
Όταν σε μία χώρα κινδυνεύει να εξαφανισθεί η μεσαία τάξη, ενώ έχει εξαθλιωθεί η κατώτερη, τότε επιλέγονται αριστερές παρατάξεις: οι ακροδεξιές όταν υπάρχει εξωτερική απειλή ενώ οι κεντρώες σε εποχές ευημερίας – η δυτική παγίδα
(To άρθρο αποτελείται από 2 Σελίδες)
.
“Η μη συμβατική νομισματική πολιτική των μεγάλων κεντρικών τραπεζών, η οποία δεν συνοδεύεται από μία ορθολογική δημοσιονομική πολιτική, καθώς επίσης από τη ρύθμιση χρεών και τραπεζών, έχει διαστρεβλώσει εντελώς το χρηματοπιστωτικό σύστημα – χωρίς θετικά αποτελέσματα, εκτός από την μέχρι στιγμής αποφυγή ενός παγκόσμιου κραχ, έναντι πολύ ακριβών ανταλλαγμάτων (υπερδιογκωμένες φούσκες στις αγορές παγίων, μεγάλη αύξηση του παγκοσμίου χρέους, υπερδιπλασιασμός των δανείων σε δολάρια κλπ.).
Η πολιτική όμως αυτή πλησιάζει στο τέλος της, για διάφορους λόγους στις τρεις μεγάλες βιομηχανικές περιοχές του πλανήτη, χωρίς να έχει βρεθεί ο τρόπος της ομαλής αντικατάστασης της – γεγονός που σημαίνει πως θα οδηγηθούμε πολύ σύντομα σε αχαρτογράφητα νερά, με τους κινδύνους κατάρρευσης του σημερινού χρηματοπιστωτικού συστήματος να έχουν αυξηθεί κατακόρυφα”.
.
Ανάλυση
Διαπιστώνοντας πως η αξιωματική αντιπολίτευση αναζητάει τα αίτια της εκλογικής της αποτυχίας στα πρόσωπα που διεκδίκησαν τη νίκη, θεωρούμε σκόπιμο να εκφράσουμε τη δική μας άποψη, με γνώμονα όπως πάντα την οικονομική ιστορία – η οποία είναι εντελώς διαφορετική.
Ειδικότερα, με βάση την εμπειρία, όταν σε μία χώρα κινδυνεύει να εξαφανισθεί η μεσαία τάξη, ενώ έχει εξαθλιωθεί η κατώτερη, τότε επιλέγονται νομοτελειακά αριστερές παρατάξεις – οι οποίες συνήθως δεν παράγουν πλούτο αλλά, αντίθετα, μοιράζουν όσο το δυνατόν καλύτερα ή δικαιότερα μπορούν τη φτώχεια. Χώρες όπως η Ρωσία στο παρελθόν, η Κούβα, η Χιλή κοκ. έχουν τεκμηριώσει το παραπάνω συμπέρασμα – επιτρέποντας ελάχιστες αμφιβολίες.
Φαίνεται λοιπόν πως το δικαιότερο μοίρασμα των μικρότερων εισοδημάτων είναι αυτό που προσδοκούν ενδόμυχα οι υποστηρικτές τους, χωρίς πολλές φορές να το συνειδητοποιούν – επειδή η φτώχεια είναι ουσιαστικά συγκριτικό μέγεθος, ενώ υποφέρεται ευκολότερα, όταν το σύνολο των ανθρώπων μίας κοινωνίας είναι στην ίδια οδυνηρή θέση.
Ως εκ τούτου, μετά από τα έξι περίπου χρόνια της πολιτικής των μνημονίων, τα οποία ακολουθεί ένα τρίτο πολύ αυστηρότερο, εύλογα οι Έλληνες επέλεξαν μία αριστερή κυβέρνηση – αφού είναι πολύ πιο φτωχοί πλέον, όσον αφορά τη μεσαία και κατώτερη τάξη, έχοντας χάσει όλες τους τις ελπίδες για το μέλλον (αποδεχόμενοι παράλληλα την ήττα τους από τους πιστωτές).
