Η ανάγκη ενός νέου μοντέλου ανάπτυξης – Σελίδα 2 – The Analyst
ΜΑΚΡΟ-ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΑΝΑΛΥΣΕΙΣ

Η ανάγκη ενός νέου μοντέλου ανάπτυξης

.

Το δεύτερο μοντέλο ανάπτυξης

Η Ρωσία, η Πολωνία, η Ουγγαρία και η Ελλάδα εφαρμόζουν το δεύτερο μοντέλο, «τη συναίνεση της Ουάσιγκτον», το οποίο δεν είναι καθόλου επιτυχημένο εάν ένα κράτος δεν έχει ήδη μία ανταγωνιστική βιομηχανία – κάτι που διαπιστώνεται με το χειρότερο δυνατό τρόπο στη χώρα μας, η οποία ως μέλος της ΕΕ και της Ευρωζώνης δεν είναι σε θέση να κλείσει τα σύνορα της για κάποια χρόνια, έτσι ώστε να δημιουργήσει μία βιομηχανία ικανή να ανταγωνισθεί τις άλλες. Μπορεί λοιπόν να κατηγορείται συλλήβδην πως δεν παράγει τίποτα, αλλά κανένας δεν εξετάζει τις αιτίες – προτιμώντας την εύκολη λύση της επίρριψης των ευθυνών στους Πολίτες και επιχειρηματίες της.

Συνεχίζοντας, η είσοδος στην ΕΕ χωρών όπως η Πολωνία, η Ελλάδα, η Ρουμανία και η Βουλγαρία, με την άμεση απελευθέρωση του εμπορίου και των κεφαλαιακών ροών, χωρίς να διαθέτουν επιχειρήσεις ικανές να ανταπεξέλθουν με το διεθνή ανταγωνισμό, ήταν σαν να τις ρίχνει κανείς στη θάλασσα χωρίς να γνωρίζουν κολύμπι.

Με απλά λόγια, από τα κράτη αυτά έλειψε η φάση του προστατευτισμού και της κρατικής βιομηχανικής πολιτικής – οπότε οι νεαρές επιχειρήσεις δεν είχαν καμία δυνατότητα να γίνουν μεγάλες και ισχυρές. Όσον αφορά τα πολυσυζητημένα εμβάσματα από τις Βρυξέλλες, τα διάφορα πακέτα χρηματοδότησης δηλαδή, δεν μπορούσαν να αλλάξουν απολύτως τίποτα – ενώ οι Πολίτες των παραπάνω χωρών δυστυχώς τα σπαταλούσαν, αντιλαμβανόμενοι ενδόμυχα πως δεν ήταν σε θέση να τα επενδύσουν με θετικές μελλοντικές προοπτικές.

Έτσι οδηγήθηκε η Ελλάδα στην παγίδα της υπερχρέωσης, με τελική κατάληξη τη χρεοκοπία της – κάτι που ασφαλώς μπορούσαν να προβλέψουν οι ήδη επιτυχημένες βιομηχανικές χώρες του Βορά. Λογικά επομένως υπάρχουν υποψίες πως το έκαναν εσκεμμένα, με στόχο τη μετατροπή των αδυνάτων κρατών σε ιδιόκτητες αποικίες τους – με φθηνό, εξαθλιωμένο και άβουλο εργατικό δυναμικό των δικών τους βιομηχανιών, για να ανταγωνίζονται τα ασιατικά κράτη.

Σε κάθε περίπτωση, καμία χώρα δεν έχει οδηγηθεί στην κορυφή της παγκόσμιας οικονομίας με το ελεύθερο εμπόριο – παρά το ότι γίνεται προσπάθεια να πεισθούν οι άνθρωποι ότι, η ευημερία των πλούσιων κρατών είναι το αποτέλεσμα του ελεύθερου ανταγωνισμού και των ανοιχτών αγορών (πηγή: Studwell). Η αλήθεια, τεκμηριωμένη από την οικονομική ιστορία είναι πως «κάθε οικονομικά επιτυχημένη χώρα, κατά τη διάρκεια του σχηματισμού της, στα πρώτα βήματα της βιομηχανίας της, είχε υιοθετήσει τον προστατευτισμό». Έχουμε δε αναφέρει στο παρελθόν τα εξής:

Χώρες όπως η Μ. Βρετανία, οι Η.Π.Α., η Γαλλία και η Γερμανία εφάρμοσαν την ίδια συνταγή με την Κίνα, στις πρώτες δεκαετίες της βιομηχανοποίησης τους – ήταν δηλαδή προστατευτικές, διατηρώντας κλειστά τα σύνορα και τις αγορές τους έως ότου οι βιομηχανίες τους ήταν σε θέση να ανταγωνιστούν τις ξένες. Το ότι σήμερα τάσσονται υπέρ του ελευθέρου εμπορίου, δεν σημαίνει τίποτα – αφού έχουν ήδη ανεπτυγμένο βιομηχανικό τομέα και ευημερούν, ενώ ο προστατευτισμός θα τους προκαλούσε μεγάλες ζημίες στις εξαγωγές.

