Site icon The Analyst

Οικονομία, το παγκόσμιο Υπερόπλο

.

Μία συνοπτική παρουσίαση του πολύπλοκου χρηματοπιστωτικού συστήματος που κυριαρχεί στον πλανήτη, έτσι όπως αναλύθηκε σε πρόσφατη διάλεξη – από την οποία διαπιστώνεται πως τα οικονομικά όπλα είναι εξαιρετικά ισχυρά, εξασφαλίζοντας σχετικά εύκολα την κατοχή μίας χώρας εάν δεν έχει προσέξει την οικονομική άμυνα της. 

.

Αποτελείται από 4 σελίδες

Διάλεξη

Εισαγωγικά, η οικονομία αποτελούσε ανέκαθεν έναν ισχυρό επεκτατικό μηχανισμό για τις διάφορες χώρες. Στο παρελθόν όμως είχε σημαντικά λιγότερα όπλα από ότι σήμερα, με βασικότερο το μερκαντιλισμό. Επιγραμματικά πρόκειται εδώ για μία κεντρική, συστηματική οικονομική πολιτική, όπου τα δημόσια έσοδα είναι απαραίτητα για τη συντήρηση της πολυέξοδης κρατικής μηχανής, καθώς επίσης της επεκτατικής πολιτικής. Τα βασικά χαρακτηριστικά του μερκαντιλισμού ήταν τότε τα εξής:

(α) η αύξηση της εξαγωγής προϊόντων (β) η μείωση των εισαγωγών (γ) η κατασκευή «ισχυρού στόλου» για τη μεταφορά των προϊόντων και για την αποφυγή τυχόν πολεμικών συγκρούσεων (δ) η δημιουργία οδικού δικτύου και (ε) η ίδρυση αποικιών, σε συνεργασία με τις ισχυρές βιομηχανικές και εμπορικές επιχειρήσεις της «επιτιθέμενης» χώρας, όπου οι αποικίες θα έπρεπε να μένουν σε απόλυτη εξάρτηση από τη μητρόπολη.

Όσον αφορά τώρα τα μέτρα που λαμβάνει μία χώρα για να επιτύχει τους δύο πρώτους στόχους της, την αύξηση των εξαγωγών δηλαδή με την ταυτόχρονη μείωση των εισαγωγών, είναι τα παρακάτω:

(α) Η μη αναγκαία, ανταγωνιστική υποτίμηση του εθνικού νομίσματος που παρατηρείται σε περιόδους συναλλαγματικών πολέμων.

(β)  Η μη αναγκαία εσωτερική υποτίμηση, όταν η χώρα συμμετέχει σε μία νομισματική ένωση σαν την Ευρωζώνη μη διαθέτοντας το δικό της νόμισμα,  όπως είναι η μείωση των ονομαστικών μισθών ή/και η μη αύξηση τους ανάλογα με την παραγωγικότητα των εργαζομένων.

(γ)  Τα λοιπά μέτρα μείωσης των εισαγωγών, όπως οι δασμοί ή οι ποσοστώσεις – ή/και αύξησης των εξαγωγών, όπως είναι οι κρατικές επιδοτήσεις.

(δ)  Η χειραγώγηση των συναλλαγματικών ισοτιμιών, όπως με την αγορά ξένων νομισμάτων με στόχο την ανατίμηση τους μέσω της αυξημένης ζήτησης, καθώς επίσης τα πιο λεπτά μέτρα. Για παράδειγμα η φορολογική πολιτική, η προσέλκυση ξένων επενδύσεων, ο επενδυτικός ανταγωνισμός των περιοχών/πόλεων μεταξύ τους κοκ.

Σε γενικές γραμμές λοιπόν το βασικότερο οικονομικό όπλο ήταν και συνεχίζει να είναι σε κάποιο βαθμό το νόμισμα. Δεν χρησιμοποιείται όμως μόνο εάν μία χώρα υιοθετεί την πολιτική του μερκαντιλισμού αλλά, επίσης, όταν έχει ελλείμματα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών της (ως αποτέλεσμα της απώλειας της ανταγωνιστικότητας της και θέλει να τα ισοσκελίσει), εάν επιθυμεί να αυξήσει τα πλεονάσματα της, όταν προσπαθεί να ξεφύγει από μία ύφεση, στην οποία έχει βυθιστεί, εις βάρος των εμπορικών της εταίρων κοκ.

Ξεκινώντας τώρα από την εποχή πριν το κραχ του 1929 η βασική αιτία του ήταν η συνηθισμένη: η δημιουργία μίας φούσκας αποτιμήσεων και το σπάσιμο της. Η εξέλιξη μίας τέτοιας διαδικασίας, η οποία συμβαίνει ξανά και ξανά, είναι η εξής:

(α) Οι επενδυτές, στο ξεκίνημα ενός οικονομικού κύκλου που ακολουθεί το τέλος μίας ύφεσης, επιλέγουν μία εξασφαλισμένη χρηματοδότηση – μία σίγουρη δηλαδή τοποθέτηση των χρημάτων τους. Τα έσοδα τώρα της επένδυσης αυτής, είναι συνήθως αρκετά για την αποπληρωμή των δανείων, τα οποία παρέχουν.

(β) Στα μέσα ενός οικονομικού κύκλου, όπου η ανάπτυξη της οικονομίας δεν είναι πολύ μεγάλη, αλλά σταθερή, είναι ακόμη αποδοτικές οι χρηματοδοτήσεις – αν και θεωρούνται μάλλον κερδοσκοπικές. Η αιτία είναι το ότι, τα έσοδα φτάνουν για να καλύψουν μόνο τους τόκους των οφειλών – ενώ οι δόσεις, το κεφάλαιο δηλαδή, εξοφλείται με τη σύναψη νέων δανείων, τα οποία αντικαθιστούν ουσιαστικά τα παλαιότερα (όπως συμβαίνει μέχρι σήμερα, με τα ομόλογα που εκδίδουν τα κράτη, με τα οποία δεν εξοφλούν αλλά ανακυκλώνουν τα χρέη τους).

(γ) Στο τέλος ενός οικονομικού κύκλου, οι επενδυτές οδηγούνται σε ένα άκρως κερδοσκοπικό σύστημα «χάρτινου πύργου» (Ponzi scheme). Δηλαδή, με τα νέα δάνεια δεν ανανεώνονται ουσιαστικά μόνο οι δόσεις (χρεολύσια), αλλά και οι τόκοι. Παραδόξως δε οι επενδυτές συνεχίζουν να πιστεύουν πως τα έσοδα από τις επενδύσεις, για τις οποίες χρησιμοποιούνται τα δικά τους κεφάλαια, θα φτάσουν τελικά για την εξυπηρέτηση των δανείων τους.

Στα πλαίσια αυτά, η οικονομία γίνεται συνεχώς πιο ασθενής και πολύ περισσότερο ευάλωτη, έως εκείνη τη χρονική στιγμή όπου, η «πιστωτική φούσκα» εκρήγνυται, ξεσπάει η χρηματοπιστωτική κρίση και ο οικονομικός κύκλος τελειώνει με την αυτοκαταστροφή του.

Αυτό συνέβη το 1929, με αποτέλεσμα να ξεσπάσει μία μεγάλη κρίση. Όταν συμβαίνει κάτι τέτοιο, τα κράτη προσπαθούν να λύσουν τα προβλήματα τους εις βάρος των άλλων, με τη γνωστή μέθοδο του μερκαντιλισμού. Εν τούτοις εκείνη την εποχή ίσχυε ο κανόνας του χρυσού, όπου όλα τα νομίσματα που εκδίδονταν όφειλαν να έχουν αντίκρισμα σε χρυσό, σε μία καθορισμένη τιμή του μετάλλου. Επομένως δεν μπορούσαν να υποτιμηθούν, ενώ οι εργαζόμενοι δεν αποδέχονταν την ονομαστική μείωση των μισθών τους, την εσωτερική υποτίμηση δηλαδή, η οποία είναι άλλωστε γενικότερα προβληματική.

Έτσι άρχισαν το ένα μετά το άλλο, να εγκαταλείπουν τον κανόνα του χρυσού, για να υποτιμήσουν τα νομίσματα τους και να καταπολεμήσουν την κρίση εις βάρος των υπολοίπων. Ξέσπασε λοιπόν ένας μεγάλος νομισματικός πόλεμος, με συνεχείς υποτιμήσεις που έχουν όμως το μειονέκτημα να αυξάνουν τα εξωτερικά χρέη σε συνάλλαγμα σε όρους εγχωρίου νομίσματος, ο οποίος συνοδεύθηκε από έναν εμπορικό πόλεμο (επιβολή δασμών κλπ.), που αποτελεί ένα ακόμη οικονομικό όπλο. Στο τέλος, όπως συνήθως συμβαίνει, ακολούθησε ο συμβατικός 2ος Παγκόσμιος Πόλεμος, με αιτία τη Γερμανία που αφενός μεν δεν ήθελε να πληρώσει τα χρέη της από τον 1ο Παγκόσμιο Πόλεμο, αφετέρου αποφάσισε να επιλύσει τα προβλήματα της (ανεργία κλπ.) με την παραγωγή στρατιωτικού εξοπλισμού που φυσικά έπρεπε να καταναλώνεται.

Πρέπει να σημειώσουμε εδώ πως την εποχή πριν από το 2ο ΠΠ το ισχυρότερο νόμισμα, το παγκόσμιο αποθεματικό και συναλλακτικό νόμισμα, ήταν η βρετανική στερλίνα. Αποθεματικό νόμισμα σημαίνει πως οι κεντρικές τράπεζες το διατηρούν στα συναλλαγματικά τους αποθέματα μαζί με το χρυσό, ενώ συναλλακτικό σημαίνει πως οι διεθνείς συναλλαγές διενεργούνται κυρίως με το συγκεκριμένο νόμισμα. Ιστορικά το πρώτο παγκόσμιο αποθεματικό νόμισμα ήταν το κινεζικό, μετά το ελληνικό, αργότερα της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και στο τέλος της Βυζαντινής – ενώ στα νεώτερα χρόνια προηγήθηκε η Πορτογαλία, την οποία διαδέχθηκαν η Ισπανία, η Ολλανδία, η Γαλλία, η Μ. Βρετανία και σήμερα οι Η.Π.Α.

Συνεχίζοντας, μετά το τέλος του 2ου ΠΠ ακολούθησε η συνδιάσκεψη του Bretton Woods, η οποία αφορούσε την ανοικοδόμηση του οικονομικού συστήματος. Ο κινητήριος μοχλός της συμφωνίας αυτής, μία από τις βασικές προτεραιότητες της οποίας ήταν η υιοθέτηση του κανόνα του χρυσού για το δολάριο, δηλαδή η σύνδεση της τιμής του με το χρυσό καθώς επίσης η σύνδεση όλων των άλλων νομισμάτων με το δολάριο, άρα έμμεσα με το χρυσό, ήταν η Μ. Βρετανία και όχι οι Η.Π.Α., όπως λανθασμένα αναφέρεται από πολλούς.

Η αιτία ήταν ουσιαστικά το ότι, η Μ. Βρετανία είχε χρεοκοπήσει τα τελευταία χρόνια της διεξαγωγής του 2ου Παγκοσμίου Πολέμου, οπότε δεν θα μπορούσε να επιβιώσει, χωρίς τη στήριξη των Η.Π.Α. Εκείνη την εποχή, το 70% των αποθεμάτων χρυσού της Βρετανίας είχαν δοθεί ως εγγύηση των δανείων της από τις Η.Π.Α., ευρισκόμενα στο θησαυροφυλάκιο του Fort Knox.

Το ΔΝΤ, όπως επίσης η Παγκόσμια Τράπεζα που ιδρύθηκε την ίδια εποχή, ήταν ουσιαστικά τα «παράπλευρα προϊόντα» της διάσκεψης – οι ειδικές μορφές οργάνωσης στα πλαίσια του ΟΗΕ. Συνοψίζοντας τα εξής:

(α) Η περίοδος του κανόνα του χρυσού

Με βάση τον κανόνα του χρυσού, ολόκληρη η ποσότητα των χρημάτων που «εξέδιδε» μία χώρα, είχε αντίκρισμα το πολύτιμο μέταλλο – απέναντι στο οποίο διαμορφωνόταν η διεθνής ισοτιμία του νομίσματος της (ή άλλα νομίσματα με αντίκρισμα σε χρυσό, τα οποία είχε στα συναλλαγματικά της αποθέματα).

Αυτό σήμαινε ότι εάν, για παράδειγμα, το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών της χώρας Α ήταν «χρόνια» ελλειμματικό, απέναντι στη χώρα Β, τότε η χώρα Α υποχρεωνόταν κάποια στιγμή να παραδώσει χρυσό στη χώρα Β – εξοφλώντας τα χρέη της (εξαργυρώνοντας τα δικά της χαρτονομίσματα), τα οποία είχαν συγκεντρωθεί στη χώρα Β.

Απλουστευμένα, το αποτέλεσμα της όλης αυτής διαδικασίας ήταν αφενός μεν να υποτιμάται το νόμισμα της χώρας Α (αφού ο χρυσός της περιοριζόταν ή/και τα χαρτονομίσματα αυξανόταν), καθώς επίσης να ανατιμάται το νόμισμα της χώρας Β (αφού ο χρυσός της αυξανόταν ή/και τα χαρτονομίσματα παρέμεναν σταθερά).

Κατ’ επακόλουθο, επειδή ο σκοπός δεν ήταν φυσικά ο μηδενισμός των αποθεμάτων χρυσού, η χώρα Α μείωνε «καταναγκαστικά» τις εισαγωγές της από τη χώρα Β (λόγω αύξησης των τιμών), ενώ διευκολυνόταν οι εξαγωγές της (λόγω της μείωσης των τιμών των προϊόντων της) – οπότε, κάποια στιγμή, ισοσκελιζόταν το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών της χώρας Α, όπως επίσης της χώρας Β (για την οποία ίσχυαν τα ακριβώς αντίθετα).

Με αυτόν τον τρόπο διορθώνονταν οι ασυμμετρίες και έπαυαν, αργά ή γρήγορα, να υπάρχουν πλεονασματικές και ελλειμματικές χώρες – αφού οι δεύτερες υποχρεώνονταν αυτόματα να διαχειριστούν έγκαιρα, συνετά και σωστά τα οικονομικά τους, έτσι ώστε να μην χρεοκοπήσουν.

(β) Η περίοδος του Bretton–Woods (1944-1971)

Τις δεκαετίες που ακολούθησαν την υιοθέτηση της συμφωνίας του Bretton-Woods, όλα τα νομίσματα είχαν αντίκρισμα σε δολάρια – τα οποία, με τη σειρά τους, είχαν αντίκρισμα σε χρυσό. Όταν λοιπόν κάποια χώρα εμφάνιζε πλεονάσματα, έχοντας συγκεντρώσει περισσότερα δολάρια, σε σχέση με αυτά που της ήταν απαραίτητα, μπορούσε να τα ανταλλάξει με χρυσό – στην τιμή ανταλλαγής που προέβλεπε η συμφωνία του Bretton-Woods (περί τα 35 $ την ουγγιά).