Περαιτέρω, όταν η μεσαία τάξη μίας χώρας ευημερεί, ενώ η κατώτερη (πάντοτε με εισοδηματικά κριτήρια) δεν δυσκολεύεται να επιβιώσει, τότε το πολίτευμα που επιλέγεται είναι συνήθως ο φιλελευθερισμός – με περισσότερο ή λιγότερο κοινωνικό πρόσωπο, ανάλογα με τις κοινωνικές ευαισθησίες και τον παραγόμενο πλούτο, σε καθεστώς Δημοκρατίας. Χώρες όπως η Γαλλία, η Βρετανία, η Σουηδία κοκ. επιβεβαιώνουν τον κανόνα – είτε επιλέγοντας συντηρητικά, είτε σοσιαλδημοκρατικά κόμματα, με κριτήριο το δικαιότερο μοίρασμα του πλούτου, μεταξύ άλλων μέσω της ποιότητας του κράτους προνοίας.
Τέλος, όταν μία χώρα, ειδικά με εξαθλιωμένη μεσαία και κατώτερη τάξη, απειλείται είτε από εξωτερικούς εχθρούς (όπως η Γερμανία τη δεκαετία του 1930, λόγω της υποχρέωσης της να πληρώσει υπέρογκες πολεμικές επανορθώσεις), είτε από μεταναστευτικά κύματα (τα οποία θεωρούνται εχθρικά, κυρίως λόγω του ότι επιδεινώνουν τις ήδη προβληματικές συνθήκες διαβίωσης), τότε κλίνει προς το φασισμό – θεωρώντας πως μόνο έτσι μπορεί να προστατευθεί, κινδυνεύοντας να σβηστεί από τον παγκόσμιο χάρτη.
Συνεχίζοντας, με κριτήριο την παραπάνω υπεραπλουστευμένη ανάλυση, δεν πρέπει να απορεί η αξιωματική αντιπολίτευση που έχασε την πρώτη θέση στις εκλογές αλλά, αντίθετα, για το μεγάλο ποσοστό των Ελλήνων που την ψήφισαν – γεγονός που μάλλον οφείλεται στο ότι, η μεσαία τάξη δεν έχει ακόμη εξαθλιωθεί από τα μνημόνια, ενώ η κατώτερη καταφέρνει, έστω με μεγάλες δυσκολίες, να επιβιώνει.
Βέβαια, είτε επειδή δεν πληρώνει τις υποχρεώσεις της, είτε γιατί δεν έχουν ακόμη δρομολογηθεί κατασχέσεις και πλειστηριασμοί, είτε με οποιονδήποτε άλλο τρόπο – ενώ στην Ελλάδα λειτουργεί η οικογένεια και υπάρχει αλληλεγγύη.
Από την άλλη πλευρά, η συνεργασία ενός ήπιου αριστερού κόμματος με ένα εθνικιστικό σε κάποιο βαθμό, το οποίο φυσικά δεν είναι ακροδεξιό ή φασιστικό, τεκμηριώνει ξανά πως οι Έλληνες δεν βρίσκονται ακόμη σε τόσο δύσκολη θέση – παρά τα καταστροφικά μνημόνια, τον «εχθρό» στο πρόσωπο της Γερμανίας και της Τρόικας, καθώς επίσης τα αυξημένα μεταναστευτικά κύματα που κατακλύζουν τη χώρα (με στόχο όμως όχι την παραμονή τους στην Ελλάδα, αλλά τη μετάβαση τους στις πλούσιες χώρες της κεντρικής Ευρώπης).
Εν τούτοις, με δεδομένο το τρίτο μνημόνιο, το οποίο επισφραγίζει, νομιμοποιεί και εντείνει τα μέτρα των δύο προηγουμένων (ανάλυση), καθώς επίσης τις απαγορεύσεις της συμφωνίας του Δουβλίνου, οι συνθήκες που θα επικρατήσουν, μεταξύ των οποίων ο θάνατος της μεσαίας τάξης, καθώς επίσης η αδυναμία αντιμετώπισης της ανεργίας, δεν θα διαιωνίσουν απλά τη σημερινή αριστερή/δεξιά κυβέρνηση.
