Η γερμανική ουτοπία – The Analyst

Η γερμανική ουτοπία

Email this page.
Print Friendly, PDF & Email

.

Η γερμανική ουτοπία

Η καγκελάριος έχει την εντύπωση ότι, είτε θα παραμείνει ανέπαφη η Ευρωζώνη υπό την απόλυτη ηγεμονία της, είτε πως θα προλάβει να διασώσει τη χώρα της εάν το ευρώ καταρρεύσει – κάτι για το οποίο αμφιβάλλουμε, αφού σε αυτού του είδους τις καταστροφές υπάρχουν μόνο ζημιωμένοι.  

.

(To άρθρο αποτελείται από 2 Σελίδες)

.

Ανάλυση

Η Ελλάδα έχει ασφαλώς πάρα πολλές ευθύνες, όσον αφορά την υπερχρέωση της, τόσο οι κυβερνήσεις της, όσο και οι Πολίτες – μεταξύ άλλων επειδή επέλεγαν το εκάστοτε κόμμα με στενού ορίζοντα ιδιοτελή κριτήρια, «αναγκάζοντας» το να μην υιοθετεί τη σωστή οικονομική πολιτική.

Έχοντας εκπαιδευτεί δε στη διαφθορά μετά το 1980 (ανάλυση), οι Πολίτες δημιούργησαν πάρα πολλά προβλήματα στο δημόσιο, αδυνατώντας να κατανοήσουν το αυτονόητο: το ότι δηλαδή η συσσώρευση ιδιωτικού πλούτου σε ένα κράτος που αυξάνονται ανάλογα τα χρέη του, είναι μακροπρόθεσμα μία από τις πλέον καταστροφικές επιλογές. Παραστατικά άλλωστε μοιάζει με το να έχει κάποιος ένα πολυτελές σπίτι σε μία πολύ κακόφημη και εξαθλιωμένη συνοικία – κάτι που δεν αποτελεί την καλύτερη επιλογή.

Στα πλαίσια αυτά, εάν μετά τη λανθασμένη είσοδο της Ελλάδας στην Ευρωζώνη είχαν φροντίσει, κόμματα και Πολίτες, να διατηρηθούν σταθερά τα έξοδα του δημοσίου, εκμεταλλευόμενοι τα χαμηλά επιτόκια, καθώς επίσης την ανάπτυξη λόγω της διεξαγωγής ξένων επενδύσεων, η χώρα μας δεν θα είχε υπερχρεωθεί. Αντίθετα, θα είχε μειώσει σημαντικά τα χρέη της ως προς το ΑΕΠ της, όπως η Ισπανία (γράφημα) – οπότε, αφού ο ιδιωτικός της τομέας δεν έκανε τα ίδια λάθη με τον ισπανικό (φούσκα ακινήτων), κυρίως οι τράπεζες, θα ήταν ασφαλώς σε θέση να ανταπεξέλθει με την εισαγόμενη από τις Η.Π.Α. κρίση του 2008, χωρίς να χρεοκοπήσει.

177

Επεξήγηση γραφήματος: Εξέλιξη του δημοσίου χρέους ως προς το ΑΕΠ της Ελλάδας (μπλε στήλες, αριστερή κάθετος), σε σχέση με την Ισπανία (διακεκομμένη γραμμή, δεξιά κάθετος).

.

Εν τούτοις, η υπερχρέωση της Ελλάδας δεν προήλθε μόνο από την ίδια κρίνοντας από το γεγονός ότι, η Ευρωζώνη δεν υποφέρει από μία απλή κρίση ιδιωτικού ή/και δημόσιου χρέους – αλλά από μία βαθιά κρίση ισοζυγίων εξωτερικών συναλλαγών και ανταγωνιστικότητας. Η κρίση αυτή τώρα είναι αδύνατον να καταπολεμηθεί, εάν δεν αλλάξουν ριζικά οι συνθήκες που επικρατούν – ενώ έχει προκληθεί κυρίως από την επεκτατική πολιτική που ακολουθεί η Γερμανία μετά το 2000 (μερκαντιλισμός).