Στα πλαίσια αυτά, επειδή οι Η.Π.Α. κατέληξαν να έχουν ελλειμματικό ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών (με την Ευρώπη και την Ιαπωνία τότε, όπως σήμερα με την Κίνα), από 20.000 τόνους χρυσού που κατείχαν το 1950, βρέθηκαν με λιγότερους από 9.000 τόνους το 1971 – έως τη στιγμή που ο Νίξον «έκλεισε το παράθυρο διαφυγής του αμερικανικού χρυσού», καταργώντας μονομερώς και αυθαίρετα τη σύνδεση του δολαρίου μαζί του.

Οι 11.000 τόνοι χρυσού που έχασαν οι Η.Π.Α., σε 21 περίπου χρόνια, κατέληξαν κυρίως σε έναν μικρό αριθμό εξαγωγικών χωρών – στη Γερμανία, τα αποθέματα της οποίας αυξήθηκαν, στην ίδια χρονική περίοδο, από μηδενικά σε πάνω από 3.600 τόνους, στην Ιταλία (από 227 στους 2.500 τόνους), στη Γαλλία (από 588 στους 3.100) και στην Ολλανδία (από 280 τόνους στους 1.700).

Βέβαια, τα αποθέματα χρυσού που συγκέντρωσαν τότε όλες οι εξαγωγικές πλεονασματικές χώρες, δεν προήλθαν μόνο από τις Η.Π.Α. αλλά, επίσης, από άλλες ελλειμματικές χώρες – μεταξύ των οποίων σημαντικότερη ήταν η Μ. Βρετανία, ο χρυσός της οποίας μειώθηκε από 2.500 τόνους το 1950 στους 690 τόνους το 1971.

Το όπλο του ΔΝΤ

Το ΔΝΤ, έχει σήμερα 186 μέλη-χώρες, το δικαίωμα ψήφου των οποίων καθορίζεται από το μερίδιο τους στα κεφάλαια του. Οι αποφάσεις του ΔΝΤ οφείλουν να λαμβάνονται με πλειοψηφία 85%, ενώ τα μέλη με τα μεγαλύτερα «μερίδια ψήφου» είναι τα εξής:

ΠΙΝΑΚΑΣ Ι: Μερίδια ψήφου στο ΔΝΤ (2007)

Χώρες-μέλη Μερίδια Ψήφου
Η.Π.Α. 16,77%
Ιαπωνία 6,02%
Γερμανία 5,88%
Γαλλία 4,86%
Μ. Βρετανία 4,86%
Κίνα 3,66%

Το ΔΝΤ απασχολεί 2.700 άτομα υπό την ηγεσία ενός διευθύνοντος συμβούλου ο οποίος, με βάση μία άτυπη συμφωνία μεταξύ των Η.Π.Α. και μερικών ευρωπαϊκών χωρών, οφείλει να είναι πάντοτε Ευρωπαίος. Ο πρώτος «αντικαταστάτης» του αντίθετα (First Deputy Managing Director) είναι πάντοτε αμερικανός.

Όταν ένα μέλος του ΔΝΤ αντιμετωπίζει οικονομικές δυσκολίες, έχει τη δυνατότητα να ζητήσει τη βοήθεια του. Το ΔΝΤ τότε παρέχει πιστώσεις περιορισμένης διάρκειας στις χώρες που αιτούνται τη συνδρομή του, οι οποίες όμως είναι συνδεδεμένες με συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Για παράδειγμα, απαιτείται η άμεση μείωση των δημοσίων δαπανών, ο περιορισμός του κοινωνικού κράτους, η αύξηση των εξαγωγών, η υποτίμηση του νομίσματος, καθώς επίσης η απελευθέρωση του χρηματοπιστωτικού κλάδου.

Επί πλέον απαιτούνται οι δήθεν «διαρθρωτικές αλλαγές», όπως η ιδιωτικοποίηση των «κοινωφελών» δημοσίων επιχειρήσεων (κυρίως των τραπεζών, της ύδρευσης, του ηλεκτρισμού και της επικοινωνίας, άρα των εξαιρετικά κερδοφόρων μονοπωλιακών), καθώς επίσης η απόλυση ορισμένων «ομάδων» εργαζομένων. Η βοήθεια εκ μέρους του ΔΝΤ συνδέεται πολύ συχνά με προϋποθέσεις δήθεν «Χρηστής Διακυβέρνησης» (Good Governance) – όπως για παράδειγμα η καταπολέμηση της διαφθοράς, ο περιορισμός της διαπλοκής κλπ. Ο τρόπος τώρα επίτευξης των στόχων του ΔΝΤ είναι ο εξής:

Κάθε χώρα-μέλος λαμβάνει μία επονομαζόμενη «στάθμιση», σύμφωνα με την οποία καθορίζονται οι υποχρεώσεις χρηματικής συμμετοχής της στο ταμείο του ΔΝΤ (σε χρυσό, συνάλλαγμα και τοπικό νόμισμα), τα δικαιώματα της σε παροχή πιστώσεων, η βαρύτητα της ψήφου, καθώς επίσης το ύψος των πιστώσεων που μπορεί να απαιτήσει.

Περαιτέρω, όταν ένα κράτος-μέλος βρεθεί σε οικονομική δυσκολία, έχει κατ’ αρχήν τη δυνατότητα να «αιτηθεί» την παροχή πίστωσης εκ μέρους του ΔΝΤ. Η πίστωση αυτή είναι συνδεδεμένη με τις προϋποθέσεις που αναφέραμε προηγουμένως, τις οποίες είναι υποχρεωμένο να τηρήσει.

Από το 1969 και μετά ισχύουν τα ονομαζόμενα «ADR» που βασίζονται σε ένα καλάθι νομισμάτων. Σύμφωνα με αυτά, ένα κράτος-μέλος έχει το δικαίωμα να αγοράσει συνάλλαγμα, με τη μεσολάβηση του ΔΝΤ. Για το συνάλλαγμα αυτό, το κράτος-μέλος πληρώνει με «ADR». Το «ADR» είναι λοιπόν ένα είδος «παγκοσμίου χρήματος», το οποίο αφορά τη διακίνηση των συναλλαγών των κεντρικών τραπεζών και καθορίζεται ως εξής:

(α) Τα «ADR» προσφέρονται σε συγκεκριμένο ύψος

(β) Για τα «ADR» πρέπει να πληρώνονται τόκοι

(γ) Μέσω των «ADR» αυξάνεται σημαντικά η διεθνής ρευστότητα (πιστωτική επέκταση)

(δ) Σε κάθε αύξηση των «ADR», ελέγχεται εάν υπάρχει παγκοσμίως ανάγκη εξουδετέρωσης ενδεχόμενων πληθωριστικών τάσεων

Για παράδειγμα, όταν η Τουρκία  (μία αναπτυσσόμενη χώρα δηλαδή) απευθύνεται στο ΔΝΤ, επειδή χρειάζεται συνάλλαγμα για την πληρωμή των υποχρεώσεων της, τότε το ΔΝΤ ορίζει μία χώρα, για παράδειγμα τις Η.Π.Α., με υψηλά συναλλαγματικά αποθέματα. Η χώρα αυτή τότε (οι Η.Π.Α.) πουλάει στην Τουρκία συνάλλαγμα, λαμβάνοντας έναντι αυτού «ADR».

Συνεχίζοντας, αρχικά το ΔΝΤ ήταν «προγραμματισμένο» έτσι ώστε, όταν μία χώρα-μέλος αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα, να έχει αυτόματα το δικαίωμα να λάβει ΔΝΤ-πιστώσεις. Ουσιαστικά λοιπόν ήταν ένα πραγματικό ταμείο συνοχής, το οποίο εξασφάλιζε πιστώσεις στα κράτη που τις είχαν ανάγκη – χωρίς να απαιτείται η  ανάληψη δανείων εκ μέρους τους από τους διεθνείς κερδοσκόπους, με τοκογλυφικά επιτόκια.

Μετά τον πόλεμο της Κορέας όμως, η μεγάλη αύξηση των ενεργειακών τιμών δημιούργησε κρίσεις στα ισοζύγια τρεχουσών συναλλαγών πολλών χωρών. Τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο υιοθετήθηκε η έννοια της «εξάρτησης». Δηλαδή, τα κράτη δεν είχαν πλέον το δικαίωμα να ζητήσουν ΔΝΤ-πιστώσεις, εάν δεν τις συνέδεαν με την ανάληψη συγκεκριμένων δεσμεύσεων, όπως για παράδειγμα τότε την «απελευθέρωση» των συναλλαγματικών ελέγχων και την εξουδετέρωση των εμπορικών περιορισμών. Επίσης έπαψαν να χορηγούνται «εφ άπαξ» πιστώσεις (αρχικά με το ΔΝΤ-δάνειο στη Χιλή το 1956 και στην Ταϊτή το 1958), με την έννοια ότι η συνολική χρηματοδότηση παρεχόταν «με δόσεις» που εξαρτιόταν πλέον τόσο από τη λήψη των μέτρων, όσο και από τα αποτελέσματα τους στην οικονομία της εκάστοτε χώρας.

Η «εξάρτηση» ήταν μία πρωτοβουλία των Η.Π.Α. που στην αρχή δεν έγινε αποδεκτή από άλλα κράτη-μέλη, τα οποία είχαν την άποψη πως οι ΔΝΤ-πιστώσεις ήταν δικαίωμα των μελών, σύμφωνα με την ιδρυτική συμφωνία του ΔΝΤ.  Εν τούτοις, ο αναπληρωτής διευθύνων σύμβουλος του ΔΝΤ (Η.Π.Α.) έθετε πάντοτε «βέτο», όταν οι αιτήσεις των κρατών-μελών για πίστωση δεν συμβάδιζαν με την ιδέα της «εξάρτησης». Το γεγονός αυτό οδήγησε τα μέλη του ΔΝΤ να απευθύνονται κατ’ αρχήν στις Η.Π.Α. και όχι στο ΔΝΤ, όταν ήθελαν να ζητήσουν πιστώσεις. Έτσι, η αρχή της «εξάρτησης» ίσχυσε πρακτικά, παρά τις αντιρρήσεις πολλών κρατών-μελών του ΔΝΤ.

Οι στόχοι του ΔΝΤ στην αρχή ήταν η προώθηση της διεθνούς συνεργασίας στη νομισματική πολιτική,  η σταδιακή επέκταση του παγκοσμίου εμπορίου, η σταθεροποίηση των διεθνών χρηματοπιστωτικών αγορών, η παροχή βραχυπρόθεσμων πιστώσεων για την εξισορρόπηση των ελλειμμάτων, η επιτήρηση της πολιτικής χρήματος, η απελευθέρωση των υφισταμένων διεθνών συναλλαγών από τους κρατικούς περιορισμούς και η παροχή τεχνικής βοήθειας. Όσον αφορά τώρα τους οφειλέτες του ΔΝΤ τα παρακάτω:

Μέχρι το 1977, οφειλέτες του ΔΝΤ ήταν τόσο οι αναπτυσσόμενες χώρες, όσο και οι βιομηχανικές. Για παράδειγμα, η Μ. Βρετανία ήταν ανέκαθεν ένας από τους μεγαλύτερους πελάτες του. Έως τότε η «εξάρτηση» δεν χρησιμοποιούταν, όσον αφορά τη Μ. Βρετανία, η οποία ήταν ένα από τα ιδρυτικά μέλη του ΔΝΤ.

Το γεγονός όμως αυτό άλλαξε μετά την πολλαπλή υποτίμηση της Στερλίνας, όπου για πρώτη φορά το ΔΝΤ συνέδεσε την παροχή δανείου (stand-by-credit που ζητήθηκε από τη Μ. Βρετανία το 1977), με την ανάληψη σημαντικών δεσμεύσεων εκ μέρους της. Για παράδειγμα τον περιορισμό των κοινωνικών δαπανών και την κατάργηση των ελέγχων στις εισαγωγές. Από τη στιγμή εκείνη και μετά το ΔΝΤ θεωρήθηκε σαν η τελευταία λύση για την αναζήτηση πιστώσεων, επειδή σήμαινε αυτόματα την ανάμιξη μίας χώρας (κυρίως των Η.Π.Α.) στα εσωτερικά ζητήματα κάποια άλλης (άρα την απώλεια της Εθνικής της κυριαρχίας). Έκτοτε έπαψαν να αιτούνται τη βοήθεια του οι βιομηχανικές χώρες, οι οποίες δεν ήθελαν προφανώς την ανάμιξη των Η.Π.Α. στα εσωτερικά τους θέματα.

Ουσιαστικά λοιπόν, το ΔΝΤ μετατράπηκε σε ένα ισχυρό αμερικανικό οικονομικό όπλο, σε συνδυασμό με την Παγκόσμια Τράπεζα και αυτός ακριβώς είναι ο λόγος που το αναφέρουμε. Στην πραγματικότητα λειτουργεί προς όφελος της επέκτασης των πολυεθνικών επιχειρήσεων παγκοσμίως. Στα πλαίσια αυτά, με την ενεργό συμμετοχή των υπολοίπων οικονομικών «όπλων μαζικής καταστροφής» των Η.Π.Α., επιλύει πλέον κρίσεις, τις οποίες συχνά το ίδιο προκαλεί, ενώ ο βασικός στόχος του είναι να ανοίγει τις εκάστοτε «κλειστές» αγορές προς όφελος των πολυεθνικών, να λεηλατεί κυριολεκτικά τις τοπικές επιχειρήσεις, να επιβάλλει την ανεξέλεγκτη κίνηση των διεθνών τοκογλυφικών κεφαλαίων κλπ.

Συνεχίστε στη σελίδα 2

.

Το όπλο των κεντρικών τραπεζών

Συνεχίζοντας, μετά τη μονομερή έξοδο των Η.Π.Α. από τον κανόνα του χρυσού το 1971, επειδή δεν διέθεταν πλέον αρκετά αποθέματα χρυσού έχοντας μεγάλα ελλείμματα από τη διεξαγωγή πολέμων ανά την υφήλιο, ξεκίνησε η εποχή των χρημάτων χωρίς αντίκρισμα (Fiat money). Παρά το ότι δε το δολάριο ήταν το ισχυρότερο, το παγκόσμιο αποθεματικό νόμισμα που διαδέχθηκε τη στερλίνα, ενώ σε αυτό στηριζόταν η παγκόσμια οικονομία, υποτιμήθηκε σε μεγάλο βαθμό. Ως εκ τούτου, επειδή στην εποχή των χρημάτων χωρίς αντίκρισμα το βασικό τους στήριγμα είναι η εμπιστοσύνη των ανθρώπων, θα είχε καταστραφεί εάν οι Η.Π.Α. δεν δρομολογούσαν το πετροδολάριο με τη στήριξη της Σαουδικής Αραβίας. Δηλαδή, την υποχρέωση να διενεργούνται όλες οι συναλλαγές διεθνώς στο πετρέλαιο με δολάρια, έναντι της παροχής αμερικανικής στρατιωτικής προστασίας στη Σαουδική Αραβία.

