Ο οικονομικός εθνικισμός – Σελίδα 2 – The Analyst

Ο οικονομικός εθνικισμός

606 total views, 7 views today

.
Το τέλος της εθνικής οικονομικής πολιτικής

Συνεχίζοντας, στα τέλη της δεκαετίας του 1970 τελείωσε η εποχή της εθνικής οικονομικής πολιτικής, με αιτία τη δημιουργία υψηλού πληθωρισμού (γράφημα) – ως αποτέλεσμα λανθασμένων μακροοικονομικών αποφάσεων. Μία από αυτές ήταν η έντονα επεκτατική δημοσιονομική πολιτική εκ μέρους των κυβερνήσεων στα πλαίσια του πελατειακού κράτους (στις Η.Π.Α. κυρίως λόγω των αναγκών χρηματοδότησης των πολέμων του Βιετνάμ), ενώ μία δεύτερη οι υπερβολικές απαιτήσεις των εργαζομένων.

Ο οικονομικός εθνικισμός

Επεξήγηση γραφήματος: Εξέλιξη του ποσοστιαίου πληθωρισμού στις Η.Π.Α.

.

Ειδικότερα, λόγω των λανθασμένων μακροοικονομικών πολιτικών, η καμπύλη της προσφοράς στη συνολική οικονομία γινόταν όλο και πιο πολύ ανελαστική – γεγονός που σημαίνει ότι, η νομισματική και η δημοσιονομική πολιτική οδηγούσε περισσότερο σε τιμολογιακά αποτελέσματα και λιγότερο σε ποσοτικά. Με απλά λόγια, αυξάνονταν οι τιμές των εμπορευμάτων και δεν παράγονταν περισσότερα για να ικανοποιήσουν τη ζήτηση – οπότε προκαλούταν μεγάλος πληθωρισμός.

Το πρώτο θύμα αυτής της λανθασμένης μακροοικονομικής πολιτικής των Η.Π.Α. ήταν η κατάρρευση του συστήματος του «Bretton-Woods» – επειδή οι σταθερές συναλλαγματικές ισοτιμίες θα προκαλούσαν τη διάχυση του υψηλού αμερικανικού πληθωρισμού στις άλλες χώρες. Εν προκειμένω, ούτε οι Η.Π.Α. ήθελαν να παραιτηθούν από την εθνική τους οικονομική πολιτική, ούτε οι άλλες χώρες αποδεχόταν τις ονομαστικές ανατιμήσεις των νομισμάτων τους – οι οποίες ήταν απαραίτητες στην υπερδύναμη, αφενός μεν για να καταπολεμήσει τον υψηλό πληθωρισμό, αφετέρου την πραγματική ανατίμηση του δολαρίου, ως αποτέλεσμα της αντιπληθωριστικής αύξησης των επιτοκίων.

Για παράδειγμα, η Γερμανία δεν αποδεχόταν την ανατίμηση του μάρκου, για να υποτιμηθεί το δολάριο παρά την αύξηση των επιτοκίων εκ μέρους της Fed – επειδή δεν ήθελε να έχει ελλείμματα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών της, ούτε να δημιουργηθεί πληθωρισμός στο εσωτερικό της (αντίθετα η Ιαπωνία, η οποία είχε μεγάλα πλεονάσματα με τις Η.Π.Α. όπως η Κίνα σήμερα, υποχρεώθηκε αργότερα να το κάνει – με αποτέλεσμα να καταρρεύσει το χρηματιστήριό της και να βυθιστεί στον αποπληθωρισμό, από τον οποίο δεν έχει ακόμη ξεφύγει).

Ως εκ τούτου, οι δυτικές οικονομίες υιοθέτησαν το 1973 τις ευέλικτες συναλλαγματικές ισοτιμίες, αντί τις σταθερές του συστήματος του «BrettonWoods» – πόσο μάλλον αφού οι Η.Π.Α. κατάργησαν μονομερώς τον κανόνα του χρυσού το 1971, τυπώνοντας έκτοτε χρήματα κατά το δοκούν.

Εν τούτοις, ο αμερικανικός πληθωρισμός δεν σταμάτησε. Αντίθετα οι δύο πετρελαϊκές κρίσεις (1973/74 και 1979/80) μετέφεραν την καμπύλη της προσφοράς ακόμη πιο πολύ προς τα αριστερά, εντείνοντας το πληθωριστικό πρόβλημα – το οποίο τελικά καταπολεμήθηκε με την απόσυρση της εγγύησης του κράτους, όσον αφορά την πλήρη απασχόληση των εργαζομένων. Αυτό συνέβη το 1979, όπου η κεντρική τράπεζα υιοθέτησε ως πρώτη προτεραιότητα της τη σταθερότητα των τιμών, αντί την πλήρη απασχόληση – έχοντας βιώσει τη μεγαλύτερη ύφεση μετά τον 2ΠΠ.