Ειδικότερα, τα κράτη που εμφανίζουν αυξανόμενα ελλείμματα στα ισοζύγια εξωτερικών συναλλαγών τους, είναι υποχρεωμένα να αντιδρούν υποτιμώντας τα νομίσματα τους – ή αναγκάζονται να το κάνουν, λόγω των πιέσεων που τους ασκούν οι κεφαλαιαγορές. Για παράδειγμα η Ιταλία, βιώνοντας την κρίση του 1992, αναγκάσθηκε από τις αγορές να υποτιμήσει το νόμισμα της κατά 20%, παρά το ότι η κυβέρνηση της ήταν αντίθετη – μία ενέργεια που επίλυσε τελικά το θεμελιώδες πρόβλημα της μειωμένης ανταγωνιστικότητας της, η οποία την είχε οδηγήσει στην κρίση.

Εάν λοιπόν μία χώρα ζει πάνω από τα όρια των δυνατοτήτων της, εάν δηλαδή η ανταγωνιστικότητα της είναι μειωμένη, συγκριτικά με τους εμπορικούς εταίρους της (η ανταγωνιστικότητα είναι πάντοτε ένα συγκριτικό μέγεθος – ανάλυση), τότε η υποτίμηση του νομίσματος της είναι ακριβώς εκείνος ο τρόπος, για να διορθώσει σωστά το πρόβλημα – επανερχόμενη σε φυσιολογικές συνθήκες.

Φυσικά η υποτίμηση, ως ένα εργαλείο της αύξησης της ανταγωνιστικότητας με μία καθαρά μηχανική έννοια, μπορεί να αντικατασταθεί από τον περιορισμό των μισθών – από τη γνωστή μας «εσωτερική υποτίμηση». Εν τούτοις, η μείωση των μισθών έχει καταστροφικά επακόλουθα για την οικονομία, σε σύγκριση με την υποτίμηση του νομίσματος – επειδή η ζήτηση/κατανάλωση συρρικνώνεται, ακολουθούμενη από τη μείωση των επενδύσεων, το κλείσιμο επιχειρήσεων, την ανεργία, τον περιορισμό των εσόδων του δημοσίου κοκ.

Ακριβώς αυτός είναι ο λόγος που ήταν και συνεχίζει να είναι αδύνατον να επιλυθεί το συγκεκριμένο πρόβλημα εντός της Ευρωζώνης εάν δεν ενωθεί δημοσιονομικά, λόγω δηλαδή της αδυναμίας υποτίμησης των εθνικών νομισμάτων, αφού έχουν πάψει πια να υπάρχουν – παρά το ότι η ανάκτηση της χαμένης ανταγωνιστικότητας είναι υποχρεωτική, για να επανέλθει η νομισματική ένωση σε φυσιολογικές συνθήκες.

Η παράλληλη αιτία είναι το ότι, όλες οι επιχειρήσεις των διαφόρων κρατών χάνουν συνεχώς μερίδια αγοράς από τις γερμανικές, λόγω κυρίως του μισθολογικού dumping που έχουν υιοθετήσει  – όπου μία χώρα, οι επιχειρήσεις της οποίας χάνουν διαρκώς μερίδια αγοράς, αργά ή γρήγορα δεν μπορεί να πληρώσει τις εισαγωγές της και χρεοκοπεί.

Ως εκ τούτου, κάποια στιγμή οι άλλες χώρες της Ευρωζώνης θα αδιαφορήσουν εντελώς για το ότι, η μετάβαση σε ένα καινούργιο σύστημα είναι εξαιρετικά δύσκολη και οδυνηρή, επειδή δεν έχουν στη διάθεση τους ένα λειτουργικό εθνικό νομισματικό σύστημα. Με απλά λόγια, όταν υπερβούν τα όρια, αδυνατώντας πλέον να επιβιώσουν εντός του ευρώ, οτιδήποτε άλλο θα είναι καλύτερο από το παλαιό σύστημα – το οποίο παραλύει σταδιακά ολόκληρη την Ευρώπη.

