
Οι Πολίτες δεν επέλεξαν την κυβέρνηση ταξικά ή για την προθυμία της να αναλάβει τις δεσμεύσεις της Θεσσαλονίκης – αλλά επειδή πίστεψαν πως μπορούσε να διαπραγματευθεί τη διαγραφή του χρέους, καθώς επίσης την κατάργηση των μνημονίων
(To άρθρο αποτελείται από 3 Σελίδες)
.
“Για να μπορέσει να τα καταφέρει η Ελλάδα, πρέπει να φύγουν οι ξένοι εισβολείς (Τρόικα), καθώς επίσης να υπάρχουν προοπτικές για το μέλλον της – οι οποίες προϋποθέτουν τη διαγραφή χρέους, έτσι ώστε να δανείζεται ξανά από τις αγορές με βιώσιμα επιτόκια, με αποκλειστικό και μόνο στόχο αφενός μεν την ανακύκλωση των χρεών που θα απέμεναν, χωρίς τη βοήθεια της Ευρωζώνης, αφετέρου τη διεξαγωγή επενδύσεων.
Μέσω αυτών των επενδύσεων, καθώς επίσης των προφανώς απαραίτητων μεταρρυθμίσεων στην οικονομία της, η Ελλάδα θα μπορούσε να επιστρέψει στην ανάπτυξη – οπότε θα αυξανόταν ομαλά τα έσοδα του δημοσίου της, θα δημιουργούνταν νέες θέσεις εργασίας στον ιδιωτικό και δημόσιο τομέα χωρίς να προκαλούνται ελλείμματα, θα αυξανόταν η ανταγωνιστικότητα της, οπότε οι μισθοί και η κατανάλωση (ΑΕΠ), θα ανασυντασσόταν ο παραγωγικός της ιστός, θα επανερχόταν οι τιμές των παγίων περιουσιακών στοιχείων της σε φυσιολογικά επίπεδα κοκ.“.
.
Ανάλυση
Η συμφωνία των πιστωτών από τη φύση της, υποχρεωτικά, έχει ορισμένα ορθολογικά χαρακτηριστικά, τα οποία δεν μπορεί και δεν πρέπει να τα παραβλέψει κανείς, τοποθετούμενος ιδεοληπτικά, «νομοτελειακά» κατά κάποιον τρόπο, εναντίον της – όσο παράδοξο και αν ακούγεται κάτι τέτοιο, με δεδομένη την εγκληματικότητα του νεοφιλελευθερισμού που εκπροσωπεί το μνημόνιο. Ειδικότερα, απαιτεί τα εξής δύο βασικά πράγματα, η μη συμμόρφωση με τα οποία συμβάλλει τα μέγιστα στην υπερχρέωση μίας χώρας:
(α) Τον ισοσκελισμένο προϋπολογισμό τους κράτους, όπου τα έσοδα του δεν υπερβαίνουν τα έξοδα – κάτι που είναι επιθυμητό από τη συντριπτική πλειοψηφία των Ελλήνων, οι οποίοι το κατανοούν απόλυτα και συμφωνούν ως προς την τήρηση του.
(β) Το ισοσκελισμένο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών, το οποίο δεν επιτρέπει αφενός μεν τον υπερβολικό δανεισμό του ιδιωτικού τομέα, ο οποίος οδηγεί στη χρεοκοπία, αφετέρου τη δημιουργία κερδών του ιδιωτικού τομέα (τράπεζες, επιχειρήσεις, νοικοκυριά), εις βάρος του δημοσίου και των ελλειμμάτων του – όπως στο παράδειγμα των Η.Π.Α. όπου,
“σύμφωνα με τη ροή των ταμείων (Flow of funds) της Fed, το 2010 οι επιχειρήσεις είχαν πλεονάσματα της τάξης των 527 δις $, τα νοικοκυριά 574 δις $ και το εξωτερικό 475 δις $, ενώ αντίστοιχα, τα χρηματοπιστωτικά ελλείμματα του δημοσίου ήταν 1.576 δις $ ή 10,8% του ΑΕΠ – όσο δηλαδή το σύνολο των τριών παραπάνω τομέων” (ανάλυση).
Περαιτέρω, προφανώς οι Έλληνες δεν έχουν αντίρρηση ούτε για τη μία, ούτε για την άλλη προϋπόθεση της συμφωνίας, όσον αφορά τη μελλοντική πορεία της χώρας τους – κάτι που όμως προβληματίζει σε μεγάλο βαθμό την Ελλάδα, λόγω των συσσωρευμένων χρεών από τα σφάλματα, καθώς επίσης από την κακή διαχείριση του παρελθόντος (διαφθορά, φοροδιαφυγή, άσκοπη σπατάλη, λανθασμένες επενδύσεις, ασταθές φορολογικό περιβάλλον, γραφειοκρατία, πελατειακό κράτος κοκ.).