Αντίθετα, θα πριμοδοτήσουν ίσως ακόμη πιο «ριζοσπαστικά» κόμματα, ενώ θα καλλιεργήσουν την ιδέα της εξόδου από το ευρώ – ενοχοποιώντας το νόμισμα για όλα τα δεινά των Ελλήνων, παρά το ότι είναι γνωστό πως η Ελλάδα δεν είναι δυστυχώς σε θέση να στηρίξει ένα δικό της νόμισμα.
Ευχόμαστε και ελπίζουμε βέβαια να συνειδητοποιήσει η Ευρώπη που οδηγεί την Ελλάδα με τα μνημόνια εξαθλίωσης, με την άρνηση της ονομαστικής διαγραφής του χρέους, καθώς επίσης με τη μη παροχή αποτελεσματικής βοήθειας στο θέμα των προσφύγων – ιδίως δε, να μην πιστεύει ουτοπικά πως το πρόβλημα θα περιορισθεί στη χώρα μας, αφήνοντας ανέπαφες όλες τις υπόλοιπες, οι οποίες δεν υποφέρουν λιγότερο από την επεκτατική πολιτική της Γερμανίας (μερκαντιλισμός), καθώς επίσης από την επιμονή της στην πιστή εφαρμογή του δόγματος του χάους (ανάλυση).
Μεγαλύτερο κίνδυνο πάντως για την Ευρωζώνη συνιστά η Γαλλία, στην οποία μειώνεται αισθητά το επίπεδο ευημερίας λόγω της Γερμανίας, όπως φαίνεται από την εξέλιξη του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών της μετά την υιοθέτηση του ευρώ (γράφημα) – ενώ θεωρεί πως οι μετανάστες θα το επιδεινώσουν ακόμη περισσότερο (οπότε είναι εύλογη η άνοδος της ακροδεξιάς).
.
.
Επίσης η Ισπανία, η οποία χειραγωγεί τις στατιστικές της για να πείσει τους Πολίτες της, χωρίς όμως να μπορεί να διαψεύσει το ύψος της ανεργίας ή να εμποδίσει τις κατασχέσεις, όπως και η Ιταλία – μία χώρα που γνωρίζει πολύ καλά πως, εκτός του ευρώ, έχει πολύ καλύτερες προϋποθέσεις να ανταπεξέλθει με τη ραγδαία επιδείνωση των οικονομικών μεγεθών της.
Συνεχίστε στη 2η σελίδα (…)
Η υπόλοιπη Δύση
Περαιτέρω, το πρόβλημα της υπερχρέωσης, καθώς επίσης του σημαντικά μειωμένου ρυθμού ανάπτυξης, ο οποίος κάνει ακόμη δυσκολότερη την αντιμετώπιση των χρεών, πόσο μάλλον της ύφεσης που τα αυξάνει, δεν αφορά μόνο την Ελλάδα – αλλά, επίσης, πολλές άλλες χώρες της Ευρώπης, τις Η.Π.Α. και την Ιαπωνία, όσον αφορά τις ανεπτυγμένες οικονομίες.
Η λύση τώρα, η οποία έχει από κοινού επιλεχθεί, ονομάζεται «χρηματοπιστωτική καταστολή» – ένας όρος που θα μπορούσε να μεταφρασθεί ως μία «υφέρπουσα μείωση των αποταμιεύσεων». Χαρακτηρίζει δε την κρατική επιρροή, κυρίως με τη βοήθεια των κεντρικών τραπεζών, μέσω της οποίας τα επιτόκια των καταθέσεων διατηρούνται αισθητά χαμηλότερα από τον πληθωρισμό – έτσι ώστε οι αποταμιευτές κάθε είδους να χάνουν σταδιακά την αγοραστική αξία των χρημάτων τους, προς όφελος του δημοσίου.
Το παραπάνω επιτυγχάνεται μέσω των χαμηλών βασικών επιτοκίων εκ μέρους των κεντρικών τραπεζών – αφού τότε οι καταθέτες δεν μπορούν να απαιτήσουν υψηλότερους τόκους από τις τράπεζες, επειδή οι τράπεζες έχουν τη δυνατότητα να δανείζονται με χαμηλότερα επιτόκια από την κεντρική, αντί από τους αποταμιευτές τους.