Επειδή όμως η ενέργεια αυτή δεν ήταν αρκετή, η κεντρική τράπεζα των Η.Π.Α., η Fed, το επόμενο μεγάλο αμερικανικό οικονομικό όπλο, αναγκάσθηκε να αυξήσει σημαντικά τα βασικά της επιτόκια, προκαλώντας τις πρώτες καταστροφικές κρίσεις σε εκείνες τις χώρες που είχαν μεγάλο δανεισμό σε δολάρια, όπως σε αυτές της Λατινικής Αμερικής. Τέλος απέφυγε τον υπερπληθωρισμό που παρόλα αυτά απειλούσε τις Η.Π.Α., με το ξεκίνημα της τρίτης εποχής της παγκοσμιοποίησης. Με τις εισαγωγές δηλαδή προϊόντων από τις χώρες φθηνού εργατικού δυναμικού της Ασίας, κυρίως από την Κίνα.

Μέχρι στιγμής λοιπόν έχουμε τέσσερα παγκόσμια οικονομικά υπερόπλα, με τα οποία διεξάγονται οι οικονομικοί πόλεμοι: τα νομίσματα, το ΔΝΤ, την Παγκόσμια Τράπεζα και τις μεγάλες Κεντρικές Τράπεζες, κυρίως τη FED. Μία ιδιωτική στην ουσία κεντρική τράπεζα, αφού ιδιοκτήτες της είναι το τραπεζικό καρτέλ, οι μεγάλες δηλαδή εμπορικές τράπεζες των Η.Π.Α., οι οποίες είναι το πέμπτο ισχυρό οικονομικό όπλο. Εν προκειμένω τα παρακάτω:

Η FED και το τραπεζικό Καρτέλ

Όταν ο πρόεδρος των Η.Π.Α. το 1971 (Nixon), κατάργησε μονομερώς τον κανόνα του χρυσού, η υπερδύναμη αύξησε τη στρατιωτική της ισχύ σε πολύ μεγάλο βαθμό, αφενός μεν για τη στήριξη του δολαρίου παγκοσμίως, αφετέρου για την επικράτηση του χρηματοπιστωτικού της συστήματος διεθνώς.

Το χρηματοπιστωτικό σύστημα στηρίχθηκε, εκτός από την ιδιωτική κεντρική τράπεζα της χώρας, από τη FED, στο διεθνές τραπεζικό καρτέλ που αποτελείται από τις αμερικανικές Bank of America, JP Morgan Chase, Citigroup και Wells Fargo, από τη γερμανική Deutsche Bank, από τη γαλλική BNP, καθώς επίσης από τη βρετανική Barclays.

Οι παραπάνω τράπεζες τώρα ανήκουν κυρίως σε οκτώ οικογένειες:  στις Goldman Sachs, Kuhn Loeb, Rockefeller, Lehman,  RothschildWarburg, Lazard και Israel Moses Sieff, με τις οποίες είναι στενά συνδεδεμένες οι μεγάλες πετρελαϊκές εταιρείες Exxon Mobil, Shell, BP και Chevron Texaco.

Όλοι οι παραπάνω, οι οποίοι αποκαλούνται συνοπτικά «Τραπεζικό Καρτέλ», αποτελούν τους κύριους μετόχους σχεδόν όλων των 500 μεγαλυτέρων εισηγμένων εταιρειών της Wall Street – ενώ το Καρτέλ δεν έχει μεν επίσημη μορφή, αλλά όλα του τα μέλη εκπροσωπούνται από μία διεθνή επιτροπή, με την ονομασία «Financial Stability Board» (FSB).

Μέσω τώρα των υπουργών οικονομικών των ισχυρότερων χωρών του πλανήτη, των G7, καθώς επίσης των κεντρικών τραπεζιτών τους, η επιτροπή του Καρτέλ (FSB), σε διασκέψεις που οργανώνει σε σχέση με την χρηματοπιστωτική ασφάλεια, δίνει τις κατευθύνσεις όσον αφορά την ενίσχυση των χρηματοπιστωτικών συστημάτων – με στόχο τη σταθερότητα τους. Με απλά λόγια οι οκτώ οικογένειες του ΚΑΡΤΕΛ ελέγχουν ολόκληρο το χρηματοπιστωτικό σύστημα του πλανήτη και σε μεγάλο βαθμό την ενέργεια – οπότε αυτές είναι ουσιαστικά οι κυρίαρχοι του σύμπαντος.

Ειδικά όσον αφορά τους πολέμους που διεξάγονται παγκοσμίως, είναι εξαιρετικά προσοδοφόροι για το Καρτέλ, αφενός μεν επειδή τα μέλη του κερδίζουν από την επί πιστώσει πώληση όπλων και στις δύο πλευρές, ενώ στη συνέχεια από τους τόκους και τα χρέη τους (διασώσεις μέσω του ΔΝΤ κλπ.), αφετέρου από την ανοικοδόμηση τους. Έχουν λοιπόν κάθε λόγο να πυροδοτούν τέτοιους πολέμους σε όλα τα μήκη και τα πλάτη του πλανήτη, διατηρώντας ταυτόχρονα σε ετοιμότητα τόσο τον αμερικανικό στρατό, όσο και τις μυστικές υπηρεσίες των Η.Π.Α.

Περαιτέρω, ένας από τους σημαντικότερους οργανισμούς που ελέγχεται από το Καρτέλ είναι η Τράπεζα Διεθνών Διακανονισμών (BIS), με έδρα την Ελβετία. Πρόκειται για την κεντρική τράπεζα των κεντρικών τραπεζών, η οποία γνωρίζει τα πάντα στο σημερινό χρηματοπιστωτικό σύστημα. Η BIS ιδρύθηκε το 1930, με στόχο να επιβλέψει τις γερμανικές πληρωμές (επανορθώσεις), στα πλαίσια της συνθήκης των Βερσαλλιών – ενώ, εκτός από τις υπηρεσίες που προσφέρει στις άλλες κεντρικές τράπεζες του πλανήτη, ήταν υπεύθυνη για την τήρηση της συμφωνίας του Bretton Woods. Φυσικά έως το 1971, όπου ο τότε πρόεδρος των Η.Π.Α. την κατάργησε, αρνούμενος να εξαργυρώσει τα δολάρια των άλλων χωρών με χρυσό – γεγονός που σημαίνει ότι, πρακτικά κήρυξε τη χρεοκοπία της χώρας του.

Η BIS με τη σειρά της συνεργάζεται τόσο με την Παγκόσμια Τράπεζα, όσο και με το ΔΝΤ –η βασική υπευθυνότητα του οποίου είναι η είσπραξη των χρημάτων που αρνούνται να πληρώσουν οι χώρες που χρεοκοπούν, κατ’ εντολή του διεθνούς τραπεζικού καρτέλ.

Η μέθοδος τώρα, με την οποία λειτουργεί το Καρτέλ, είναι ουσιαστικά εξαιρετικά απλή: Οι Η.Π.Α. εισάγουν πολύ περισσότερα εμπορεύματα, από όσα εξάγουν, οπότε τα δολάρια που τυπώνουν φεύγουν από το εσωτερικό της χώρας, με κατεύθυνση τις άλλες κεντρικές τράπεζες του πλανήτη. Ως εκ τούτου αποφεύγεται η υποτίμηση τους και ο πληθωρισμός.

Επειδή τώρα οι Η.Π.Α. αρνούνται από το 1971 και μετά να πληρώσουν τις υποχρεώσεις τους με χρυσό, οι υπόλοιπες κεντρικές τράπεζες είναι υποχρεωμένες να επενδύουν τα δολάρια που εισπράττουν και δεν ξοδεύουν (συναλλαγματικά αποθέματα) σε ομόλογα του αμερικανικού δημοσίου, καθώς επίσης σε άλλα χρηματοπιστωτικά προϊόντα (στο γράφημα τα σημερινά αποθέματα χρυσού των έξι μεγαλυτέρων ιδιοκτητών, οι οποίες προσπαθούν ξανά να τα αυξήσουν)

Το αποτέλεσμα αυτής της διαδικασίας είναι ένα κυριαρχούμενο από την Αμερική παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα, το οποίο της επιτρέπει να ζει εις βάρος όλων των υπολοίπων κρατών – ενώ, για να μην διακινδυνεύσει τον ανταγωνισμό από ένα άλλο νόμισμα, κατασκεύασε το ευρώ, σε μία περιοχή προτεκτοράτο της, στην Ευρώπη, το οποίο ανήλθε πολύ γρήγορα στη δεύτερη θέση.

Συμπερασματικά λοιπόν, η άρνηση των Η.Π.Α. να εξοφλούν τα συνεχή ελλείμματα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών τους με χρυσό, υποχρεώνει τα άλλα κράτη να επενδύουν τα πλεονάσματα του ισοζυγίου τους σε δολάρια, στα αμερικανικά ομόλογα. Επομένως ουσιαστικά να τα δανείζουν πίσω στο υπουργείο οικονομικών της υπερδύναμης, με αποτέλεσμα να αυξάνονται συνεχώς τα δημόσια χρέη της.

Φυσικά όλες οι κεντρικές τράπεζες, καθώς επίσης τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα των χωρών που δανείζουν καταναγκαστικά τις Η.Π.Α., γνωρίζουν πως επενδύοντας τα χρήματα τους σε αμερικανικά ομόλογα μπορεί να τα χάσουν – επειδή η Fed «τυπώνει» συνεχώς δολάρια, εξασθενίζοντας αντίστοιχα τα συναλλαγματικά τους αποθέματα.

Εν τούτοις συνειδητοποιούν πως, εάν πάψουν να επενδύουν σε ομόλογα, τότε η αξία των αποθεμάτων τους σε δολάρια θα μειωθεί ραγδαία – λόγω  της εξτρεμιστικής υποτίμησης που θα προκαλούσε κάτι τέτοιο στο δολάριο. Η συνείδηση αυτού του κινδύνου φέρνει σε δύσκολη θέση τις περισσότερες κυβερνήσεις – ενώ εμποδίζει την κατάρρευση του δολαρίου, το οποίο θα γκρέμιζε μαζί του το παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα, οπότε και το διεθνές τραπεζικό Καρτέλ.

Ως εκ τούτου συνεχίζεται η ζήτηση τόσο για τα αμερικανικά δολάρια, όσο και για τα ομόλογα του δημοσίου, παρά το ότι η αξία τους μειώνεται συνεχώς. Το γεγονός αυτό οδηγεί στο συμπέρασμα ότι, οι ζημίες από τις επενδύσεις αυτές αποτελούν ένα είδος φόρου υποτέλειας στην Αμερικανική Αυτοκρατορία. Σε κάθε περίπτωση το σύστημα σήμερα, μετά από 50 σχεδόν χρόνια λειτουργίας του, βασίζεται στη βία – αφού το Καρτέλ στέλνει τον αμερικανικό στρατό, ο οποίος δαπανά το 40% περίπου του παγκόσμιου μιλιταριστικού προϋπολογισμού, σε όλες εκείνες τις περιοχές, οι οποίες απειλούν τα συμφέροντα του, κυρίως δε το δολάριο.

Εν τούτοις, παρά το ότι οι Η.Π.Α. διαθέτουν μία τεράστια, απολύτως ετοιμοπόλεμη στρατιωτική μηχανή, καθώς επίσης χιλιάδες στρατιώτες σε ολόκληρο τον πλανήτη, η διατήρηση της ηγεμονίας τους, οπότε του Καρτέλ, απαιτεί συνεχώς μεγαλύτερες προσπάθειες. Ένα από τα πλέον γνωστά παραδείγματα ήταν το Ιράκ, ο τότε πρόεδρος του οποίου (S. Hussein), το 2000, δήλωσε πως δεν θα αποδεχόταν πλέον δολάρια, για την πληρωμή του πετρελαίου που εξήγαγε.

Παρά το ότι δε η αξία του ευρώ μειωνόταν, ανακοίνωσε πως θα δεχόταν μόνο αυτό ως μέσο διεθνών συναλλαγών, θεωρώντας το δολάριο ως «το νόμισμα του εχθρού» –γεγονός που δρομολογήθηκε το 2002, με αποτέλεσμα να υποτιμηθεί το δολάριο. Ένα χρόνο αργότερα, το 2003, με αφορμή την τρομοκρατική επίθεση του 2001 στη Νέα Υόρκη, οι Η.Π.Α. εισέβαλλαν στο Ιράκ, οπότε η απειλή εναντίον του δολαρίου εξοντώθηκε.

Ένα επόμενο παράδειγμα αποτελεί η Λιβύη, ο ηγέτης της οποίας (Gaddafi) προσπάθησε να ιδρύσει μία κρατική κεντρική τράπεζα, να υιοθετήσει τον κανόνα του χρυσού, καθώς επίσης να μην εξάγει πλέον πετρέλαιο σε δολάρια – με αποτέλεσμα να δολοφονηθεί.

Το Μάρτιο του 2001, ένα μόλις μήνα μετά τις εσωτερικές αναταραχές στη χώρα, οι οποίες προκλήθηκαν από την επισιτιστική κρίση λόγω των κερδοσκοπικών τοποθετήσεων των τραπεζών, οι «επαναστάτες» που ανέλαβαν τη διοίκηση ανακοίνωσαν την ίδρυση μία εταιρείας που θα είχε την εποπτεία της εξόρυξης πετρελαίου – καθώς επίσης το κλείσιμο της κεντρικής τράπεζας.

Κλείνοντας, μετά τη Fed οι σημαντικότερες κεντρικές τράπεζες είναι η ΕΚΤ, η Τράπεζα της Ελβετίας, η Τράπεζα της Ιαπωνίας και ασφαλώς η Τράπεζα της Αγγλίας. Εν προκειμένω θα αναφερθώ μόνο στην Τράπεζα της Αγγλίας.