Η ελλειμματική ανταγωνιστικότητα

Περαιτέρω, δεν είναι πολλοί αυτοί που συνειδητοποιούν πως η ασθένεια της ελλειμματικής ανταγωνιστικότητας είναι εξτρεμιστικά βαριά και θανατηφόρα – ενώ είναι αδύνατον να θεραπευθεί με κάποιου είδους μικρές ενταξιακές προόδους η με άλλα «εικονικά φάρμακα».

Ακόμη περισσότερο, η πολιτική του μερκαντιλισμού που εφαρμόζει η Γερμανία, θα στραγγαλίσει κυριολεκτικά όλους τους εταίρους της εντός της Ευρωζώνης, τον έναν μετά τον άλλο – ενώ τα μεγαλύτερα ελλείμματα στους προϋπολογισμούς που ανακοινώνουν χώρες που είναι σε θέση να τα επιβάλλουν, όπως η Ιταλία και η Γαλλία, επιδεινώνουν τις οικονομίες τους αντί να τις καλυτερεύουν.

Συνεχίζοντας, σαν να μην έφταναν τα παραπάνω, οι χώρες που υιοθέτησαν το ευρώ έχουν χάσει επί πλέον τη δυνατότητα να αντιμετωπίζουν τις οικονομικές κρίσεις με άλλα, εθνικά κυρίαρχα μέσα – όπως, για παράδειγμα, με δημοσιονομικά (μείωση των φόρων, αύξηση των δημοσίων δαπανών κλπ.).

Η αιτία είναι το ότι, η νομισματική ένωση έχει θεσπίσει κανόνες για τα ελλείμματα των προϋπολογισμών, ενώ δεν επιτρέπει τη συμμετοχή της ΕΚΤ, της μοναδικής κεντρικής τράπεζας όλων, στην επίλυση της κρίσης που αντιμετωπίζουν οι επί μέρους χώρες – όπως στη χρηματοδότηση αναπτυξιακών προγραμμάτων που αποφασίζει κάποια κυβέρνηση.

Ακόμη χειρότερα, με το νέο νόμο περί της διάσωσης των τραπεζών από τους μετόχους, τους ομολογιούχους και τους καταθέτες τους, προκαλούνται μεγάλα προβλήματα – μεταξύ άλλων επειδή οι πιθανοί «ναυαγοσώστες» των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων, ειδικά στις αδύναμες χώρες, αποσύρουν τα χρήματα τους, δημιουργώντας τους μεγάλα προβλήματα ρευστότητας.

Εκτός αυτού, η ΕΚΤ προσάρμοζε ανέκαθεν τη νομισματική της πολιτική κυρίως στις ανάγκες των ισχυρότερων κρατών της Ευρωζώνης – όπως διαπιστώνεται από μία πρόσφατη μελέτη δύο οικονομολόγων (πηγή), οι οποίοι ερεύνησαν την πολιτική των επιτοκίων της με αφετηρία το 1999, όπου ξεκίνησε η εποχή του ευρώ. Ειδικότερα τα εξής:

Συνεχίστε στη 2η σελίδα (…)  

Ανοιχτή Συνδρομή
Εμείς την ορεξη και την εργατικότητα την έχουμε. ‘Οραμα διαθέτουμε. Γνώσεις αρκετές. Στηρίξτε τη προσπάθειά μας να γίνουμε ο καταλύτης, για τη συλλογική εξέλιξη της κοινωνίας και της χώρας μας.
*Σχεδιάζουμε να "ανταμείψουμε" τους Συνδρομητές μας σύντομα για την υποστήριξή τους.
Αντιαμβανόμαστε πως δεν μπορεί ο καθένας να γίνει συνδρομητής. Για το λόγο αυτό, όσοι από εσάς είσαστε σε θέση να υποστηρίξετε το όραμά μας, θα βοηθάτε και εκείνους που δεν μπορούν να συνδράμουν άμεσα.
×