Είναι δε αυτονόητο πως ο μοναδικός τρόπος για να διορθωθεί το «κακό παρελθόν» είναι η διαγραφή ενός μεγάλου μέρους του δημοσίου και ιδιωτικού χρέους ή, έστω, η βιώσιμη αναδιάρθρωση του, η οποία προϋποθέτει το επ’ αόριστον πάγωμα του ίδιου μεγάλου μέρους του – ενδεχομένως με τη συνδρομή της ΕΚΤ (ανάλυση), όσον αφορά το δημόσιο χρέος, καθώς επίσης με τη βοήθεια της ίδρυσης μίας «κακής τράπεζας» (Bad Bank), όσον αφορά το ιδιωτικό.
Στα πλαίσια αυτά είμαστε βέβαιοι ότι, εάν τηρήσουμε όλα όσα απαιτούν οι δύο παραπάνω προϋποθέσεις της συμφωνίας, μεταρρυθμίζοντας ανάλογα την οικονομία μας, τουλάχιστον οι Πολίτες των άλλων χωρών της Ευρωζώνης δεν θα τοποθετηθούν εναντίον μας – αρκεί φυσικά να καταφέρουμε να τους ενημερώσουμε σωστά και αντικειμενικά, κυρίως δε με την απαιτούμενη αξιοπιστία.
Άλλωστε όλοι οι Ευρωπαίοι γνωρίζουν πλέον πως, με ευθύνη κυρίως της Γερμανίας, το χρέος μεταφέρθηκε στους ίδιους, για να διασωθούν οι γερμανικές και οι γαλλικές τράπεζες (άρθρο) – οπότε δεν ευθυνόμαστε εμείς για τη διαγραφή που απαιτείται εις βάρος τους (άρθρο).
.
Τα πολιτικά κόμματα
Από την άλλη πλευρά τώρα η συμφωνία, επίσης από τη φύση της, φέρνει στην επιφάνεια τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των πολιτικών κομμάτων – επειδή τοποθετεί ένα αυστηρό πλαίσιο στο δημόσιο, τον ισοσκελισμένο προϋπολογισμό δηλαδή, εντός του οποίου
(α) όταν αυξάνονται οι δαπάνες πρέπει να αυξάνονται και οι φόροι αντίστοιχα, έτσι ώστε να εξασφαλίζεται η «ισοσκέλιση» του, ή
(β) όταν μειώνονται οι φόροι πρέπει να μειώνονται και οι δαπάνες στο ίδιο ποσόν, για να επιτυγχάνεται το ίδιο αποτέλεσμα (όταν δεν υπάρχει ανάπτυξη φυσικά, μέσω της οποίας να μπορούν να μειώνονται οι φόροι και να αυξάνονται οι δαπάνες, με τον προϋπολογισμό να παραμένει ισοσκελισμένος).
Ο τρόπος χειρισμού τώρα της συγκεκριμένης «εξίσωσης» (+100 – 100 = 0) από την προηγούμενη συγκυβέρνηση και σημερινή αντιπολίτευση, δείχνει καθαρά την «ταξική» της πολιτική – το ότι δηλαδή ήταν (και είναι) υπέρ της ιδιωτικής οικονομίας, αν και δεν μπόρεσε να το επικοινωνήσει σωστά, καθώς επίσης εναντίον του υπερβολικά διογκωμένου δημοσίου.
Ειδικότερα, εάν συνδυάσει κανείς τα επί μέρους μέτρα με τον εκάστοτε πολλαπλασιαστή τους, στην περίπτωση της ύφεσης, στην οποία βρισκόταν ήδη η Ελλάδα το 2010, τότε υπολογίζεται η επίδραση της πολιτικής λιτότητας στο ΑΕΠ της χώρας – με τα αποτελέσματα να εμφανίζονται στον Πίνακα Ι που ακολουθεί (ανάλυση):
.