Το ίδιο αποτέλεσμα έχει ουσιαστικά και η πολιτική της πιστωτικής επέκτασης (QE), την οποία έχουν υιοθετήσει όλες οι μεγάλες κεντρικές τράπεζες της Δύσης – εις βάρος των κατόχων ομολόγων του δημοσίου, οι οποίοι εισπράττουν λιγότερους τόκους λόγω της πτώσης των επιτοκίων δανεισμού των κρατών (οπότε ουσιαστικά ενισχύονται έμμεσα τα κράτη).
Με τον τρόπο αυτό καταπολεμάται η παραδοσιακή θεωρία (Crowding out), σύμφωνα με την οποία η αύξηση των δημοσίων χρεών συνοδεύεται από μία ανάλογη αύξηση των επιτοκίων δανεισμού του κράτους – οπότε στην πραγματικότητα διαστρεβλώνονται οι αγορές.
Ουσιαστικά λοιπόν μεταφέρονται πόροι από τους ιδιώτες στο δημόσιο, ενώ η μέθοδος αυτή (Reinhart, Sbrancia) χαρακτηρίζεται από τις παρακάτω ιδιαιτερότητες:
(α) Τα επιτόκια για τα χρέη των κρατών περιορίζονται τεχνητά ως προς το ύψος τους, μέσω της αγοραπωλησίας ομολόγων από τις κεντρικές τράπεζες.
(β) Κρατικοποίηση των υφισταμένων τραπεζών – ενώ ταυτόχρονα απαγορεύεται από την κυβέρνηση η ίδρυση καινούργιων.
(γ) Οι εθνικές τράπεζες ενθαρρύνονται να αγοράζουν ομόλογα των κρατών τους ή να τα διατηρούν στα αποθεματικά τους.
(δ) Επιβάλλεται έλεγχος στην ελεύθερη διακίνηση των κεφαλαίων – ένα «καταναγκαστικό μέτρο» που έχει επιβληθεί σήμερα στην Ελλάδα, με επώδυνες συνέπειες.
Συνεχίζοντας, η χρηματοπιστωτική καταστολή που εφαρμόσθηκε στη Δύση δεν οδήγησε στον αναμενόμενο από τις κεντρικές τράπεζες πληθωρισμό – οπότε οι απώλειες των καταθετών ήταν περιορισμένες, με αποτέλεσμα να ωφεληθούν λιγότερο τα κράτη.
Το γεγονός αυτό, η μη άνοδος των τιμών, οφείλεται στο ότι οι επενδυτές, αυτοί δηλαδή που δανείζονταν χρήματα, παρά το ότι ωφελήθηκαν σε μεγάλο βαθμό εις βάρος των αποταμιευτών, δεν τοποθέτησαν τα δάνεια τους στην πραγματική οικονομία – αυξάνοντας τη ζήτηση, το ρυθμό ανάπτυξης και τον πληθωρισμό, με αναγκαίο επακόλουθο την αύξηση των βασικών επιτοκίων.
Αντίθετα, επένδυσαν τα δανειακά κεφάλαια τους στις αγορές (μετοχές, ακριβά ακίνητα κλπ.), αυξάνοντας εκεί τις τιμές – οπότε αφενός μεν δημιούργησαν τεράστιες φούσκες, αφετέρου εμποδίζουν μέχρι και σήμερα τις κεντρικές τράπεζες να αυξήσουν τα βασικά επιτόκια, με αποτέλεσμα να δημιουργούνται ακόμη περισσότερες φούσκες.
Με τον τρόπο αυτό διαταράχθηκε η ισορροπία μεταξύ καταθέσεων και επενδύσεων, προκαλώντας τεράστιες διαστρεβλώσεις, ενώ δεν μειώθηκαν τα υψηλά δημόσια χρέη – αφού η μη διενέργεια επενδύσεων στην πραγματική οικονομία είτε οδήγησε κάποιες χώρες σε ύφεση, οπότε σε μειωμένα έσοδα του δημοσίου, σε ελλείμματα και σε νέα χρέη, είτε δεν αύξησε το ρυθμό ανάπτυξης.