Η Τράπεζα της Αγγλίας

Στην κλασσική οικονομική θεωρία (Adam Smith), όπως επίσης στη θεωρία της υπεραξίας (Karl Marx), ο ρόλος των χρημάτων αντιμετωπιζόταν με τέτοιον τρόπο, σαν να επρόκειτο για «συνάλλαγμα» σε χρυσά νομίσματα – ενδεχομένως και για χαρτονομίσματα, τα οποία όμως είχαν αντίκρισμα σε χρυσό. Επομένως, οι πάσης φύσεως επενδύσεις ήταν τότε μόνο δυνατές, κατά τη συγκεκριμένη θεωρία, όταν στηρίζονταν στις προηγούμενες αποταμιεύσεις των πολιτών – στη συσσώρευση χρημάτων δηλαδή είτε από τον ίδιο τον επενδυτή, είτε από αυτούς που τυχόν του δάνειζαν τα πραγματικά χρήματα των αποταμιεύσεων τους (είναι ο μοναδικός τρόπος ουσιαστικά για να αποφεύγονται οι «χρηματοπιστωτικές φούσκες» και να παραμένει υγιής η επενδυτική διαδικασία).

Εν τούτοις, αντίθετα με όσα πιστεύονταν τότε, η Τράπεζα της Αγγλίας ιδρύθηκε το 1694 από τον ιδιώτη W.Patterson, ως μία ιδιωτική κεντρική τράπεζα με το δικαίωμα της «παραγωγής» χρημάτων από το πουθενά – με την άδεια του άγγλου βασιλιά Wilhelm III, ό οποίος έδωσε το δικαίωμα στον Patterson να εκτυπώνει και να θέτει σε κυκλοφορία τα νόμιμα αποδεκτά από όλους χαρτονομίσματα. Στη βάση λοιπόν των αποθεμάτων χρυσού, τα οποία οδηγήθηκαν στην Τράπεζα της Αγγλίας με τη βοήθεια της έκδοσης μετοχών, δημιουργήθηκαν πολλαπλάσιας αξίας «πλαστά» χαρτονομίσματα – τα οποία τέθηκαν στην κυκλοφορία δια μέσου των έντοκων δανείων που χορηγήθηκαν.

Με τον τρόπο αυτό εισέρευσαν νέα χρήματα στον προϋπολογισμό του βασιλιά, ο οποίος ουσιαστικά ενέκρινε το σχέδιο, την «απάτη» καλύτερα του Patterson, επειδή ευρισκόταν σε πολύ μεγάλη οικονομική ανάγκη. Το παράδοξο στην όλη διαδικασία ήταν το ότι ο βασιλιάς (στη συνέχεια το κράτος), χρεώθηκε απέναντι σε μία ιδιωτική τράπεζα με ποσά που τοκίζονταν – με αποτέλεσμα να είναι απόλυτα εξαρτημένος από την Τράπεζα της Αγγλίας, στην οποία ο ίδιος είχε προηγουμένως δώσει το δικαίωμα να παράγει χρήματα. Προφανώς, εάν τα χαρτονομίσματα δεν είχαν τη βασιλική εικόνα, η οποία δημιουργούσε εμπιστοσύνη στους Άγγλους, δεν θα ήταν ποτέ δυνατόν να τεθούν σε κυκλοφορία και να θεωρηθούν επίσημο ανταλλακτικό μέσον.

Συνεχίζοντας στο θέμα μας είναι λογικό ότι μία τόσο ισχυρή τράπεζα, όπως η κεντρική τράπεζα της Αγγλίας τότε, μπορεί να επηρεάσει σε μεγάλο βαθμό την Πολιτική – αφού μία ανεξάρτητη κεντρική τράπεζα ουσιαστικά αποφασίζει για ποιο σκοπό μπορούν να δοθούν χρήματα (δάνεια) στο κράτος και για ποιόν όχι. Από την άλλη πλευρά το κράτος είναι υποχρεωμένο, έτσι ώστε μπορεί να πληρώνει τα συνεχώς αυξανόμενα τοκοχρεολύσια των δανείων του, να αυξάνει διαρκώς τη φορολόγηση των «υπηκόων» του ή/και να μειώνει τις δαπάνες λειτουργίας του – κάτι που βέβαια δεν είναι δυνατόν να συνεχίζεται επ’ αόριστον.

Περαιτέρω, ο ιδιωτικός «χαρακτήρας» της τράπεζας της Αγγλίας ήταν ανέκαθεν «τραπεζικό μυστικό» – ενώ το πορτραίτο του βασιλιά, καθώς επίσης η υπογραφή του στα χαρτονομίσματα, δημιουργούσαν την εσφαλμένη εντύπωση πως επρόκειτο για μία κρατική κεντρική τράπεζα, καθώς επίσης για κρατικά χρήματα. Ακριβώς για το λόγο αυτό, ο νόμος για την ίδρυση της ψηφίστηκε με απόλυτη μυστικότητα από το Κοινοβούλιο, κρυμμένος στην κυριολεξία μέσα σε ένα άλλο νομοσχέδιο – το οποίο αφορούσε τα επιτρεπόμενα φορτία των καραβιών, αποτελώντας μία υποπαράγραφο του, η οποία δεν έγινε αντιληπτή από κανέναν.

Ολοκληρώνοντας ακόμη και μέσα στο 20ο αιώνα, τυχόν ερωτήσεις των βουλευτών της κατά τα άλλα δημοκρατικής αυτής χώρας, σε σχέση με το ιδιοκτησιακό καθεστώς της Τράπεζας της Αγγλίας, παρέμεναν αναπάντητες από την εκάστοτε κυβέρνηση της – ενώ «τυπικά» κρατικοποιήθηκε το 1948 (αν και κανείς δεν είναι σίγουρος για αυτό).

Η Τράπεζα της Σουηδίας, η οποία ιστορικά ιδρύθηκε λίγο πριν από την Τράπεζα της Αγγλίας, ήταν επίσης μία ιδιωτική τράπεζα – με την άδεια «παραγωγής» χρημάτων από το πουθενά. Η ονομασία δε του νομίσματος της (Σουηδική Κορώνα) έδινε την ίδια εσφαλμένη εντύπωση – ότι επρόκειτο δηλαδή για μία κρατική κεντρική τράπεζα, η οποία εξέδιδε και κυκλοφορούσε κρατικά χρήματα.

Το όπλο των εμπορικών τραπεζών

Συνεχίζοντας, το 6ο μεγαλύτερο οικονομικό όπλο είναι οι κανονικές εμπορικές τράπεζες. Για να καταλάβει κανείς πόσο σημαντικές είναι, θα πρέπει να γνωρίζει τον τρόπο δημιουργίας χρημάτων από το πουθενά εκ μέρους τους, ο οποίος είναι ο εξής:

Όταν μία τράπεζα αποφασίζει πως κάποιος πελάτης της είναι φερέγγυος, εγκρίνοντας του ένα δάνειο, τότε το συγκεκριμένο ποσόν εγγράφεται στο λογαριασμό καταθέσεων του δανειολήπτη – ενώ την ίδια στιγμή αυξάνεται η ποσότητα χρήματος, η οποία σήμερα καθορίζεται κυρίως από τις τραπεζικές καταθέσεις (καθαρά δάνεια συν αποταμιεύσεις) των ανθρώπων (στην Ελλάδα η ποσότητα Μ3 έπεσε από 260 δις € το 2010 στα περίπου 173 δις € τον Ιανουάριο του 2019 και 178,5 δις € το Δεκέμβρη του 2018).

Οι καταθέσεις αυτές είναι λογιστικά χρήματα, τα οποία δεν υπάρχουν πουθενά ως πραγματικά, αλλά μόνο σαν ένας αριθμός σε κάποιο λογαριασμό. Ακριβώς για το λόγο αυτό αναφερόμαστε στη δημιουργία χρημάτων από το πουθενά, αφού δεν απαιτείται καμία «φυσική παραγωγή» για να δημιουργηθούν – κανένας φυσικός πόρος ή ανθρώπινη εργασία, εάν εξαιρέσουμε τους μηχανισμούς που διαθέτουν οι τράπεζες για να εγκρίνουν τα δάνεια ή για να εξασφαλίσουν τις λειτουργικές υποδομές της κυκλοφορίας των χρημάτων.

Όταν η τράπεζα δανείζει τώρα έναν πελάτη της, δημιουργεί άμεσα νέα χρήματα, τα οποία αυξάνουν την ποσότητα που κυκλοφορεί στη συγκεκριμένη χώρα – ενώ, όταν τα δάνεια επιστρέφονται, «καίει» χρήματα, τα καταστρέφει δηλαδή, μειώνοντας παράλληλα την κυκλοφορούσα ποσότητα τους. Σε σχέση λοιπόν με την ποσότητα χρήματος, με τη ρευστότητα όπως συνηθίζουμε να την αποκαλούμε, αυτό που έχει σημασία είναι η καθαρή παροχή δανείων – όπου, όταν οι τράπεζες δανείζουν περισσότερα χρήματα, από αυτά που τους επιστρέφονται, η «ρευστότητα» στην αγορά αυξάνεται ενώ, όταν επιστρέφονται (εξοφλούνται) περισσότερα από αυτά που δανείζουν, τότε συμβαίνει το αντίθετο.

Στα πλαίσια αυτά, σε μία οικονομία που αναπτύσσεται συνεχώς, η ποσότητα χρήματος αυξάνεται, επειδή οι τράπεζες δανείζουν όλο και περισσότερα χρήματα για τη διεξαγωγή επενδύσεων, για την κατανάλωση προϊόντων και υπηρεσιών κοκ. Αντίθετα, σε μία οικονομία που βρίσκεται σε διαρκή ύφεση, όπως η ελληνική μετά το 2008, με το ΑΕΠ να περιορίζεται σε σταθερή βάση, η ποσότητα χρήματος μειώνεται – με αποτέλεσμα να βυθίζεται στην παγίδα ρευστότητας, από την οποία πολύ δύσκολα μπορεί να ξεφύγει.

Περαιτέρω, τα χρήματα εμφανίζονται τότε μόνο στη φυσική τους μορφή, η οποία δεν υπόκειται στη δημιουργία τους από το πουθενά εκ μέρους των εμπορικών τραπεζών, αφού αποτελεί προνόμιο μόνο της κεντρικής, όταν οι αναλήψεις από τις τράπεζες είναι σε μετρητά – επεξηγώντας το βασικό λόγο, για τον οποίο γίνονται μεγάλες προσπάθειες να χρησιμοποιούνται πιστωτικές ή χρεωστικές κάρτες στις συναλλαγές, ενώ όλο και περισσότερες χώρες απαγορεύουν τις πληρωμές με μετρητά, πάνω από ένα ορισμένο ποσόν.

Σε κάθε περίπτωση τώρα, η παροχή δανείων δεν έχει καμία σχέση με τις αποταμιεύσεις των ανθρώπων, αφού τα χρήματα δημιουργούνται από τις τράπεζες – οι οποίες, για κάθε 100 € που δανείζουν, είναι υποχρεωμένες στην Ευρωζώνη να διαθέτουν εγγυήσεις στην ΕΚΤ μόλις 1 €. Εν τούτοις, δεν εισπράττουν τόκους για το 1 € που πραγματικά διαθέτουν, αλλά για τα 100 €οπότε εύλογα χαρακτηρίζονται ως άκρως τοκογλυφική οργανισμοί.

Στο σημείο αυτό αναρωτιέται κανείς, ειδικά εάν είναι τραπεζικός υπάλληλος, γιατί οι τράπεζες αναζητούν καταθέσεις, αφού δεν απαιτούνται για την παροχή δανείων, από τα οποία άλλωστε ζουν. Πόσο μάλλον όταν δεν τις χρειάζονται ούτε για τα πάγια που αγοράζουν, όπως είναι τα ομόλογα του δημοσίου, από τα οποία κερδίζουν διπλά – αφού τα χρησιμοποιούν αφενός μεν για την κάλυψη των εγγυητικών ποσών στην ΕΚΤ (1 € για κάθε 100 € δάνειο), αφετέρου για να εισπράττουν τόκους.

Η αιτία είναι πως, παρά το ότι για το συνολικό χρηματοπιστωτικό σύστημα μίας χώρας δεν έχει κανένα νόημα σε ποιά τράπεζα καταθέτει κανείς τα χρήματα του, για την εκάστοτε τράπεζα είναι πολύ σημαντικό – όχι όμως για την παροχή δανείων, αλλά για τις μεταξύ τους συναλλαγές.

Για παράδειγμα, όταν αποσύρονται σε μεγάλο βαθμό οι καταθέσεις από την Πειραιώς, οδηγούμενες στην Εθνική, επειδή ίσως οι αποταμιευτές ή οι δανειολήπτες που διατηρούν τα χρήματα τους στους λογαριασμούς τους χάνουν την εμπιστοσύνη τους στην Πειραιώς, τότε η Πειραιώς αντιμετωπίζει μεγάλα προβλήματα.

Αυτό οφείλεται στο ότι, η Πειραιώς πρέπει να εμβάσει τα χρήματα στην Εθνική (ή να τα δώσει σε μετρητά στους καταθέτες, τα οποία όμως δεν δημιουργεί η ίδια από το πουθενά, αλλά τα «αγοράζει» από την ΕΚΤ), επειδή τα χρέη μεταξύ των τραπεζών δεν πληρώνονται με την απλή εγγραφή του ποσού σε κάποιον λογαριασμό. Με απλά λόγια, οι συναλλαγές των τραπεζών μεταξύ τους δεν διενεργούνται με χρήματα που δημιουργούνται από το πουθενά – αλλά με τα εγγυητικά κεφάλαια που η κάθε τράπεζα διατηρεί στην ΕΚΤ, στα οποία συμπεριλαμβάνονται οι καταθέσεις των πελατών της.

Συνεχίζοντας, οι λογαριασμοί που διατηρούν οι εμπορικές τράπεζες στην ΕΚΤ εξυπηρετούν τις μεταξύ τους εκκαθαρίσεις (Clearing system), οι οποίες γίνονται στο τέλος της ημέρας. Για παράδειγμα, οι πελάτες της Πειραιώς εμβάζουν χρήματα στην Εθνική για να πληρωθεί κάποιος προμηθευτής τους που διατηρεί εκεί το λογαριασμό του – ενώ το ίδιο συμβαίνει με τους πελάτες της Εθνικής. Στο τέλος της ημέρας λοιπόν, εκκαθαρίζονται οι συναλλαγές αυτές, με αποτέλεσμα εάν η Εθνική είχε μεγαλύτερες εισροές εμβασμάτων από την Πειραιώς από ότι εκροές προς την Πειραιώς, τότε να πρέπει η Πειραιώς να πληρώσει τη διαφορά στην Εθνική.

Όσο περισσότερα χρήματα όμως οδηγούνται από την Πειραιώς στην Εθνική, τόσο μεγαλύτερες κεφαλαιακές ρεζέρβες χρειάζεται να έχει η Πειραιώς στην ΕΚΤ και τόσο λιγότερες η Εθνική – γεγονός που σημαίνει ότι, η Πειραιώς έχει ανάγκη υψηλότερων καταθέσεων εκ μέρους των πελατών της, συγκριτικά με την Εθνική. Όταν βέβαια και οι δύο συναλλασσόμενοι, πελάτες και προμηθευτές, διατηρούν το λογαριασμό τους στην ίδια τράπεζα, τότε δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα – αφού διενεργούνται απλά συμψηφιστικές εγγραφές μεταξύ τους.