Πίνακας Ι: Το αποτέλεσμα των μέτρων στο ΑΕΠ (μείωση) σε δις € και σε τιμές 2010
| Έτη / μέτρα | 2010 | 2011 | 2012 | 2013 | 2014 | Σύνολο |
| (Ι) Αύξηση εσόδων | -3,7 | -2,6 | -1,3 | -0,4 | 0,5 | -7,5 |
| (ΙΙ) Δαπάνες | -21,5 | -13,3 | -9,8 | -14,5 | 5,0 | -54,1 |
| (α) μεταφορές* | -4,7 | -0,9 | -4,0 | -9,3 | 2,1 | -16,8 |
| (β) Δημόσια κατανάλωση | -9,7 | -8,5 | -5,3 | -5,9 | 0,00 | -29,4 |
| (γ) Δημόσιες επενδύσεις | -7,1 | -3,9 | -0,5 | 0,7 | 2,9 | -7.9 |
| Σύνολα Ι+ΙΙ | -25,2 | -15,9 | -11,1 | -14,9 | 5,5 | -61,6 |
Πηγή: Gechert-Rannenberg
* Μειώσεις επιδοτήσεων, αφορολογήτων ορίων, κοινωνικών παροχών κοκ.
.
Από τον Πίνακα Ι διαπιστώνεται ότι, επιλέχτηκε κυρίως η μείωση των δαπανών, παρά το ότι επηρέασε κατά πολύ περισσότερο την πτώση του ΑΕΠ, συγκριτικά με την αύξηση των φόρων (εσόδων) – κατά 21,5 δις € το 2010, έναντι μόλις 3,7 δις € (συνολικά κατά 25,2 δις € το 2010).
Επίσης πως η κατάσταση αντιστράφηκε το 2014, μετά την αλλαγή πολιτικής της τότε κυβέρνησης – η οποία άρχισε να εφαρμόζει ξαφνικά μία «αριστερή» πολιτική, αμέσως μετά τις ευρωεκλογές (αύξηση του ΑΕΠ κατά 0,5 δις € από τα έσοδα, καθώς επίσης κατά 5,0 δις € από το μικρότερο περιορισμό των δαπανών).
Συνεχίστε στη 2η σελίδα (…)
Από την άλλη πλευρά, ο τρόπος χειρισμού από τη σημερινή κυβέρνηση (αύξηση των φόρων αδιαφορώντας για τον ιδιωτικό τομέα, καθώς επίσης αύξηση των δαπανών, με προσλήψεις δημοσίων υπαλλήλων), δείχνει επίσης την «ταξική» της πολιτική – η οποία είναι εναντίον του ιδιωτικού τομέα και υπέρ του δημοσίου.
Οφείλουμε να σημειώσουμε εδώ πως υπέρ των εργαζομένων γενικότερα είναι μόνο το ΚΚΕ, εάν αποδεχθεί κανείς την κεντρικά κατευθυνόμενη κομμουνιστική οικονομία, ενώ αποκλειστικά υπέρ των επιχειρήσεων ο νεοφιλελευθερισμός – όπου δυστυχώς λείπει από την Ελλάδα η μέση οδός, η μικτή οικονομία, η οποία «ισορροπεί» τόσο το δημόσιο με τον ιδιωτικό τομέα, όσο και τις επιχειρήσεις με τους εργαζομένους.
.
Οι επιλογές των κυβερνήσεων από τους Έλληνες
Περαιτέρω, οι Πολίτες δεν επέλεξαν την προηγούμενη κυβέρνηση για να εφαρμόσει πιστά τα εκ προμελέτης εγκληματικά μνημόνια, όπως έκανε, αλλά για τις προεκλογικές της δεσμεύσεις – για τις «αναγγελίες του Ζαππείου», όπως ονομάσθηκαν.
Στη συνέχεια, έχοντας ήδη απογοητευθεί από το τότε κυβερνών κόμμα και κατανοώντας τη δύσκολη κατάσταση, στην οποία βρίσκεται η χώρα τους, δεν εξέλεξαν τη σημερινή κυβέρνηση για την «ταξική» της πολιτική, ούτε για την προθυμία της να αναλάβει τις δεσμεύσεις της Θεσσαλονίκης («το δις εξαμαρτείν ουκ ανδρός σοφού») – αλλά επειδή πίστεψαν πως μπορούσε να διαπραγματευθεί σωστά, με υπερηφάνεια και με αξιοπρέπεια, τη διαγραφή του χρέους, χωρίς την οποία γνώριζαν πολύ καλά πως είναι αδύνατη η κατάργηση των μνημονίων, έτσι όπως αυτά επιβάλλονται από τους δανειστές.
Γνώριζαν επίσης πως η διαπραγμάτευση απαιτεί την ανάληψη του ρίσκου της ρήξης, εάν δεν συμφωνήσουν οι δανειστές – όπου με την έννοια «ρήξη» αντιλαμβάνονται τη στάση πληρωμών εντός της Ευρωζώνης (ανάλυση), όσον αφορά μόνο τα διακρατικά δάνεια, η οποία είναι απολύτως εφικτή και βιώσιμη, από μία ικανή κυβέρνηση που γνωρίζει καλά τη δουλειά της, καθώς επίσης τις ευθύνες της.