Με απλά λόγια, οι αυξήσεις των τιμών στις αγορές περιουσιακών στοιχείων, μέσω των επενδύσεων σε αυτές (μετοχές, ακίνητα, μέταλλα κοκ.) δεν οδηγούν στην αύξηση της ζήτησης/κατανάλωσης – οπότε δεν συμβάλλουν στην απαιτούμενη ισορροπία των αγορών κεφαλαίου (Αποταμιεύσεις = Επενδύσεις).
Επομένως, οι κεντρικές τράπεζες έχουν αυτοπαγιδευτεί (άρθρο), τροφοδοτώντας παράλληλα επικίνδυνες φούσκες και διαστρεβλώσεις – αφού τυχόν αύξηση των βασικών επιτοκίων εκ μέρους τους εν μέσω μίας φάσης ύφεσης ή/και αποπληθωρισμού, για να αντιμετωπισθούν οι φούσκες, θα μπορούσε να οδηγήσει σε περιπέτειες ανάλογες με αυτές της δεκαετίας του 1930.
.
Οι προβληματισμοί της Fed
Από την παραπάνω μικρή ανάλυση κατανοούμε τις δυσκολίες της Fed να αυξήσει τα βασικά επιτόκια, παρά το ότι αναμενόταν από τους περισσότερους – ενώ οφειλόταν επί πλέον στους φόβους αύξησης της ισοτιμίας του δολαρίου, με αρνητικά αποτελέσματα τόσο στο ισοζύγιο εξωτερικών συναλλαγών των Η.Π.Α., όσο και στις υπερχρεωμένες σε δολάρια αναπτυσσόμενες οικονομίες (ανάλυση).
Παρά το ότι δε οι περισσότεροι αναμένουν πως στην επόμενη συνεδρίαση της ή σε κάποια άλλη θα αυξήσει τα επιτόκια, υπάρχουν ορισμένοι που έχουν μία εντελώς διαφορετική προσέγγιση, θεωρώντας πιθανότερο ένα τέταρτο πακέτο (QE) – με κριτήριο το γράφημα που ακολουθεί.
.
.
Ειδικότερα, σύμφωνα με το γράφημα, οι μακροπρόθεσμες προσμονές όσον αφορά την εξέλιξη του πληθωρισμού, ευρίσκονται ξανά κάτω από το 2% – όπως φαίνεται από την καμπύλη με την ονομασία «US 5Y, 5Y forward breakeven». Εδώ πρόκειται για το δείκτη, τον οποίο προσέχουν περισσότερο τα στελέχη της Fed – ενώ απλοποιημένα υποδηλώνει το ύψος του πληθωρισμού που προβλέπουν οι συμμετέχοντες στις αγορές, μετά από πέντε χρόνια.
Η καμπύλη δείχνει πως οι προβλέψεις το 2015 ευρίσκονται στο χαμηλότερο σημείο μετά από τις αρχές του 2009 – όταν κάθε φορά που βρισκόταν κάτω από το 2%, η Fed υιοθετούσε προγράμματα λιτότητας (γαλάζια επιφάνεια) ή την «επιχείρηση Twist» (κίτρινη επιφάνεια – άρθρο).
Εύλογα λοιπόν υποθέτει κανείς πως, εάν η Fed συνεχίσει να ακολουθεί την ίδια τακτική, τότε είναι πιθανότερο ένα τέταρτο πακέτο ποσοτικής διευκόλυνσης από την αύξηση των βασικών επιτοκίων – αν και το γεγονός ότι, τα πακέτα δεν απέδωσαν τα αναμενόμενα, ίσως την οδηγήσει αυτή τη φορά σε άλλες σκέψεις.
.