Έκτοτε έχει επικρατήσει η καινούργια νομισματική συναίνεση, όπου η βασική ευθύνη της Fed είναι η σταθερότητα των τιμών – ενώ, εκτός αυτού, η δημοσιονομική πολιτική δεν αντιμετωπίζεται ως ένα εργαλείο σταθεροποίησης της οικονομίας, αλλά ως ένα μέσον για τη μακροπρόθεσμη εξασφάλιση της ανάπτυξης, μέσω των διαρθρωτικών αλλαγών (όπως αυτές που απαιτούνται σήμερα από την Ελλάδα).

Έτσι καταργήθηκε ένα ακόμη θεμελιώδες στοιχείο της πολιτικής του Keynes – έχοντας αντικατασταθεί από τις μειώσεις των φόρων για τις επιχειρήσεις, καθώς επίσης από την αποχώρηση του δημοσίου από την οικονομία (νεοφιλελευθερισμός). Εν προκειμένω, με τη μορφή της απελευθέρωσης της αγοράς και των ιδιωτικοποιήσεων πολλών κλάδων – οι οποίοι ήταν κυρίως υπό την επιρροή του κράτους, μεταξύ των ετών 1933 και 1980.

Κλείνοντας, οι ομοιότητες των συνθηκών που επικρατούσαν στις αρχές τις δεκαετίας του 1980 με τις σημερινές, είναι φανερές – όπως, για παράδειγμα, οι ανατιμητικές πιέσεις που ασκούνται στο δολάριο λόγω της αύξησης των επιτοκίων από τη Fed, τα τεχνητά υποτιμημένα νομίσματα όπως το ευρώ και το γουάν που αυξάνουν τα ελλείμματα των Η.Π.Α., εξάγοντας τους ανεργία κοκ.

Η νεοφιλελεύθερη υπερεθνική πολιτική

Περαιτέρω, η νεοφιλελεύθερη ατζέντα εφαρμόσθηκε με μεγάλη συνέπεια σε σχέση με το εθνικό και με το διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα – καθώς επίσης με το εξωτερικό εμπόριο. Με τον τρόπο αυτό, σε συνδυασμό με τις ελεύθερες συναλλαγματικές ισοτιμίες, αυξήθηκαν σε μεγάλο βαθμό τα υπόλοιπα στα ισοζύγια τρεχουσών συναλλαγών παγκοσμίως, τα οποία μέχρι τότε ήταν πολύ χαμηλά – ενώ έκτοτε εξαρτώνται από την επιθυμία χρηματοδότησης των κρατών εκ μέρους των διεθνών χρηματαγορών, οι οποίες πλέον θεωρούνται ως οι κυρίαρχοι του σύμπαντος.

Στα πλαίσια αυτά, προκλήθηκαν πολλές χρηματοπιστωτικές και συναλλαγματικές κρίσεις σε διάφορες χώρες, όταν οι χρηματαγορές άλλαζαν απόψεις – με την έννοια ότι, εισέρρεαν μεγάλα κεφάλαια σε κράτη που οι αγορές θεωρούσαν υγιή και κερδοφόρα, τα οποία απομακρύνονταν αγελαία όταν πανικοβάλλονταν, με αποτέλεσμα να τους προκαλούν τεράστιες ζημίες, όπως στο παράδειγμα της ασιατικής κρίσης του 1997/98.

Αυτό ισχύει επίσης για τα κράτη που ανήκουν σε μία νομισματική ένωση, όπως τεκμηριώθηκε πρόσφατα από την κρίση της Ευρωζώνης – γεγονός που σημαίνει ότι, από το 1973 και μετά η ισοσκέλιση των ισοζυγίων τρεχουσών συναλλαγών, η οποία προηγουμένως επιτυγχανόταν με τις ανατιμήσεις/υποτιμήσεις των νομισμάτων, είτε δεν γίνεται καθόλου, όπως στο παράδειγμα των Η.Π.Α., είτε γίνεται με τη βοήθεια μίας κρίσης.

Κατά την άποψη μας δε, μπορεί μέχρι σήμερα να μη βίωσαν μία κρίση ισοζυγίου οι Η.Π.Α., συνεχίζοντας να έχουν τεράστια ελλείμματα, αλλά δεν θα το αποφύγουν στο μέλλον – ενώ η κρίση αυτή θα είναι πολύ πιο επικίνδυνη, λόγω της καθυστέρησης της, συνοδευόμενη από την αναβίωση του πληθωρισμού (ανάλυση), ο οποίος θα πυροδοτήσει το αναμενόμενο χρηματιστηριακό κραχ.