Η απώλεια τώρα των καταθέσεων από μία τράπεζα, την υποχρεώνει να συμπληρώσει τις ρεζέρβες της στην κεντρική με άλλο τρόπο – είτε πουλώντας στοιχεία του ενεργητικού της, είτε δανειζόμενη από την κεντρική, είτε από τις άλλες τράπεζες. Κάτι τέτοιο όμως κοστίζει, αφού είναι αναγκασμένη να πληρώνει τόκους – επομένως, λειτουργεί αρνητικά ως προς την κερδοφορία της, οπότε το αποφεύγει.

Εν τούτοις, επειδή αυτήν την εποχή το επιτόκιο της ΕΚΤ είναι σχεδόν μηδενικό, ενώ οι τράπεζες «κολυμπούν» στα χρήματα λόγω των πακέτων ποσοτικής διευκόλυνσης (με μοναδική εξαίρεση την Ελλάδα), το ενδιαφέρον τους για καταθέσεις είναι αμελητέο. Το γεγονός αυτό επεξηγεί την κατακόρυφη μείωση των επιτοκίων καταθέσεων, καθώς επίσης τα αρνητικά επιτόκια που έχουν υιοθετήσει πρόσφατα κάποιες τράπεζες – όπου οι πελάτες τους πληρώνουν για να διατηρούν τα χρήματα στους λογαριασμούς τους.

Οι εμπορικές τράπεζες τώρα δεν δημιουργούν χρήματα από το πουθενά μόνο με την παροχή δανείων αλλά, επίσης, μέσω της αγοράς στοιχείων του ενεργητικού τους – όπως είναι τα αξιόγραφα κάθε είδους (ομόλογα, μετοχές κλπ.), το συνάλλαγμα, ο χρυσός και τα ακίνητα, τα οποία όμως αγοράζουν από μη τράπεζες (λοιπό ιδιωτικό τομέα).

Για παράδειγμα, όταν το κράτος ή μία επιχείρηση πουλάει ομόλογα της στην τράπεζα, τότε αυτή τα αγοράζει με χρήματα που δημιουργεί εκείνη τη στιγμή από το πουθενά – γεγονός που σημαίνει ότι, εγγράφει το συγκεκριμένο ποσόν στο λογαριασμό του πωλητή, όπως ακριβώς όταν του δίνει ένα δάνειο. Με αυτόν τον τρόπο αυξάνεται επίσης η ποσότητα χρήματος – ενώ με τον αντίθετο, όταν δηλαδή η τράπεζα πουλάει ομόλογα, χρυσό, ακίνητα κλπ. σε ιδιώτες, καίγονται χρήματα και μειώνεται η ποσότητα τους στην αγορά. Για εκείνο το χρονικό διάστημα λοιπόν που οι τράπεζες αγοράζουν περισσότερα πάγια από όσα πουλούν, αυξάνεται η ποσότητα χρήματος – κάτι που προφανώς δεν συμβαίνει σήμερα στην Ελλάδα, οπότε η ρευστότητα περιορίζεται δραματικά με πολλούς διαφορετικούς τρόπους.

Περαιτέρω, οι εισροές χρημάτων από το εξωτερικό, προκαλούν επίσης τη δημιουργία χρημάτων από το πουθενά στο εσωτερικό της χώρας. Για παράδειγμα, εάν μία ελληνική επιχείρηση λάβει ένα δάνειο από την Ελβετία σε ελβετικά φράγκα, χρησιμοποιώντας το για πληρωμές εντός της Ελλάδας, τότε θα πρέπει να ανταλλάξει τα ελβετικά φράγκα με ευρώ, μέσω μίας ελληνικής τράπεζας.

Ουσιαστικά λοιπόν πουλάει τα ελβετικά φράγκα στην τράπεζα, η οποία της δίνει ευρώ – γεγονός που οδηγεί στη δημιουργία χρημάτων από το πουθενά στην Ελλάδα (κατ’ επέκταση στην Ευρωζώνη), καθώς επίσης στην καταστροφή ενός αντίστοιχου ποσού στην Ελβετία (ένας από τους λόγους που δεν προκαλείται πληθωρισμός στις Η.Π.Α., παρά τη συνεχή εκτύπωση νέων δολαρίων, είναι ο δανεισμός πολλών ξένων κρατών σε δολάρια).

Το ίδιο συμβαίνει όταν ένας Ελβετός επενδυτής αγοράζει μετοχές μίας ελληνικής επιχείρησης – αφού πρέπει να πουλήσει φράγκα σε μία τράπεζα, τα οποία οδηγούν σε μείωση των καταθέσεων του στην Ελβετία, οπότε στην καταστροφή χρημάτων. Ακριβώς το αντίθετο συμβαίνει στην Ελλάδα (οπότε στην Ευρωζώνη), όπου η τράπεζα εγγράφει ευρώ στο λογαριασμό του, τα οποία δημιουργεί από το πουθενά. Για όλα τα παραπάνω λοιπόν, καθώς επίσης για πολλά άλλα, οι εμπορικές τράπεζες είναι ένα ισχυρότατο οικονομικό όπλο.

Συνεχίστε στη σελίδα 3

 

.

Το όπλο των εταιρειών αξιολόγησης

Επόμενο οικονομικό όπλο είναι ασφαλώς οι τρεις μεγάλες αμερικανικές εταιρείες αξιολόγησης (Fitch, S&P, Moody’s) που καλύπτουν πάνω από το 90% της αγοράς, από τις αξιολογήσεις των οποίων εξαρτάται ο δανεισμός κρατών, επιχειρήσεων, τραπεζών, καθώς επίσης οι αξιολογήσεις διαφόρων οικονομικών προϊόντων. Όπως έγραψε ο κ. Friedman, «Υπάρχουν δύο υπερδυνάμεις: οι Η.Π.Α. και η εταιρεία αξιολόγησης Moody’s. Πιστέψτε με, δεν είναι πάντοτε ξεκάθαρο ποια από τις δύο διαθέτει τη μεγαλύτερη ισχύ». Εκτός αυτών υπάρχει μία μικρότερη καναδική, η DBRS.

Τον Ιούνιο τώρα του 1999, όταν ξεκίνησε η συνθήκη της Βασιλείας ΙΙ, μέσα στα πλαίσια της οποίας λειτουργούν (επιβλέπονται) τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, αποφασίσθηκε η «συσχέτιση» της κεφαλαιακής επάρκειας των τραπεζών, με τη «νόμιμη» αξιολόγηση των επενδυτικών τους τοποθετήσεων.

Τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα δηλαδή, τα οποία επενδύουν σε «χρεόγραφα» με υψηλή πιστωτική αξιολόγηση, χρειάζονται να «δεσμεύουν» σημαντικά χαμηλότερα «εγγυητικά» κεφάλαια – οπότε μπορούν να πολλαπλασιάζουν τις πιστώσεις τους (ακολούθησε ο «χορός» της υπερχρέωσης και η απόλυτη ηγεμονία των εταιρειών αξιολόγησης).

Για παράδειγμα, σύμφωνα με τους κανόνες της Βασιλείας ΙΙ, για την αγορά ενός επενδυτικού προϊόντος αξίας 1.000.000 €, με αξιολόγηση ΑΑΑ, η τράπεζα υποχρεώνεται να κατέχει ίδια κεφάλαια ύψους μόλις 5.600 € (περίπου 178 φορές λιγότερα). Εάν όμως η αξιολόγηση του προϊόντος μειωθεί στο Ba1, τότε η τράπεζα οφείλει να αυξήσει τα ίδια κεφάλαια της, για το ίδιο προϊόν, στις 200.000 € (μόλις 5 φορές λιγότερα, έναντι 178 του προηγουμένου).

Τέλος, εάν η αξιολόγηση μειωθεί ακόμη περισσότερο, στο B1, τότε η τράπεζα είναι υποχρεωμένη να διατηρεί ολόκληρο το ποσόν (100%) σαν «αντίκρισμα» – επομένως, χρειάζεται 178 φορές περισσότερα ίδια κεφάλαια για ένα χρεόγραφο Β1, από ότι για ένα χρεόγραφο με την αξιολόγηση ΑΑΑ.

Εδώ οφείλουμε να φαντασθούμε τι σημαίνει για μία χώρα, η οποία έχει διαθέσει ομόλογα του δημοσίου της στις τράπεζες, η ενδεχόμενη υποτίμηση της πιστοληπτικής της ικανότητας – τόσο σε σχέση με το επιτόκιο που η ίδια πληρώνει, όσο και σε σχέση με τα επί πλέον κεφάλαια που πρέπει να δεσμεύσουν ξαφνικά οι τράπεζες που έχουν ήδη αγοράσει τα ομόλογα της.

Ως εκ τούτου, η αξιολόγηση έχει άμεση σχέση τόσο με την κεφαλαιακή επάρκεια, όσο και με τον όγκο των συναλλαγών μίας τράπεζας αφού, όσο καλύτερη αξιολόγηση διαθέτουν τα προϊόντα (χρεόγραφα) στα οποία επενδύει, τόσο λιγότερα ίδια κεφάλαια χρειάζεται και τόσο περισσότερες πιστώσεις μπορεί να προσφέρει στους υπόλοιπους πελάτες της (χρηματοδότηση μικρομεσαίων επιχειρήσεων, καταναλωτών κλπ).

Από την αντίθετη πλευρά, όταν μειώνεται η αξιολόγηση των χρεογράφων, στα οποία έχει ήδη επενδύσει η τράπεζα, είναι υποχρεωμένη να «αποσύρει» πολλαπλάσιες πιστώσεις από την κανονική αγορά, έτσι ώστε να διατηρήσει την υποχρεωτική από τη νομοθεσία κεφαλαιακή της επάρκεια – με δυσμενείς επιπτώσεις αφενός μεν για την πραγματική οικονομία (πιστωτική παγίδα), αφετέρου δε για την ίδια (μείωση του τζίρου και των κερδών της).

Συνεχίζοντας, όσον αφορά τις υπόλοιπες επιχειρήσεις, όσο καλύτερη αξιολόγηση έχουν, τόσο ευκολότερα δανείζονται από τις τράπεζες, τόσο χαμηλότερα επιτόκια πληρώνουν και τόσο φθηνότερες τιμές ή μεγαλύτερες πιστώσεις λαμβάνουν από τους προμηθευτές τους. Επηρεάζεται ακόμη και η χρηματιστηριακή τιμή τους, αφού πολλά Επενδυτικά Κεφάλαια, ειδικά τα συνταξιοδοτικά ταμεία, είναι υποχρεωμένα να τοποθετούνται μόνο σε τίτλους που διαθέτουν την υψηλότερη αξιολόγηση – ΑΑΑ.

Όσον αφορά τώρα τις ασφαλιστικές εταιρείες, διαπιστώνουμε αντίστοιχες «επιδράσεις» – ιδιαίτερα δε σε αυτές που ασφαλίζουν, μέσω των CDS, επενδυτικά προϊόντα ή ομόλογα του δημοσίου. Τα ετήσια ασφάλιστρα δηλαδή ή τα «επιτόκια» (αποδόσεις) των CDS, διαμορφώνονται ανάλογα με την αξιολόγηση του ασφαλιζομένου.

Τα ίδια σχεδόν ισχύουν και για τα κράτη, ο δανεισμός των οποίων, καθώς επίσης το επιτόκιο του, είναι «μεγέθη» απολύτως ανάλογα της αξιολόγησης τους. Όσο χαμηλότερη είναι δηλαδή η αξιολόγηση τους, τόσο περισσότερους τόκους εισπράττουν οι πιστωτές τους για το αυξημένο ρίσκο τους. Για παράδειγμα, όταν ένα κράτος δανείζεται 360 δις €, όσο το δικό μας, τότε ένα 2% μεγαλύτερο επιτόκιο, σημαίνει 7,2 δις € επί πλέον ετήσιους τόκους – ενώ τόσο δυσκολότερη είναι η πρόσβαση του στις διεθνείς χρηματαγορές.

Από όλα τα παραπάνω, τεκμηριώνεται η τεράστια ισχύς των εταιρειών αξιολόγησης, οι οποίες ουσιαστικά αποφασίζουν για τις τύχες των τραπεζών, των επιχειρήσεων, των ασφαλιστικών εταιρειών, των νέων επενδυτικών προϊόντων και των ίδιων των κρατών. Δεν θα είμαστε ίσως υπερβολικοί εάν ισχυριζόμαστε ότι, τόσο το μέλλον του καπιταλιστικού συστήματος, όσο και η σημερινή ή οι μελλοντικές κρίσεις του παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού συστήματος, είναι σε άμεση σχέση με τις τρείς αμερικανικές εταιρείες αξιολόγησης.  Ας μην ξεχνάμε ότι ακριβώς αυτές, δίνοντας ΑΑΑ σε πολλά «μη αξιολογήσιμα» CDO’s, βασισμένα στα γνωστά μας «ενυπόθηκα δάνεια χαμηλής εξασφάλισης» (subprimes), οδήγησαν το παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα στο χείλος της αβύσσου. Θα είχε μάλλον καταστραφεί εάν δε επενέβαιναν, άμεσα και από κοινού, όλα τα κράτη για να το διασώσουν, διακινδυνεύοντας μία δημοσιονομική κρίση άνευ προηγουμένου.

Βέβαια υποθέτει κανείς ότι, μία τόσο ευαίσθητη χρηματοπιστωτική λειτουργία, όσο αυτή της αξιολόγησης, υπόκειται στον αυστηρό έλεγχο του κράτους, στο οποίο έχουν την έδρα τους οι συγκεκριμένες εταιρείες – αν όχι σε έναν διεθνή ελεγκτικό οργανισμό. Συμβαίνει όμως ακριβώς το αντίθετο: πρόκειται για τρείς ιδιωτικές επιχειρήσεις, με έδρα τη Νέα Υόρκη, οι οποίες δεν υπόκεινται στον έλεγχο κανενός – η μοναδική τους υποχρέωση είναι η μεγιστοποίηση του κέρδους τους.

Ακόμη χειρότερα, οι όποιες αξιολογήσεις τους δεν χρειάζεται καν να είναι σωστές. Ουσιαστικά εκφράζουν την υποκειμενική άποψη των τριών εταιρειών. Κάτι ανάλογο δηλαδή με αυτήν των δημοσιογράφων του οικονομικού Τύπου, οι οποίοι αναλύουν εισηγμένες ή άλλες επιχειρήσεις, χωρίς να αναλαμβάνουν την παραμικρή προσωπική ευθύνη και χωρίς να ελέγχονται από κάποιους ειδικούς για τα αναγραφόμενα τους.