Επίλογος
Η πολιτική εξαρτάται σε πολύ μεγάλο βαθμό από την οικονομία – ενώ η μεσαία τάξη είναι αυτή που στηρίζει τη Δημοκρατία. Περαιτέρω, μία από τις οδυνηρότερες παρενέργειες της αύξησης των χρεών στη Δύση, κυρίως δε του τρόπου, με τον οποίο γίνεται προσπάθεια περιορισμού τους, είναι η εξαθλίωση των μεσαίων και χαμηλών εισοδηματικών τάξεων – παράλληλα με την υπερβολική ισχυροποίηση του πλουσιότερου 1%.
Στα πλαίσια αυτά, εάν η διαδικασία συνεχισθεί ως έχει, χωρίς να επιδιωχθεί η μείωση των χρεών παγκοσμίως, μέσα από μία σύσκεψη της μορφής του Bretton Woods, αφενός μεν η Δημοκρατία θα αποτελέσει παρελθόν, αφετέρου θα προκληθούν μεγάλες κοινωνικές αναταραχές και εξεγέρσεις – χωρίς να αποκλείονται κατά πολύ χειρότερες εξελίξεις.
Ολοκληρώνοντας, θεωρούμε σκόπιμο να αναφέρουμε, ειδικά όσον αφορά την Ελλάδα, ένα μικρό κείμενο ενός Γερμανού πολιτικού (O. Lafontaine) σε ελεύθερη μετάφραση – σύμφωνα με το οποίο τα εξής:
“Ο κ. Τσίπρας κέρδισε τις εκλογές στην Ελλάδα, με πολύ μεγαλύτερο ποσοστό από το αναμενόμενο. Η συμμετοχή βέβαια ήταν τρομακτικά χαμηλή, αφού σχεδόν κάθε δεύτερος Έλληνας δεν ψήφισε – επειδή επρόκειτο για το ποιός θα εφάρμοζε καλύτερα το μνημόνιο.
Τα αποτελέσματα πάντως τεκμηρίωσαν πως, παρά το ότι ο κ. Τσίπρας γονάτισε μπροστά στην καγκελάριο και τον κ. Σόιμπλε, οι άνθρωπου τον εμπιστεύονται περισσότερο από τους άλλους – ελπίζοντας πως θα τους δοθεί μία ευκαιρία να αποφύγουν την κατάρρευση της Δημοκρατίας και του κοινωνικού κράτους.
Ας ελπίσουμε πως το γερμανικό Spiegel κάνει λάθος, όταν εκθειάζει τον κ. Τσίπρα – γράφοντας πως εκτιμάει την πραγματιστική αλλαγή της πολιτικής του, ενώ είναι σίγουρο πως μία αριστερή κυβέρνηση έχει μεγαλύτερες δυνατότητες να εφαρμόσει τα μνημόνια και την πολιτική λιτότητας.
Εν τούτοις, κάτι ανάλογο είχε συμβεί και στη Γερμανία το 2000, από τον συνασπισμό των σοσιαλιστών με τους αριστερούς – ο οποίος δρομολόγησε τις μεγαλύτερες μειώσεις των μισθών στην ιστορία της χώρας, υιοθετώντας έναν άκρατο νεοφιλελευθερισμό.
Ο Θεός να μας φυλάει – ας μη συμβεί μία ακόμη φορά. Η πολιτική λιτότητας, καθώς επίσης η προσφυγική κρίση, απειλούν την ευρωπαϊκή ενότητα. Ο γερμανικός μισθολογικός ανταγωνισμός (dumping), σε συνδυασμό με το κοινό νόμισμα (ευρώ), οδηγούν στην αποβιομηχανοποίηση της νότιας Ευρώπης. Η συνθήκη του Δουβλίνου (οι μετανάστες μένουν στα κράτη που πρωτοεισέρχονται) ωφελεί τη Γερμανία, ενώ είναι οδυνηρή για χώρες όπως η Ιταλία και η Ελλάδα.
Συμπέρασμα: Η γερμανική πολιτική λιτότητας, ο εξαγωγικός εθνικισμός της Γερμανίας (μερκαντιλισμός), καθώς επίσης η επιμονή της στη συνθήκη του Δουβλίνου, καταστρέφουν την εμπιστοσύνη προς τους Γερμανούς – την οποία είχαν κερδίσει με πολύ κόπο και χρόνο, μετά τα αποτρόπαια εγκλήματα των ναζί“