Πιθανότατα εξαιτίας της αλλαγής της οικονομικής πολιτικής εκ μέρους του κ. Trump, ο οποίος θεωρεί ότι, δεν είναι δυνατόν να αυξάνονται τα δημόσια χρέη στο διηνεκές εξαιτίας των ελλειμμάτων του προϋπολογισμού – ούτε τα ιδιωτικά, ένεκα των ελλειμμάτων του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών, ενώ οι χώρες με δίδυμα ελλείμματα και με τεράστια συνολικά χρέη, δημόσια και ιδιωτικά, δεν αποφεύγουν κάποια στιγμή τη χρεοκοπία.

Οι συνέπειες για τους εργαζόμενους

Συνεχίζοντας, ως αποτέλεσμα των παραπάνω, προέκυψε ένα διεθνές μακροοικονομικό καθεστώς, το οποίο μπορεί να χαρακτηρισθεί ως μία παγκόσμια πολιτική της προσφοράς, κυριότερος εμπνευστής της οποίας ήταν η Σχολή του Σικάγο και ο M. Friedman – εντελώς αντίθετο με την πολιτική της ζήτησης του Keynes.

Ο οικονομικός εθνικισμός

Στην Ευρώπη υιοθετήθηκαν οι τέσσερις βασικές ελευθερίες, οι οποίες αφορούσαν την απελευθέρωση της αγοράς των αγαθών, των υπηρεσιών και της κυκλοφορίας των κεφαλαίων, καθώς επίσης το πλήρες άνοιγμα των αγορών εργασίας – γεγονός που οδήγησε, ειδικά μετά το άνοιγμα των συνόρων της ανατολικής Ευρώπης (κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης), σε μεγάλες μεταναστευτικές ροές από τις φτωχότερες προς τις πλουσιότερες χώρες.

Η Βρετανία αποτελεί ένα κλασσικό παράδειγμα ως χώρα υποδοχής μεταναστών, επειδή δεν έκανε χρήση του δικαιώματος της που αφορούσε την επταετή περίοδο προσαρμογής – όπως επίσης οι Η.Π.Α., στα πλαίσια της NAFTA, μέσω της οποίας αυξήθηκε ο αριθμός των μεταναστών από το Μεξικό, αυξάνοντας σημαντικά την προσφορά του εργατικού δυναμικού εις βάρος των μισθών των Αμερικανών εργαζομένων (κάτι που θέλει να καταργήσει ο κ. Trump).

Η συγκεκριμένη πολιτική είχε σαν αποτέλεσμα τη συνεχώς πιο ελαστική συνολική καμπύλη της προσφοράς σε όλες σχεδόν τις δυτικές οικονομίες – με άμεση συνέπεια την επιδείνωση της αναδιανομής των εισοδημάτων, η οποία αποτελεί μία από τις βασικές αιτίες της πρόκλησης υφέσεων. Δηλαδή, οι φτωχοί γίνονταν φτωχότεροι καταναλώνοντας λιγότερο – ενώ οι πλούσιοι πλουσιότεροι, όπου όμως δεν μπορούσαν να αυξήσουν την κατανάλωση τους περισσότερο από τις ανθρώπινες ανάγκες τους.

Τα ισχυρά συνδικάτα των εργαζομένων έχασαν τη δύναμη τους, με αποτέλεσμα να μην μπορούν επιτύχουν αξιόλογες αυξήσεις των μισθών των μελών τους, ακόμη και σε περιόδους μεγάλης ανάπτυξης – επειδή, λόγω του ανοίγματος των αγορών εργασίας, όλο και πιο πολλοί εργαζόμενοι στο εξωτερικό ή στο εσωτερικό ήταν πρόθυμοι να δουλεύουν με χαμηλότερες αμοιβές.

Εκτός αυτού το κράτος απαγορευόταν να επέμβει, επειδή θα εμπόδιζε να δημιουργηθούν εκείνες οι αναπτυξιακές προϋποθέσεις που θα  απέρρεαν από την απελευθέρωση των αγορών – σύμφωνα με το νέο μακροοικονομικό καθεστώς που επικράτησε (κάτι που επιδιώκεται μόλις σήμερα στην Ελλάδα, στα πλαίσια των μνημονίων).

Συνεχίστε στη 3η σελίδα (…)

Advertisements

Τα άρθρα που δημοσιεύονται στην ιστοσελίδα μας εκφράζουν αποκλειστικά τους συγγραφείς τους. Η ιστοσελίδα μας δεν λογοκρίνει τις γνώμες των συνεργατών της.