Θα μπορούσε να είναι βέβαια οδυνηρή για ένα μικρό χρονικό διάστημα, αλλά σε καμία περίπτωση συνώνυμη με το τέλος του κόσμου, εάν η κυβέρνηση εξασφάλιζε τη λειτουργία των τραπεζών – κάτι που είναι μέσα στα πλαίσια των δυνατοτήτων της, ενώ συνιστά μία πολύ καλύτερη λύση, από το σημερινό μαρτύριο της σταγόνας, το οποίο καταστρέφει σταδιακά ολόκληρη τη χώρα, οδηγώντας την στην ανεξέλεγκτη χρεοκοπία.
Προφανώς λοιπόν οι Έλληνες δεν είναι τόσο ανόητοι, ώστε να επιλέξουν τη στάση πληρωμών μαζί με την έξοδο από την Ευρωζώνη (άρθρο), ενέργειες δηλαδή που θα αποτελούσαν ένα εξαιρετικά εφιαλτικό σενάριο που δεν πρέπει να εύχεται κανείς ούτε στο χειρότερο εχθρό του – κάτι που ελπίζουμε να μην είναι μέρος μίας «κρυφής ατζέντας» της κυβέρνησης, όπως τουλάχιστον διαδίδεται ευρέως. Πόσο μάλλον όταν, από την πλευρά της ανταγωνιστικότητας, η χώρα μας ευρίσκεται ήδη σε πολύ καλό δρόμο – όπως φαίνεται από το γράφημα που ακολουθεί.
.
.
Από το παραπάνω γράφημα συμπεραίνεται πως, από το 2013 και μετά, η Ελλάδα ζει κάτω από τα όρια των δυνατοτήτων της, τα οποία προσδιορίζονται από τη γαλάζια καμπύλη της Γαλλίας που ουσιαστικά εκπροσωπεί το μέσο της Ευρωζώνης – όχι επάνω, όπως μέχρι τότε, οπότε οι προοπτικές αύξησης των μισθών των εργαζομένων της είναι πολύ θετικές.
Οι τελευταίες αναφορές τώρα, οι οποίες σχετίζονται με το ενδεχόμενο της βοήθειας της χώρας μας από την τράπεζα των BRICS, μόνο ως ανέκδοτο μπορούν να ληφθούν – με κριτήρια το δυσθεώρητο δημόσιο χρέος, τις δεσμεύσεις της Ελλάδας από το PSI (αγγλικό δίκαιο, υποθήκευση της χώρας κλπ.), καθώς επίσης τις τεράστιες ανάγκες του χρηματοπιστωτικού της συστήματος.
Αρκεί δε να συνειδητοποιήσει κανείς πως μόνο οι τράπεζες έχουν δανεισθεί από την ΕΚΤ περί τα 110 δις €, ενώ το συνολικό κεφάλαιο της τράπεζας των BRICS είναι 100 δις $, για να κατανοήσει το ανέκδοτο – χωρίς να λάβει υπ’ όψιν του καν το γεωπολιτικό ρίσκο.
.
Το πρόβλημα του χρέους
Συνεχίζοντας, κανένα κόμμα δεν επιθυμεί την υπερβολική αύξηση των φόρων, την απότομη μείωση των δημοσίων δαπανών, το κλείσιμο των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, την άνοδο της ανεργίας, το ξεπούλημα των επιχειρήσεων του δημοσίου, την υπερχρέωση των τραπεζών, την κατάρρευση των τιμών των παγίων, την ύφεση, την πολιτική των υποκλίσεων απέναντι στους δανειστές κοκ. – όλα αυτά δηλαδή που επιβάλλει η Τρόικα.
Όλα όσα κόμματα δε υποστηρίζουν την υπογραφή ενός νέου μνημονίου, το κάνουν επειδή δεν βλέπουν ή δεν μπορούν να διαπραγματευθούν επιτυχημένα κάποια άλλη λύση – ενώ η κυβέρνηση ισχυρίσθηκε πως έχει την ικανότητα (λέγοντας δυστυχώς σήμερα πως αρκεί η αποτυχημένη προσπάθεια, παρά το ότι επέφερε πολύ χειρότερα αποτελέσματα).
Από την άλλη πλευρά, οι Έλληνες δεν προσδοκούν την επιστροφή στο προηγούμενο βιοτικό τους επίπεδο αλλά, τουλάχιστον, τη σταθεροποίηση του υφισταμένου, με την προοπτική ενός καλύτερου μελλοντικού – γνωρίζοντας πως για να συμβεί κάτι τέτοιο, πρέπει η χώρα να οδηγηθεί σε πορεία ανάπτυξης.