Εξαιτίας αυτού του γεγονότος, επειδή δηλαδή εκφράζουν απλά τις υποκειμενικές απόψεις τους «επιφυλασσόμενες», δεν μπορεί κανένας δημόσιος ή άλλος οργανισμός να τις καλέσει σε απολογία – πόσο μάλλον να τις κατηγορήσει ή να καταθέσει αγωγές εναντίον τους. Επί πλέον οι εκτιμήσεις τους πληρώνονται από τους χρεώστες: από αυτούς δηλαδή που ζητούν να αξιολογηθούν για να δανειστούν χρήματα και όχι από τους πιστωτές τους, οι οποίοι τους δανείζουν!

Ίσως πρέπει να θυμηθούμε πως, μεταξύ των ετών 2003 και 2006, ο όγκος των CDO’s τετραπλασιάστηκε, ξεπερνώντας το 1 τρις $ σε ετήσια βάση. Αν και κανένας δεν καταλάβαινε τι αγόραζε (άλλωστε ήταν ρεαλιστικά αδύνατον να γίνουν σωστά τόσες πολλές αξιολογήσεις, από τρείς μόνο εταιρείες), οι πάσης φύσεως επενδυτές (τράπεζες κλπ), αρκούνταν στην αξιολόγηση ΑΑΑ, η οποία υποδηλώνει σχεδόν μηδενικό ρίσκο και δεν ερευνούσαν τίποτα παραπάνω. Έτσι, από ένα μικρό κομμάτι της συνολικής αγοράς δημιουργήθηκε μία τεράστια μηχανή παραγωγής «σκοτεινών» χρημάτων, καθ’ όλα νόμιμων, η οποία συνεπήρε τα πάντα στην καταστροφική πορεία της.

Το 2006, σχεδόν το 44% του τζίρου των εταιρειών αξιολόγησης προερχόταν από τα δομημένα χρηματοπιστωτικά προϊόντα τύπου CDO’s, στα οποία οφείλονταν το 80% των συνολικών κερδών τους. Στην πραγματικότητα, πριν ακόμη «εκδοθεί» ένα τέτοιο δομημένο προϊόν, με στόχο την πώληση του στην αγορά, οι εκδότριες τράπεζες «ρωτούσαν» για την αξιολόγηση του – ουσιαστικά ενημερώνονταν για το πώς θα έπρεπε να «κατασκευασθεί», έτσι ώστε να αξιολογηθεί, εκ μέρους μίας από τις εταιρείες αξιολόγησης με ΑΑΑ.

Όπως είναι φυσικό, οι εταιρείες αξιολόγησης «βοηθούσαν» στη σωστή «κατασκευή» (αντί να ελέγχουν δηλαδή εκ των υστέρων το προϊόν, έδιναν εκ των προτέρων τις «προδιαγραφές» του) αφού, αμέσως μετά την εισαγωγή του προϊόντος, εισέπρατταν το 50% της αμοιβής τους –  μέχρι και 500.000 $.

Φυσικά όλα όσα έχουμε αναφέρει, αφού σταμάτησαν για λίγο χρονικό διάστημα, συνεχίζουν ξανά – προφανώς κανένας δεν θέλει να χάσει μία τόσο μεγάλη πηγή εσόδων και κερδών. Για παράδειγμα με τους εξελιγμένους «απογόνους» των CDO’s, με τα δομημένα προϊόντα δηλαδή της «δεύτερης γενιάς», τα «re-remics», τα BISTRO (CDO’s με  CDS) και άλλα πολλά.

Το SWIFT

Επόμενο οικονομικό όπλο είναι το σύστημα Swift, το οποίο χαρακτηρίζεται ως το θανατηφόρο όπλο του μέλλοντος. Για να το κατανοήσουμε καλύτερα, θα έπρεπε να ταξιδέψουμε στη La Hulpe – σε μία περιοχή του Βελγίου, περί τα 20 χιλ. από το κέντρο των Βρυξελών. Σε απόσταση δύο χιλ. από το σιδηροδρομικό σταθμό, θα βρίσκαμε ένα συγκρότημα κτιρίων, το οποίο εξωτερικά θυμίζει μία φουτουριστική εκδοχή του πύργου των Βερσαλλιών. Στο εσωτερικό του όμως μοιάζει με το κέντρο ελέγχου ενός πυρηνικού εργοστασίου – πλημμυρισμένου με οθόνες υπολογιστών, στους οποίους αμέτρητες στήλες αριθμών κινούνται ακατάπαυστα.

Αποτελούν μικρό μέρος ενός από τους σημαντικότερους κόμβους του δικτύου των διεθνών χρηματοοικονομικών ροών: το κεντρικό γραφείο της Εταιρείας Παγκοσμίων Διατραπεζικών Χρηματοπιστωτικών Επικοινωνιών (Society for Worldwide Interbank Financial Telecommunication ή SWIFT), όπου εάν μία τράπεζα θέλει να εμβάσει χρήματα στο εξωτερικό, είναι υποχρεωμένη να χρησιμοποιήσει ένα από τα ηλεκτρονικά συστήματα ειδοποίησης/παρακολούθησης που έχει δημιουργήσει το SWIFT.

Εν προκειμένω, περισσότερες από 10.500 τράπεζες σε πάνω από 200 χώρες χρησιμοποιούν αυτό το σύστημα, στο οποίο μόνο το 2014 στάλθηκαν περί τα 4 δις τέτοιες ειδοποιήσεις – ενώ η κάθε τράπεζα λαμβάνει έναν κωδικό με οκτώ ψηφία, για να αναγνωρίζεται με σαφήνεια από το σύστημα. Το κέντρο πληροφοριών λοιπόν του διεθνούς χρηματοπιστωτικού συστήματος ευρίσκεται στην παραπάνω περιοχή – ενώ όποιος έχει πρόσβαση, είναι σε θέση να γνωρίζει τα πάντα. Εκτός αυτού, όποιος διακόψει την σύνδεση κάποιας χώρας σε αυτό το σύστημα, είναι σε θέση να την καταστρέψει οικονομικά, όπως όταν βγάζουμε την πρίζα από κάποιο μηχάνημα και παύει να λειτουργεί Το SWIFT τώρα είναι ένας συνεταιρισμός που θεωρητικά δεν δεσμεύεται από την πολιτική, αλλά στην πραγματικότητα ελέγχεται πλήρως από τις Η.Π.Α. Για παράδειγμα το 2006 ο σκιώδης αμερικανός επικεφαλής του συστήματος, ο οποίος χαρακτηρίζεται ως ο «ανώτατος γκάνγκστερ», παρέλυσε μία τράπεζα του Μακάο, μέσω της οποίας η Β. Κορέα χρηματοδοτούσε το πυρηνικό της πρόγραμμα – διεξάγοντας έναν πόλεμο χωρίς ανθρώπινα θύματα, με τη βοήθεια των συνεργατών του σε ολόκληρη την υφήλιο.

Συνεχίζοντας, το Μάρτιο του 2012 οι Η.Π.Α. διέκοψαν τη σύνδεση των τραπεζών του Ιράν, στα πλαίσια των κυρώσεων που επέβαλλαν – με αποτέλεσμα να σταματήσει σε μεγάλο βαθμό το διεθνές εμπόριο με τη χώρα, οπότε να ζημιωθεί βαριά η οικονομία της, με το ΑΕΠ της να καταρρέει από τα περίπου 600 δις $ το 2012 στα 386 δις $ το 2015. Όταν δε εντάθηκαν οι κυρώσεις, άρχισαν να λείπουν τα φάρμακα – οπότε δημιουργούνταν μεγάλες ουρές στα φαρμακεία, ενώ υπήρχαν πολλές αναφορές για βαριά αρρώστους που δεν μπορούσαν να υποβληθούν σε θεραπεία.

Όπως τότε έγινε γνωστό, ο επικεφαλής του συστήματος (κ. Glaser) διεξάγει τις επιθέσεις του από ένα πολεμικό δωμάτιο – στο οποίο φτάνει από ένα υπόγειο τούνελ που το συνδέει με το αμερικανικό υπουργείο οικονομικών. Στην οροφή του δωματίου υπάρχει μία γιγαντιαία καλωδίωση, μέσω της οποίας παρέχει στους χρηματοπιστωτικούς στρατιώτες του όλα όσα χρειάζονται για τις επιθέσεις τους: πληροφορίες και αναλύσεις των μυστικών υπηρεσιών, των οικονομολόγων, των τραπεζών και των χρηματιστηρίων.

Στην άλλη άκρη του τούνελ κάθονται λεπτοί νεαροί άνδρες ντυμένοι με κοστούμια μπροστά στις οθόνες των υπολογιστών τους – θυμίζοντας υπαλλήλους μίας τράπεζας ή μίας ασφαλιστικής εταιρείας, οι οποίοι όμως δεν συνεργάζονται με πελάτες, αλλά επιτίθενται σε εχθρούς, που θέλουν να παραλύσουν οικονομικά: ιδιώτες, τράπεζες, επιχειρήσεις ή ολόκληρους οικονομικούς κλάδους σε κάθε περιοχή του πλανήτη, 24 ώρες το εικοσιτετράωρο, επτά ημέρες την εβδομάδα, χωρίς καμία αργία.

Το καλοκαίρι του 2007, οι νεαροί χρηματοπιστωτικοί πολεμιστές του κ. Glaser έφτασαν στη Φρανκφούρτη – έχοντας έναν κατάλογο στελεχών των μεγαλυτέρων γερμανικών τραπεζών, μεταξύ των οποίων της Deutsche Bank. Λίγες ημέρες αργότερα σταμάτησαν σχεδόν όλες οι γερμανικές τράπεζες τη συνεργασία τους με το Ιράν, χωρίς καμία αιτιολογία και χωρίς να ειδοποιήσουν καν τη γερμανική κυβέρνηση – έχοντας απειληθεί να αποκοπούν από την προμήθεια δολαρίων, με τα οποία διεξάγεται το 80% του διεθνούς εμπορίου, καθώς επίσης το 90% των νομισματικών συναλλαγών.

Για παράδειγμα, όταν μία γερμανική επιχείρηση θέλει να εμβάσει χρήματα στο Μεξικό, θα πρέπει κατά κανόνα να ανταλλάξει ευρώ με δολάρια και στη συνέχεια τα δολάρια με Pezos – αφού το δολάριο είναι το κυρίαρχο νόμισμα της παγκόσμιας οικονομίας. Επομένως, εάν μία τράπεζα αποκοπεί από την προμήθεια δολαρίων, δεν είναι σε θέση πια να διεξάγει συναλλαγές στον πλανήτη – οπότε είναι καταδικασμένη.

Στα πλαίσια αυτά, όποιος ελέγχει το παγκόσμιο αποθεματικό νόμισμα, ελέγχει μαζί με το SWIFT το δεύτερο σημαντικότερο κόμβο του δικτύου των διεθνών χρηματοπιστωτικών ροών –επειδή όλες οι ηλεκτρονικές πληρωμές σε δολάρια διεξάγονται υποχρεωτικά εντός του αμερικανικού εδάφους. Ως εκ τούτου, όταν οπουδήποτε στη γη κινούνται δολάρια, τότε διασχίζουν κατά κάποιον τρόπο τα αμερικανικά σύνορα, παραμένοντας για ελάχιστα χιλιοστά του δευτερολέπτου στους ηλεκτρονικούς υπολογιστές μίας τράπεζα των Η.Π.Α. Εκεί ακριβώς μπορεί να τις σταματήσει ο σκιώδης επικεφαλής του συστήματος, ο κ. Glaser – ενώ για κάθε τράπεζα του πλανήτη με διεθνείς συναλλαγές, η αποκοπή  της από το δολάριο είναι συνώνυμη με τη θανατική καταδίκη της.

Φαίνεται πάντως καθαρά πως όποιος αρνείται να υποταχθεί στις αμερικανικές εντολές, τιμωρείται πολύ αυστηρά – όπως η γαλλική BNP PARIBAS, η οποία υποχρεώθηκε να πληρώσει ένα πρόστιμο ύψους 9 δις $ στις Η.Π.Α., καθώς επίσης να παραμείνει ένα έτος εκτός των συναλλαγών με δολάρια, επειδή συνεργάσθηκε με το Ιράν. Η περίπτωση αυτή δεν προκάλεσε μόνο φόβο στους Ευρωπαίους – αλλά, επίσης, την υποψία ότι, οι Αμερικανοί ήθελαν να περιορίσουν τον ευρωπαϊκό τραπεζικό ανταγωνισμό, προς όφελος των δικών τους τραπεζών.

Σε κάθε περίπτωση, για να αποφύγουν την οργή των Αμερικανών οι τράπεζες, ελέγχουν τα στοιχεία των λογαριασμών τους αυτόματα, με ειδικά προγράμματα – τα οποία, όταν βρίσκουν το όνομα κάποιου που είναι τοποθετημένος σε μία λίστα κυρώσεων, σημαίνουν συναγερμό. Για παράδειγμα, στις 21 Μαρτίου του 2014, οι πιστωτικές κάρτες των πελατών της ρωσικής τράπεζας BANK ROSSIJA έπαψαν ξαφνικά να λειτουργούν – ενώ στις 26 Μαρτίου η ρωσική πρεσβεία του Καζακστάν διαπίστωσε πως το έμβασμα ενός ασφαλίστρου με προορισμό τη Μόσχα δεν μπορούσε να εκτελεσθεί, επειδή η J.P. Morgan το είχε μπλοκάρει στη Νέα Υόρκη.

Λίγο αργότερα ο Ρώσος μεγιστάνας A. Rotenberg διάβασε στις ειδήσεις πως οι ιταλικές Αρχές είχαν δεσμεύσει τις δύο βίλες του στη Σαρδηνία – επειδή το όνομα του είχε εμφανισθεί ελάχιστο χρόνο προηγουμένως σε μία αμερικανική λίστα κυρώσεων, οπότε δεν είχε πια καμία πρόσβαση στα περιουσιακά του στοιχεία.

Περαιτέρω, ο σκιώδης επικεφαλής του συστήματος είχε σκεφθεί το 2014 επακριβώς πώς θα μπορούσε να αποδυναμώσει τη ρωσική οικονομία – χωρίς όμως να την καταστρέψει. Έτσι στόχευσε κυρίως το ρούβλι και τη ρωσική Ολιγαρχία, ελπίζοντας πως θα απομακρυνόταν από τον πρόεδρο Putin. Στα πλαίσια αυτά πάγωσε τους τραπεζικούς λογαριασμούς τους, ενώ δυσκόλευσε την πρόσβαση των ρωσικών επιχειρήσεων στις διεθνείς χρηματαγορές – χωρίς όμως να σταματήσει τη σύνδεση των ρωσικών τραπεζών με το SWIFT, η οποία θα ήταν θανατηφόρα για την οικονομία της χώρας.

