τελείωσε τη θητεία του επαίσχυντα – ενώ αξίζει να οδηγηθεί στη Δικαιοσύνη και να λογοδοτήσει στο λαό του Αφγανιστάν. Πρόσθεσε δε πως δεν βιάζεται η Ρωσία να αναγνωρίσει τους Ταλιμπάν – περιμένοντας να δει πως θα συμπεριφερθεί το νέο καθεστώς.

Συνεχίζοντας, η Ρωσία είναι μέλος του Οργανισμού Συλλογικής Ασφάλειας και του Οργανισμού Συνεργασίας της Σαγκάης (SCO) – οργανισμών που δεσμεύουν τα κράτη μέλη τους, μεταξύ άλλων σε θέματα πολιτικής, οικονομίας και ασφάλειας. Ο SCO θεωρείται ευρέως ως η «συμμαχία της Ανατολής» – οπότε, με το Αφγανιστάν να ευρίσκεται σε ασταθές έδαφος, δεν θα πρέπει να προκαλεί απορία γιατί η Ρωσία επιθυμεί να συμμετάσχει σε άμεσες στρατηγικές συνομιλίες. Πόσο μάλλον με δεδομένο το ότι, η ασφάλεια στην περιοχή είναι υψίστης σημασίας για ολόκληρη την Ασία.

Από την άλλη πλευρά η Κίνα δεν έχει χάσει επίσης χρόνο, όσον αφορά τη δημιουργία σημαντικών δεσμών με το Αφγανιστάν, ευρισκόμενη ήδη σε διαπραγματεύσεις με τους Ταλιμπάν από το 2019 (πηγή) – σημειώνοντας πως έχει συνεργασθεί και με την απερχόμενη κυβέρνηση της χώρας, στην κατασκευή του αυτοκινητόδρομου Πεσαβάρ-Καμπούλ που θα συνδέει το Πακιστάν με το Αφγανιστάν, ως συμμετέχοντες στην πρωτοβουλία για το δρόμο του μεταξιού (χάρτης).

Το έργο αυτό έχει καθυστερήσει πολύ, λόγω της πρώην κυβέρνησης του Αφγανιστάν που συνεργαζόταν με τις Η.Π.Α. – ενώ η Κίνα κατασκευάζει έναν ακόμη πολύ σημαντικό δρόμο στο διάδρομο Wakhan που θα συνδέει τη δυτικότερη επαρχία της Xinjiang με το Αφγανιστάν (χάρτης). Προφανώς για να έχουν επιτυχία όλα αυτά θα πρέπει να εξασφαλισθεί η σταθερότητα και η ασφάλεια του Αφγανιστάν – ενώ μόλις πριν από λίγες εβδομάδες ο εκπρόσωπος των Ταλιμπάν είπε τα εξής: «Η Κίνα είναι μία φιλική χώρα και την καλωσορίζουμε, όσον αφορά την ανοικοδόμηση και την ανάπτυξη του Αφγανιστάν….εάν οι Κινέζοι διενεργήσουν επενδύσεις, φυσικά θα εγγυηθούμε την ασφάλεια τους».

Τέλος, όταν στις 28 Ιουλίου του 2021 οι εκπρόσωποι των Ταλιμπάν συναντήθηκαν με Κινέζους αξιωματούχους, ο Κινέζος υπουργός εξωτερικών δήλωσε τα εξής: «Οι Ταλιμπάν είναι μία κεντρική στρατιωτική και πολιτική δύναμη στο Αφγανιστάν. Θα διαδραματίσουν σημαντικό ρόλο στη διαδικασία ειρήνης στη χώρα τους, συμφιλίωσης και ανοικοδόμησης» (πηγή). Η δήλωση αυτή αποτελεί ένα σαφές μήνυμα, σύμφωνα με το οποίο όσο οι Ταλιμπάν θα υπερασπίζονται το Αφγανιστάν ενάντια σε τρομοκρατικές ομάδες και θα συμβάλλουν στη σταθερότητα στην περιοχή, θα συνεχίσουν να έχουν θέση στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων.

Επίλογος

Ολοκληρώνοντας, με την ονομασία Ταλιμπάν, δηλαδή σπουδαστές του κινήματος της ισλαμικής γνώσης, χαρακτηρίζεται το πολιτικό θρησκευτικό κίνημα που κυβέρνησε το Αφγανιστάν από το 1996 έως το 2001 – ενώ εκδιώχθηκε βίαια από τις Η.Π.Α. το Δεκέμβριο του 2001, λόγω των γεγονότων της 11ης Σεπτέμβρη και της σχέσης τους με την Al Qaeda που θεωρήθηκε ως η αποκλειστικά υπεύθυνη για τις επιθέσεις στους δίδυμους πύργους.