Οι βασικότεροι οπαδοί του προστατευτισμού τώρα στο ξεκίνημα της καπιταλιστικής διαδικασίας ήταν ο A. Hamilton (1755-1804), ένας από τους ιδρυτές των Η.Π.Α. και πρώτος υπουργός οικονομικών τους, καθώς επίσης ο Γερμανός F. List – ο οποίος ήταν υπέρ των «εκπαιδευτικών δασμών» όπως τους ονόμαζε, με στόχο την «εκμάθηση» της βιομηχανίας (ανάλυση).

Και οι δύο τασσόταν βέβαια υπέρ του ελευθέρου εμπορίου, αλλά όχι πριν οι χώρες τους ήταν κατάλληλα προετοιμασμένες – ενώ σήμερα ο πρόεδρος Trump προωθεί κάτι ανάλογο, ακριβώς επειδή η αμερικανική βιομηχανία δεν είναι σε θέση να ανταγωνιστεί τις άλλες χώρες, όπως τη Γερμανία ή την Κίνα, εάν προηγουμένως δεν προστατευθεί για να αναπτυχθεί.

Μπορεί λοιπόν η καγκελάριος να τον κατηγορεί για προστατευτισμό, όπως επίσης ο πρόεδρος της Κίνας, αλλά αυτή είναι η μοναδική δυνατότητα επαναβιομηχανοποίησης των Η.Π.Α. και ισοσκέλισης του εξαιρετικά ελλειμματικού εμπορικού ισοζυγίου τους – σε συνδυασμό βέβαια με την υποτίμηση του δολαρίου (φωτογραφία) που βοηθάει στην ανάκτηση της αμερικανικής ανταγωνιστικότητας και τις φορολογικές μεταρρυθμίσεις“.

Το τρίτο μοντέλο ανάπτυξης

Το τρίτο μοντέλο τώρα έχει υιοθετηθεί από φορολογικούς παραδείσους, ενώ είναι επίσης εξαιρετικά επιτυχημένο – όπως φαίνεται από τις βασικές χώρες που το εφαρμόζουν στον πίνακα. Εν τούτοις, δεν πρόκειται για αυτόνομα κράτη, όσον αφορά ορισμένα από αυτά όπως το Λουξεμβούργο ή η Σιγκαπούρη, με την έννοια πως ευημερούν εις βάρος των βιομηχανικών χωρών – «παρασιτικά» κατά κάποιον τρόπο.

Ως εκ τούτου το μοντέλο τους δεν μπορεί να εφαρμοσθεί από υποανάπτυκτες οικονομίες, οι οποίες θέλουν να αναπτυχθούν γρήγορα – οπότε πολύ δύσκολα θα χρησιμοποιούνταν ως πρότυπο. Φυσικά όλες οι χώρες θα ήθελαν να έχουν ισχυρές τράπεζες, διεθνείς συμβουλευτικές εταιρείες ή μεγάλα δικηγορικά γραφεία – χωρίς όμως έναν δυναμικό μεταποιητικό τομέα, στον οποίο να στηρίζονται, οι υπηρεσίες αυτές δεν μπορούν να δημιουργηθούν.

Η Ελλάδα

Το σωστό μοντέλο ανάπτυξης της Ελλάδας θα έπρεπε να στηριχθεί εν πρώτοις στον πρωτογενή τομέα και στη γεωργία – όπου το καλύτερο πρότυπο για να αντιγράψει είναι αυτό της Νέας Ζηλανδίας, όπως έχουμε ήδη αναφέρει στο παρελθόν. Υπενθυμίζουμε τα εξής:

«H Νέα Ζηλανδία, παρά την τεράστια σημασία που δίνει στη γεωργία, διακρίνεται για το χαμηλότερο ποσοστό στήριξης των αγροτών της στις χώρες του ΟΟΣΑ – με 1% επί της συνολικής αξίας της αγροτικής παραγωγής, έναντι μέσου όρου 18%. Εκτός αυτού η χώρα, παρά το ότι συμμετέχει μόλις με 2% στην παγκόσμια παραγωγή γάλακτος, κατέχει το εντυπωσιακό 20% στις διεθνείς εξαγωγές (2005) – ενώ, αν και τα προϊόντα της πρωτογενούς παραγωγής της έχουν αξία 7 δις €, εξάγει μεταποιημένα αγαθά από τα προϊόντα αυτά αξίας 23 δις €“.