Με απλά λόγια, δεν πυροδότησε την τελευταία χρηματοπιστωτική βόμβα που είχε στη διάθεση του – κάτι που βέβαια τρομοκράτησε τη Ρωσία, η οποία έκτοτε δημιούργησε το δικό της διατραπεζικό σύστημα πληρωμών, όπως επίσης η Κίνα. Τα συστήματα όμως αυτά δεν είναι ικανά να τις προστατεύσουν, αφού δεν συνδέονται με τις τράπεζες του υπολοίπου πλανήτη που δεν τολμούν να το κάνουν φοβούμενες τις επιπτώσεις. Εν τούτοις, η προσπάθεια των Αμερικανών να προστατεύουν την αυτοκρατορία τους με τα όπλα του 21ου αιώνα έχει προκαλέσει πολλές αντιδράσεις – όπως τις επιθέσεις εναντίον του δολαρίου, με κυριότερο πεδίο του πολέμου τη Σαουδική Αραβία.

Στα πλαίσια αυτά, μετά τον τελικό του ποδοσφαίρου στη Βραζιλία, τον οποίο παρακολούθησε ο πρόεδρος Putin μαζί με την κυρία Merkel, συναντήθηκαν οι ηγέτες της Ρωσίας, της Κίνας, της Βραζιλίας και της Ν. Αφρικής στη FORTALEZA – επειδή για πρώτη φορά οι Η.Π.Α. είχαν σπάσει ένα ταμπού, επιτιθέμενες εναντίον ενός μέλους των BRICS. Έκτοτε συνεργάζονται όλες αυτές οι χώρες μαζί, ενδεχομένως μυστικά και η Γερμανία, για να εξουδετερώσουν το θανατηφόρο χρηματοπιστωτικό όπλο των Η.Π.Α. που είναι εγκατεστημένο στην πρωτεύουσα της Ευρώπης – όπως η ισχυρότατη αμερικανική στρατιωτική βάση στο κέντρο της Γερμανίας.

Για παράδειγμα, με την μεταξύ τους προμήθεια συναλλάγματος, χωρίς να μεσολαβούν οι αμερικανικές τράπεζες της Νέας Υόρκης – καθώς επίσης με τις συναλλαγές στα δικά τους νομίσματα. Εκτός αυτού με τη βοήθεια του πετρογουάν με αντίκρισμα σε χρυσό, το οποίο θεωρείται ένα όπλο αιχμής απέναντι στο πετροδολάριο – με τα δικά τους διατραπεζικά συστήματα πληρωμών κοκ.

Με εξαίρεση το Ιράν οι Η.Π.Α. δεν έχουν χρησιμοποιήσει εναντίον κάποιας χώρας το θανατηφόρο τους όπλο, το SWIFT – ενώ στην περίπτωση του Ιράν χρησιμοποιήθηκε πιθανότατα ως προειδοποίηση για τα άλλα κράτη που επιβουλεύονται την παγκόσμια ηγεμονία τους συνεργαζόμενα μεταξύ τους, όπως οι BRICS και ενδεχομένως η Γερμανία. Αναφέραμε δε πως είναι ένα ισχυρό μεν όπλο τους, αλλά όχι το μοναδικό – αφού διαθέτουν πάρα πολλά χρηματοπιστωτικά αεροπλανοφόρα με παγκόσμια εμβέλεια.

Οφείλουμε να υπενθυμίσουμε πάντως εδώ πως όποια πετρελαιοπαραγωγός χώρα θέλησε να παρακάμψει το δολάριο, χρησιμοποιώντας άλλο νόμισμα, όπως το Ιράκ υπό τον Σ. Χουσεΐν, ο οποίος ήθελε να πουλάει το πετρέλαιο σε ευρώ, οδηγήθηκε στην καταστροφή – ενώ από την αποκάλυψη των μηνυμάτων της κυρίας Clinton εκ μέρους των Wiki Leaks γνωρίζουμε πως η ανατροπή του Καντάφι στη Λιβύη από τις Η.Π.Α. και τη Γαλλία οφειλόταν στην πρόθεση του να μη σεβαστεί το σύστημα των πετροδολαρίων, χρησιμοποιώντας τα αποθέματα χρυσού της Λιβύης για να στηρίξει ένα παναφρικανικό νόμισμα (περί τα 4,6 εκ. ουγγιές χρυσού εξαφανίσθηκαν μετά το θάνατο του Καντάφι).

Συνεχίστε στη σελίδα τέσσερα

.

Τα επενδυτικά κεφάλαια

Πρόκειται κυρίως για τις ασφαλιστικές εταιρείες και για τα συνταξιοδοτικά ταμεία. Τα ταμεία αυτά είναι οι κυριότεροι «συντελεστές» των χρηματαγορών, αφού διαθέτουν κεφάλαια υψηλότερα των 100-200 δις $ το κάθε ένα, τα οποία επενδύουν σε σταθερή βάση. Η συνολική τους δυναμικότητα, τα κεφάλαια καλύτερα που επενδύουν διεθνώς, υπολογίζονται στα 30 τρις $ – ένα ποσόν δηλαδή που ξεπερνάει το σύνολο αυτού που διαθέτουν όλοι οι υπόλοιποι επενδυτές μαζί, όπως οι ασφαλιστικές εταιρείες, οι συναλλαγματικές ρεζέρβες των κρατών και τα Hedge Funds. Το ύψος του ποσού που διαθέτουν τα ταμεία, το οποίο πλησιάζει το 40% του παγκόσμιου ΑΕΠ (περίπου 75 τρις $), δίνει απάντηση σε αυτούς που αναρωτιούνται, ποιοι είναι οι δανειστές όλων των υπερχρεωμένων κρατών, εκτός από τις κεντρικές τράπεζες.

Περαιτέρω, τα ταμεία είναι κυρίως κρατικές (όπως της Νορβηγίας) ή ημικρατικές οργανώσεις, οι οποίες διαχειρίζονται τα χρήματα των συντάξεων των εργαζομένων. Ουσιαστικά δηλαδή οι εργαζόμενοι, οι οποίοι κατηγορούν συνεχώς το Κεφάλαιο, απειλούνται από τα ίδια τους τα χρήματα, τα οποία το «συνθέτουν». Η περιουσία των ταμείων μπορεί να είναι στην ιδιοκτησία του εργοδότη, ή να έχει δική της νομική υπόσταση. Στην περίπτωση που το συνταξιοδοτικό ταμείο έχει δική του νομική υπόσταση, μπορεί να «χρησιμοποιείται» από πολλούς εργοδότες μαζί.

Κατ’ αυτόν τον τρόπο, τα ταμεία ευρίσκονται σε ανταγωνισμό μεταξύ τους, όπως ακριβώς συμβαίνει και με άλλες επενδυτικές εταιρείες. Έτσι, παρατηρείται συχνά το γεγονός να αποσύρει ένας εργοδότης την περιουσία των εργαζομένων του από ένα συνταξιοδοτικό ταμείο, τοποθετώντας την σε κάποιο άλλο, από το οποίο αναμένει υψηλότερες αποδόσεις. Κάποιες φορές βέβαια χάνονται χρήματα – όπως διαπιστώσαμε στην Ελλάδα, με τις γνωστές μας «επενδύσεις» των συνταξιοδοτικών ταμείων, σε δομημένα προϊόντα.

Τα συνταξιοδοτικά ταμεία αποτελούν τους μεγαλύτερους επενδυτές παγκοσμίως, λόγω του μεγέθους τους, αλλά και της μακροπρόθεσμης συσσώρευσης κεφαλαίου εκ μέρους τους. Ο υφιστάμενος μεταξύ τους ανταγωνισμός τα υποχρεώνει στην αναζήτηση βραχυπρόθεσμης κερδοφορίας – ενώ μέσω αυτών οδηγούνται όλο και περισσότερες αποταμιεύσεις των εργαζομένων, στις χρηματοπιστωτικές αγορές.

Ουσιαστικά λοιπόν συνιστούν τους κυριότερους «αιμοδότες» των κρατών – ενώ η Ιαπωνία, ο Καναδάς και η Καλιφόρνια, διαθέτουν τα μεγαλύτερα επί μέρους (ως μονάδες) συνταξιοδοτικά ταμεία παγκοσμίως.

Κλείνοντας, ένα από τα σημαντικότερα κρατικά επενδυτικά κεφάλαια είναι αυτό της Νορβηγίας. Ειδικότερα, το 1990 η Νορβηγία ίδρυσε ένα επενδυτικό κεφάλαιο, μέσω του οποίου τα καθαρά έσοδα από το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο τοποθετούνται στο εξωτερικό – με την αγοραστική αξία του το 2014 να ήταν της τάξης των τα 500 δις €, γεγονός που το κατατάσσει στα μεγαλύτερα κρατικά επενδυτικά κεφάλαια του πλανήτη.

Με βάση τους κανόνες που έχουν υιοθετηθεί από την κυβέρνηση της χώρας, μόνο το 4% ετήσια μπορεί να χρησιμοποιηθεί για τον προϋπολογισμό, κατά ανώτατο όριο. Με τον τρόπο αυτό επιδιώκεται η εξασφάλιση της ωφέλειας των επομένων γενεών, από τον ενεργειακό πλούτο της Νορβηγίας – καθώς επίσης η διατήρηση του οικονομικού και παραγωγικού της ιστού, έτσι ώστε να μην καταρρεύσει, λόγω των εσόδων από το πετρέλαιο.

Τα κεφάλαια αντιστάθμισης κινδύνων

Πρόκειται για τα γνωστά ως κερδοσκοπικά κεφάλαια ή «hedge funds», τα οποία αποτελούν ένα ιδιαίτερο είδος επενδυτικών κεφαλαίων που διακρίνονται από έντονα κερδοσκοπικές τοποθετήσεις – προσφέροντας μεγάλες ευκαιρίες, σε συνδυασμό με εξίσου μεγάλους κινδύνους. Το τυπικό χαρακτηριστικό ενός hedge fund είναι η χρήση παραγώγων προϊόντων, καθώς επίσης ανοιχτών πωλήσεων. Ακριβώς εδώ οφείλεται η «παραπλανητική» ονομασία τους, αφού η ύπαρξη των συγκεκριμένων χρηματοπιστωτικών προϊόντων, επιτρέπει την ασφάλιση (hedging) των επενδύσεων σε μετοχές ή σε άλλα αξιόγραφα.

Για παράδειγμα, εάν αγοράσει κάποιος μετοχές, ευελπιστώντας στην άνοδο της τιμής τους, έχει τη δυνατότητα να ασφαλισθεί απέναντι σε ενδεχόμενη πτώση τους, εάν ταυτόχρονα συνάψει ένα «πτωτικό» συμβόλαιο παραγώγων ή πουλήσει κάποιες άλλες, αφού προηγουμένως τις δανειστεί από τον ιδιοκτήτη τους.

Το πρώτο επενδυτικό κεφάλαιο αυτού του είδους ιδρύθηκε το 1949 από τον κ. W. Jones, ο οποίος πούλησε «ανοιχτά» μετοχές που δανείσθηκε από τους ιδιοκτήτες τους (επιβαρυνόμενος με τόκους), για να τις αγοράσει αργότερα σε χαμηλότερη τιμή (προφανώς, περίμενε πτώση της τιμής τους) και να τις επιστρέψει – κερδίζοντας τη διαφορά. Ο Jones, με τα χρήματα που εισέπραξε από τις μετοχές που πούλησε, αγόρασε άλλες, για τις οποίες ανέμενε άνοδο της τιμής τους.

Έτσι «εφευρέθηκε» η πρώτη στρατηγική των επενδυτικών κεφαλαίων (Long-Short), για την οποία δεν απαιτούνταν ουσιαστικά κεφάλαια, αλλά «εμπορική πίστη». Εάν δηλαδή ο ιδιοκτήτης των μετοχών τις δάνειζε στον αγοραστή, εμπιστευόμενος ότι θα του τις επέστρεφε αργότερα, οι κεφαλαιακές ανάγκες του αγοραστή θα ήταν μηδενικές.

Για την «εκπλήρωση» αυτής της στρατηγικής απαιτείται η εύρεση μετοχών, η τιμή των οποίων θα μειωθεί εντός ενός ορισμένου χρονικού διαστήματος, καθώς επίσης άλλων αξιών (εμπορευμάτων), η τιμή των οποίων θα αυξηθεί εντός του ιδίου χρονικού διαστήματος. Η διπλή αυτή δυνατότητα επίτευξης κέρδους, η οποία δεν απαιτεί ουσιαστικά κεφάλαια, εφόσον επιβεβαιωθούν οι προβλέψεις, είχε σαν αποτέλεσμα το να αναπτυχθεί ο συγκεκριμένος τομέας, ο οποίος τα τελευταία χρόνια άνθισε σε μεγάλο βαθμό.

Έτσι, στα τέλη του 2006, ο συνολικός αριθμός των hedge funds ανήλθε στα 9.000 – με ίδια κεφάλαια ύψους περί το 1,5 τρις $. Γνωρίζοντας βέβαια πως αυτά τα κεφάλαια είναι ουσιαστικά εγγυήσεις για τις αγοραπωλησίες εκ μέρους τους, καθώς επίσης ότι οι επενδύσεις των hedge funds είναι πολλαπλάσιες των χρημάτων που διαθέτουν, καταλήγουμε πραγματικά σε ένα τεράστιο ποσόν, το οποίο κινείται σχεδόν καθημερινά, με απίστευτες ταχύτητες, αλλάζοντας συνεχώς την εικόνα ολόκληρου του πλανήτη (στις διεθνείς αγορές συναλλάγματος, διακινούνται σε καθημερινή βάση πάνω από 3,5 τρις $ – κυρίως στις ισοτιμίες δολαρίου και ευρώ).

Τα Hedge funds έχουν συνήθως έδρα σε φορολογικούς παραδείσους (το 63% στις νήσους Cayman), πληρώνοντας (εάν) μηδαμινούς φόρους, ενώ οι διαχειριστές τους στεγάζονται κυρίως στη Νέα Υόρκη (το 36%) και στο Λονδίνο (το 21%). Η αμοιβή των διαχειριστών ακολουθεί τον κανόνα 2/20, ο οποίος σημαίνει ότι εισπράττουν 2% σταθερά επί των συνολικών κεφαλαίων που «εποπτεύουν», συν 20% μερίδιο επί των ετησίων κερδών.

Σήμερα τα κεφάλαια αυτά έχουν αναπτύξει τις στρατηγικές τους σε μεγάλο βαθμό, κυρίως με τη βοήθεια μαθηματικών προγραμμάτων και Η/Υ – θεωρείται δε ότι, το 95% των «συναλλαγών» διευθετείται αυτόματα, από τους Η/Υ. Επίσης, επενδύουν σε αξίες κάθε είδους, όπως στις αγορές συναλλάγματος, σε εμπορεύματα, σε επιτόκια, σε μετοχές, σε ομόλογα κλπ, τα οποία διαπραγματεύονται με απίστευτες μεθόδους.