Σήμερα όμως η Al Qaeda έχει τον πλήρη έλεγχο της επαρχίας Idlib της Συρίας όπως έχουμε ήδη αναφέρει και μοιράζεται τα σύνορα με την Τουρκία – όπου δεν αποτελεί μυστικό το ότι, η Τουρκία βοηθάει στον εξοπλισμό της τρομοκρατικής οργάνωσης,  με την υποστήριξη των Η.Π.Α. (πηγή). Είναι δε γνωστή η θολή σχέση της CIA με το Πεντάγωνο, πολύ συχνά χωρίς τη συμφωνία του εκάστοτε προέδρου των Η.Π.Α. – όπως έχει τεκμηριωθεί από την εποχή του Trump που ήθελε να αποσυρθούν οι Αμερικανοί από τη Συρία και ασφαλώς να πάψει να στηρίζεται η Al Qaeda. Όπως είχε αναφέρει άλλωστε το 2017 το BBC, «Ο Trump τερματίζει το πρόγραμμα εξοπλισμού της CIA για τους αντάρτες» (πηγή, τελικά μάλλον δεν το τερμάτισε, αλλά τον τερμάτισαν).

Idlib (κόκκινη επιφάνεια μεταξύ της Συρίας και της Τουρκίας)

Εάν τώρα η κυβέρνηση Biden, συνεχιστής του «Obama-Clinton-βαθέως κράτους» επέστρεψε στις προηγούμενες μεθόδους χρηματοδότησης και εξοπλισμού της Al Qaeda ανοιχτά, γιατί υπάρχει αυτή η πανικόβλητη ταραχή στις δυτικές ειδήσεις για την άνοδο των Ταλιμπάν στην εξουσία; Ακόμη περισσότερο, εάν η Ρωσία και η Κίνα, ενδεχομένως και το Ιράν που θεωρούταν ως ο μεγαλύτερος εχθρός των Ταλιμπάν, τους αντιμετωπίζουν ως συνεργάσιμους, όσον αφορά την ειρήνη και τη σταθερότητα στην περιοχή, γιατί να μην αποφασίσουν αυτοί πώς θα συμπεριφερθούν μαζί τους;

Μόνο τότε δεν θα αποφευγόταν η μαζική μετανάστευση στην Ευρώπη και αλλού, την οποία αναφέρουν όλα τα δυτικά ΜΜΕ ως το μεγάλο φόβο της Δύσης; Τι κρύβεται πίσω από την «πομπώδη» απομάκρυνση των αμερικανικών στρατευμάτων από το Αφγανιστάν και τη ραγδαία ανάκτηση της χώρας από τους Ταλιμπάν; Μήπως η παράδοση της περιοχής στην Al Qaeda  από τους Αμερικανούς; Δύσκολα ερωτήματα, στα οποία δεν υπάρχουν εύκολες απαντήσεις – ενώ σίγουρα δεν είναι τίποτα όπως φαίνεται επιφανειακά.

*Βιογραφικό του Ghani: Γεννήθηκε στο Αφγανιστάν αλλά σπούδασε στο εξωτερικό. Έχει διδακτορικό από την Κολούμπια και συμπληρωματική εκπαίδευση στο Χάρβαρντ και στο Στάνφορντ. Δίδαξε στο Μπέρκλεϊ και στο Τζονς Χόπκινς – πριν από την κατοχή θέσεων στην Παγκόσμια Τράπεζα και τον ΟΗΕ, πριν από τον πόλεμο στο Αφγανιστάν. Ο Ghani υπηρέτησε ως επικεφαλής σύμβουλος του προέδρου και του υπουργού Οικονομικών της χώρας, πριν αναλάβει την προεδρία  – ενώ και οι δύο εκλογές του πυροδότησαν καταγγελίες για εκλογικές παρατυπίες. Είναι επίσης ο συγγραφέας του βιβλίου Fixing Failed States, που εκδόθηκε από την Oxford Press. Ο Ghani είναι ίσως πιο γνωστός τώρα ως ένας άνθρωπος που εγκατέλειψε το προεδρικό του παλάτι με 169 εκατομμύρια δολάρια (πηγή). Ακόμη και πριν από την επίσημη άρνηση του πρώην προέδρου (πηγή), ανεξάρτητα από το τι συνέβη πραγματικά όταν ο Ghani έφυγε από την Καμπούλ, υπάρχει μια αλήθεια στην εικόνα του αποτυχημένου ηγέτη που κλέβει από τον Αφγανικό λαό.


Τα άρθρα που δημοσιεύονται στην ιστοσελίδα μας εκφράζουν αποκλειστικά τους συγγραφείς τους. Η ιστοσελίδα μας δεν λογοκρίνει τις γνώμες των συνεργατών της.

Συντάξτε την άποψή σας

Σχόλια

Don`t copy text!