Αντίθετα η Ελλάδα, η τρίτη μεγαλύτερη χώρα στον πλανήτη όσον αφορά την παραγωγή ελαιόλαδου, έχει αξία πρωτογενούς παραγωγής περί τα 11 δις € (γράφημα), εξάγοντας όμως τρόφιμα μόνο 5 δις € (η Ολλανδία παράγει 29 δις € και εξάγει 101 δις)  – ενώ καλύπτει το 15% των αναγκών στον τουρισμό, όταν η Ιταλία το 75%. Εάν λοιπόν η Ελλάδα λειτουργούσε όπως η Νέα Ζηλανδία, θα μπορούσε να εξάγει μεταποιημένα προϊόντα υπερτριπλάσια της παραγωγής της – άρα πάνω από 30 δις € αυξάνοντας το ΑΕΠ της κατά 25 δις € και δημιουργώντας 500.000 θέσεις εργασίας (μία ανά 50.000 € ετήσιο ΑΕΠ).

Εάν δε κάλυπτε τις ανάγκες της στον τουρισμό όπως η Ιταλία, θα αναπτυσσόταν ακόμη περισσότερο – πόσο μάλλον εάν αύξανε την πρωτογενή της παραγωγή, διαθέτοντας τεράστια ποιοτικά πλεονεκτήματα και πάρα πολλές δυνατότητες (βότανα για τη βιομηχανία καλλυντικών, μαστίχα για οδοντόπαστες κλπ.). Με δεδομένο δε το συνεχώς αυξανόμενο μερίδιο του ελαιολάδου στην παγκόσμια αγορά, καθώς επίσης τα άλλα προϊόντα που χρησιμοποιείται ως πρώτη ύλη (σαπούνι, καλλυντικά, φάρμακα), η Ελλάδα θα μπορούσε να πετύχει θαύματα μόνο από το συγκεκριμένο προϊόν – όπως επίσης από πάρα πολλά άλλα, τα οποία βοηθούνται από το κλίμα και τα εδάφη της.

Οφείλουμε πάντως να σημειώσουμε πως η επιτυχία του αγροτικού τομέα σε πολλές χώρες, όπως στην Ολλανδία, στη Δανία, στη Ν. Ζηλανδία κλπ., στηρίζεται στη συνεταιριστική οργάνωση του – όπου μέτοχοι  της ιδιωτικής εταιρείας που δημιουργείται είναι οι παραγωγοί και ιδιώτες (σύμπραξη).

Παράλληλα, το μοντέλο ανάπτυξης της Ελλάδας θα έπρεπε να στηριχθεί στο δεύτερο πυλώνα της οικονομίας της, στον τουρισμό που όμως οφείλει να είναι ποιοτικός – κάτι που δεν συμβαίνει, αφού αυξάνεται μεν συνεχώς ο αριθμός των αφίξεων, αλλά μειώνεται η κατά κεφαλήν δαπάνη, με αποτέλεσμα να καταστρέφονται χωρίς λόγο οι υποδομές μας.

Επί πλέον στον τρίτο πυλώνα, στη ναυτιλία (ανάλυση), όπου δεν χρειάζεται κανένα πρότυπο αφού ευρίσκεται ήδη στην κορυφή – με απώτερο στόχο όμως όλοι αυτοί οι πυλώνες να στηρίξουν τη βιομηχανοποίηση της χώρας, η οποία είναι απολύτως απαραίτητη για να μην εξαρτάται από κανέναν, συμπεριλαμβανομένης της υψηλής τεχνολογίας.

Επίλογος

Ολοκληρώνοντας, τουλάχιστον από πολιτικής οργανωτικής και βιομηχανικής πλευράς, το πρότυπο της Ελλάδας θα έπρεπε να είναι η Ελβετία – τόσο όσον αφορά την άμεση δημοκρατία, όσο και το διαχωρισμό της σε ομοσπονδιακά κρατίδια (ανάλυση), μέσω των οποίων καταπολεμάται σε μεγάλο βαθμό η πολιτική διαφθορά (αφού περιορίζεται η σημασία της κεντρικής διοίκησης, υπεύθυνης για τα περισσότερα δεινά της πατρίδας μας).

Δεν πρέπει δε να ξεχνάμε ότι οι υπηρεσίες, στις οποίες διαπρέπει η Ελβετία, βασίζονται στην ισχυρότατη βιομηχανία της – στην οποία οφείλει ουσιαστικά το εξαίρετο όνομα της, καθώς επίσης την πρώτη θέση της παγκοσμίως, όσον αφορά την ανταγωνιστικότητα της. Αυτό ακριβώς θα έπρεπε να επιδιώξει η Ελλάδα – η οποία, από πάρα πολλές πλευρές (φυσικός πλούτος, υπέδαφος κλπ.), διαθέτει αρκετά μεγαλύτερες δυνατότητες από την Ελβετία


Τα άρθρα που δημοσιεύονται στην ιστοσελίδα μας εκφράζουν αποκλειστικά τους συγγραφείς τους. Η ιστοσελίδα μας δεν λογοκρίνει τις γνώμες των συνεργατών της.

Συντάξτε την άποψή σας

Σχόλια

Don`t copy text!