Περαιτέρω, μέχρι μία συγκεκριμένη χρονική περίοδο, η οποία ουσιαστικά οριοθετείται από την επίθεση του επενδυτικού κεφαλαίου του Soros στη βρετανική στερλίνα (1992), τα hedge funds προσπαθούσαν να προβλέψουν την αγορά, επενδύοντας στις «τάσεις» της. Αφού λοιπόν προέβλεπαν κάποιες αδυναμίες της αγοράς (κρατών, επιχειρήσεων κλπ), ακολουθούσαν μία μέθοδο, η οποία ήταν απλή μεν στη σύλληψη, αλλά εξαιρετικά πολύπλοκη στην εκτέλεση της.

Για παράδειγμα, όταν η Μ. Βρετανία είχε ενταχθεί, το 1990, στον ευρωπαϊκό μηχανισμό συναλλαγματικών ισοτιμιών, σε έναν ενδιάμεσο σταθμό δηλαδή της πορείας προς το ενιαίο ευρωπαϊκό νόμισμα, ο οποίος απαιτούσε σταθερές ισοτιμίες, διαπιστώθηκε βαθιά ύφεση στην οικονομία της (οφειλόμενη πιθανότατα στα υψηλά επιτόκια της Γερμανίας).

Τότε ο G.Soros, προβλέποντας την έξοδο της από το μηχανισμό, σαν αποτέλεσμα αφενός μεν της ένταξης της με υψηλή ισοτιμία, αφετέρου της λαϊκής δυσαρέσκειας, εξασφάλισε μυστικά πιστωτικά όρια, τα οποία του επέτρεπαν να δανεισθεί 15 δις στερλίνες,  μετατρέποντας τες σε δολάρια κατά βούληση. Αφού λοιπόν έλαβε ανατιμητικές θέσεις στο δολάριο και υποτιμητικές στη στερλίνα, προέβαλλε επιδεικτικά, με συνεχείς συνεντεύξεις και με άλλους τρόπους, το ότι είχε «στοιχηματίσει» στην πτώση του βρετανικού νομίσματος – συμπαρασύροντας σε αντίστοιχες ενέργειες πολλούς άλλους επενδυτές.

Τελικά, παρά το ότι η βρετανική κεντρική τράπεζα διέθεσε άμεσα 50 δις $ για τη στήριξη της ισοτιμίας του νομίσματος της, αυξάνοντας ταυτόχρονα τα επιτόκια δανεισμού, αναγκάσθηκε να εγκαταλείψει το μηχανισμό και να αφήσει ελεύθερη τη διακύμανση της τιμής της στερλίνας – η οποία φυσικά υποτιμήθηκε, ενώ ο Soros κέρδισε περί το 1 δις $.

Αργότερα, επαναλήφθηκε το ίδιο στην Ταϊλάνδη, προκαλώντας την ασιατική κρίση και διευκολύνοντας την καταστροφική έλευση του ΔΝΤ στην ευρύτερη περιοχή – ενώ τόσο η «κρίση», όσο και το ΔΝΤ, επεκτάθηκαν στη Ρωσία και στη Ν. Αμερική.

Έκτοτε όμως, γεγονός που είναι πλέον ολοφάνερο σήμερα, έχουν πάψει να αρκούνται στις προβλέψεις, οι οποίες είναι συνδεδεμένες με μεγάλο ρίσκο. Κατά την άποψη πολλών ειδικών του χώρου, τα hedge funds, σε συνεργασία μεταξύ τους (καρτέλ), λειτουργούν άκρως επιθετικά, δημιουργώντας κρίσεις. Επειδή δε η κερδοφορία τους προέρχεται κυρίως από τις συνεχείς διακυμάνσεις της αγοράς, είτε ανοδικές, είτε καθοδικές, επιδιώκουν με κάθε τρόπο την αστάθεια του συστήματος – σε όλο και περισσότερους τομείς. Έτσι, δεν αρκούνται πλέον μόνο στα χρηματιστήρια μετοχών και εμπορευμάτων, αλλά επεκτείνονται ραγδαία σε πολλές άλλες «περιοχές», όπως στα ομόλογα των κρατών.

Στην προσπάθεια τους αυτή, φαίνεται ότι συμβάλλουν οι μεγάλες τράπεζες, αλλά και πολλοί άλλοι «οργανισμοί», είτε προκαταρκτικά με τη βοήθεια διαφόρων ΜΜΕ, οικονομολόγων διεθνούς κύρους κλπ, είτε εκ των υστέρων. Ειδικά σήμερα, όπου η πραγματική οικονομία στις δυτικές χώρες υποχωρεί ασταμάτητα, ενώ διευρύνονται οι οικονομικές συρράξεις μεταξύ των κρατών, οι οποίες συμβάλλουν τα μέγιστα στην προωθούμενη διαρκή αστάθεια του συστήματος, τα hedge funds, «συνεπικουρούμενα» πάντοτε από τις υπερμεγέθεις τράπεζες και τα ταμεία, φαίνεται να διαδραματίζουν επιπροσθέτως έναν «εθνικό» ρόλο.

Μεταφορικά, θα τα παρομοίαζε κανείς με τα καταδιωκτικά αεροπλάνα του 2ου παγκοσμίου πολέμου, τα οποία συνοδεύουν τα βομβαρδιστικά (τράπεζες) στις επιθέσεις τους εναντίον του εχθρού, οι οποίες ξεκινούν από τα τεράστια αεροπλανοφόρα (συνταξιοδοτικά ταμεία) που είναι σταθμευμένα σε απόσταση ασφαλείας. Ακολουθούνται δε από τις «δυνάμεις κατοχής» (Παγκόσμια Τράπεζα, ΔΝΤ), οι οποίες εγκαθίστανται στα εδάφη των ηττημένων, εξαθλιώνοντας τους Πολίτες τους – απορροφώντας τόσο τη δημόσια, όσο και την ιδιωτική τους περιουσία, με τελικό αποδέκτη τη διεθνή ελίτ.

Τα υπόλοιπα οικονομικά όπλα

Τέλος σημαντικά οικονομικά όπλα είναι επίσης οι ισχυροί διεθνείς Επενδυτές, οι επιφανείς Οικονομολόγοι, οι τέσσερις μεγάλες Ελεγκτικές εταιρείες όπως η E&Y και η PwC, ο οικονομικός Τύπος όπως το Bloomberg ή οι Financial Times που χρησιμοποιούνται συχνά για τις οικονομικές επιθέσεις και ασφαλώς τα μεγάλα Χρηματιστήρια (η Wall Street με κεφαλαιοποίηση του NYSE ύψους 23 τρις $ και του NASDAQ 10 τρις $, το Λονδίνου με 8 τρις $, το Τόκυο με 6,2 τρις $, η Σαγκάης με 5 τρις $ και το EURONEXT της Ευρώπης με 4,6 τρις $), οι οικονομικές κυρώσεις σε χώρες όπως η Ρωσία, οι εμπορικοί δασμοί όπως των Η.Π.Α. στην Κίνα κοκ.

Τα οικονομικά εργαλεία

Εκτός τώρα από τα οικονομικά όπλα πρέπει να αναφέρει κανείς επί πλέον ορισμένα οικονομικά εργαλεία όπως αυτά που είδαμε προηγουμένως (CDO’s, CDS κλπ.), τα οποία είναι απίστευτα καταστροφικά – κυρίως δε τα παράγωγα, στα οποία στηρίζονται όλα αυτά τα εργαλεία. Ειδικότερα τα εξής:

Σε μία χρηματιστηριακή αγορά, όσο μεγάλη και αν είναι,  οι μετοχές των εταιρειών που διαπραγματεύονται δημόσια, είναι δευτερεύουσας σημασίας. Τον πρώτο ρόλο διαδραματίζουν στην πραγματικότητα τα χρηματιστηριακά παράγωγα, τα οποία αποτελούν την «κορωνίδα» της χρηματοπιστωτικής βιομηχανίας – με συναλλαγές οι οποίες λαμβάνουν χώρα εκτός των χρηματιστηρίων, μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας.

Το συνολικό ποσόν σήμερα των χρηματιστηριακών παραγώγων υπολογίζεται πως είναι πάνω από 600 τρις $ – ένα μέγεθος δεκαπλάσιο του παγκοσμίου ΑΕΠ. Κανένας άλλος τομέας του χρηματοπιστωτικού συστήματος δεν έχει αναπτυχθεί σε τέτοιο βαθμό – ενώ τίποτα δεν απειλεί περισσότερο τον κόσμο, από αυτόν τον συγκεκριμένο «κλάδο». Πόσο μάλλον αφού δεν υπάρχει καμία κρατική Αρχή, η οποία να επιβλέπει την τεράστια αγορά των παραγώγων – πολύ περισσότερο να την ελέγχει.

Το μεγαλύτερο «κομμάτι» της «σκιώδους» αυτής αγοράς ευρίσκεται στα χέρια ελάχιστων τραπεζών – οι οποίες αγωνίζονται με κάθε τρόπο για να αποφύγουν τη διαφάνεια ή/και τη δημιουργία συνθηκών ελεύθερου ανταγωνισμού, δαπανώντας εκατοντάδες εκατομμύρια σε «αμυντικά lobbies» (με στόχο να μην επιβληθούν ρυθμιστικοί κανόνες από την Πολιτεία). Πρόκειται λοιπόν για ένα επόμενο, σκοτεινό τραπεζικό μονοπώλιο, το οποίο δεν λειτουργεί με τους κανόνες της ελεύθερης αγοράς, όπως επίσης δεν λειτουργεί και η παραγωγή χρήματος.

Συνεχίζοντας, οι συναλλαγές μέσω παραγώγων είναι στην ουσία στοιχήματα, τα οποία αφορούν προβλέψεις, σε σχέση με την μελλοντική εξέλιξη των τιμών των μετοχών, του συναλλάγματος, των πρώτων υλών, των εμπορευμάτων κλπ. Προφανώς δεν προβλέπουν μόνο, αλλά επηρεάζουν ταυτόχρονα τις αγορές, στις οποίες δραστηριοποιούνται.

Παρά το ότι λοιπόν η χρηματοπιστωτική κρίση του 2008 οφειλόταν στα ενυπόθηκα δάνεια χαμηλής εξασφάλισης, τα παράγωγα ήταν αυτά που τελικά προκάλεσαν τα καταστροφικά αποτελέσματα που βιώσαμε – ενώ αποφύγαμε την κατάρρευση του συστήματος την τελευταία στιγμή, με τη βοήθεια των κρατών και των χρημάτων των πολιτών τους.

Γνωρίζοντας τώρα ότι, μόλις πέντε μεγάλες τράπεζες κυριαρχούν στην τεράστια αυτή αγορά (οι τέσσερις μεγάλες αμερικανικές, καθώς επίσης η HSBC), συμμετέχοντας στο 96% σχεδόν των συναλλαγών που διενεργούνται εκεί (στην αγορά συναλλάγματος οι συναλλαγές είναι πολύ πιο μεγάλες και πρωτοστατεί η Deutsche Bank), συνειδητοποιούμε ότι είμαστε αντιμέτωποι με μία ακόμη μορφή τραπεζικού μονοπωλίου, η οποία λειτουργεί εκτός των πλαισίων της ελεύθερης αγοράς.

Παρά το ότι τώρα η κυβέρνηση των Η.Π.Α. προσπαθεί να επιβάλλει κανόνες στη συγκεκριμένη αγορά, με τη βοήθεια της δημιουργίας μίας «υπηρεσίας» ως ενδιαμέσου διαπραγματευτή (Clearing house), ο οποίος θα μπορεί να ελέγχει και να εγγυάται τις συναλλαγές παραγώγων, οι τράπεζες, γνωρίζοντας ότι οι διαφανείς συναλλαγές αποφέρουν ελάχιστα, έχουν τοποθετηθεί εχθρικά απέναντι στις προθέσεις της κυβέρνησης. Έτσι, μη έχοντας τη δυνατότητα να εμποδίσουν τη δημιουργία του συγκεκριμένου οργανισμού, προσπαθούν να τον ιδιωτικοποιήσουν, αναλαμβάνοντας τη λειτουργία του οι ίδιες.

Επίλογος

Ολοκληρώνοντας, από τα παραπάνω φαίνεται καθαρά πως οι πόλεμοι σήμερα είναι οικονομικοί, καθώς επίσης ενεργειακοί σε κάποιο βαθμό – αφού η ενέργεια αποτελεί ένα ακόμη μεγάλο όπλο, το οποίο θα απαιτούσε μία ιδιαίτερη ανάλυση. Προσπαθώντας τώρα να ρίξουμε μία ματιά στο μέλλον, εν πρώτοις το 2008 τα κράτη διέσωσαν τις τράπεζες και υπερχρεώθηκαν, οπότε διασώθηκαν αμέσως μετά από τις κεντρικές τράπεζες που έχουν διογκώσει κατά πολύ τους Ισολογισμούς τους.

Επειδή όμως οι κεντρικές τράπεζες δεν χρεοκοπούν ποτέ, αφού είναι σε θέση να τυπώνουν όσα χρήματα θέλουν, η κατά κάποιον τρόπο διάσωση τους μπορεί να προέλθει μόνο από τον πληθωρισμό – όταν δηλαδή αναγκασθούν να παγώσουν η να διαγράψουν μέρος των χρεών των κρατών, αυξάνοντας ανάλογα τη ρευστότητα. Σε συνδυασμό ίσως με τη χρηματοπιστωτική καταστολή, με τη διατήρηση των επιτοκίων σε χαμηλότερα επίπεδα – όπου όμως αντιδρούν κυρίως οι χώρες με μεγάλες καταθέσεις και με οδυνηρές εμπειρίες από τον υπερπληθωρισμό, όπως η Γερμανία (περί τα 6 τρις € καταθέσεις μαζί με τα ασφαλιστικά συμβόλαια), σε κάποιο βαθμό και οι Η.Π.Α. λόγω των κινδύνων για το δολάριο ως το νούμερο ένα παγκόσμιο αποθεματικό νόμισμα.

Από την άλλη πλευρά ο καπιταλισμός, αδυνατώντας να αναπτυχθεί λόγω κυρίως της υπερχρέωσης του πλανήτη, καθώς επίσης της μη ισορροπημένης αναδιανομής των εισοδημάτων που εντάθηκε με τα προγράμματα QE των κεντρικών τραπεζών, κινδυνεύει να καταρρεύσει εάν δεν βρεθεί λύση.  Ο μοναδικός τρόπος τώρα να επιλυθούν και τα δύο προβλήματα μαζί ειρηνικά, είναι ο μεγάλος πληθωρισμός, ο οποίος όμως συχνά γίνεται ανεξέλεγκτος – εναλλακτικά ένα νέο Bretton Woods, ένα New Deal, για να οικοδομηθεί ένα καινούργιο οικονομικό σύστημα.

Exit mobile version