Μόνο τότε θα μειώνονταν οι φόροι λόγω των αυξημένων εσόδων του δημοσίου, θα αυξάνονταν οι δημόσιες δαπάνες (προσλήψεις κλπ.) χωρίς να δημιουργούνται νέα χρέη, θα ανακτούσαν την εθνική αξιοπρέπεια τους με το σωστό τρόπο (με δανεικά χρήματα δεν κερδίζεται η αξιοπρέπεια), θα μειωνόταν ορθολογικά η ανεργία κοκ.
Η ανάπτυξη όμως είναι νομοτελειακά αδύνατη, για όλες εκείνες τις χώρες που είναι υπερβολικά χρεωμένες – κάτι που αποδείχθηκε ακόμη και στις Η.Π.Α., παρά το ότι χρηματοδότησαν την ανάπτυξη με τα τεράστια ελλείμματα του δημοσίου τους, με τη μαζική εκτύπωση χρημάτων, έχοντας ανεξάρτητη νομισματική πολιτική κλπ.
Η αιτία είναι το ότι, όταν το δημόσιο χρέος υπερβαίνει το 100% του ΑΕΠ, με το ιδιωτικό σε υψηλά επίπεδα, η ανάπτυξη είναι καταδικασμένη – δεν επιτυγχάνεται δηλαδή, όπως τεκμηριώθηκε ξανά, από την απότομη μείωση του ρυθμού ανάπτυξης των Η.Π.Α. το προηγούμενο τρίμηνο.
Επομένως, η μοναδική δυνατότητα εξόδου της χώρας μας από την κρίση, η επιστροφή στην ανάπτυξη δηλαδή, είναι η μείωση του δημοσίου χρέους κάτω από το 90% του ΑΕΠ – επίσης του ιδιωτικού, σε ανάλογα επίπεδα. Αυτό οφείλει λοιπόν να απασχολεί όλα ανεξαιρέτως τα κόμματα, τα οποία πρέπει απαραίτητα να συνεργασθούν μεταξύ τους για να το επιτύχουν – άλλωστε, στο σημείο αυτό δεν έχουν καμία πολιτική διαφορά, η οποία να τα εμποδίζει.
Όταν τα καταφέρουν, τότε μόνο μπορούν να ασχοληθούν με τις «ταξικές» τους πολιτικές πεποιθήσεις, οι οποίες σήμερα αφήνουν εντελώς αδιάφορους τους Έλληνες Πολίτες – επειδή γνωρίζουν πολύ καλά πως, όσο και να μοιράζει κανείς τη φτώχεια και τη μιζέρια, όσο δίκαιος και αν είναι ο επιμερισμός των βαρών στις διάφορες εισοδηματικές τάξεις, χωρίς την παραγωγή πλούτου δεν υπάρχει ούτε μέλλον, ούτε εθνική ανεξαρτησία, ούτε ελευθερία.
Συνεχίστε στη 3η σελίδα (…)
Το δημοψήφισμα
Περαιτέρω, όλα όσα επιχειρούνται στον πολιτικό και οικονομικό βίο έχουν τότε μόνο νόημα, όταν γίνονται την κατάλληλη χρονική στιγμή – κάτι που ισχύει και για το δημοψήφισμα, το οποίο προϋπέθετε τουλάχιστον: (α) τη μη υπογραφή της συμφωνίας της 20ης Φεβρουαρίου, (β) την επίτευξη συμμαχιών στην Ευρώπη, καθώς επίσης, το σημαντικότερο, (γ) την ύπαρξη χρημάτων στα ταμεία του δημοσίου, για την εξυπηρέτηση των αναγκών του κράτους για μερικούς μήνες.
Όταν λοιπόν τίποτα από όλα αυτά δεν συμβαίνει, τότε «το χαρτί έχει πλέον καεί» – πόσο μάλλον όταν, κατανοώντας τις παραπάνω αδυναμίες της χώρας μας, ο κ. Σόιμπλε προσπάθησε να στήσει μία κακεντρεχή παγίδα, μέσω της οποίας θα έβγαινε κερδισμένος τόσο από τη θετική, όσο και από την αρνητική έκβαση της ψηφοφορίας (άρθρο).
Ευτυχώς πάντως για την Ελλάδα, ο κ. Σόιμπλε προσέφερε στην κυβέρνηση μία αναπάντεχη ευκαιρία να κερδίσει ξανά τους συμμάχους που κατάφερε να χάσει, με την απίστευτα ανόητη πολιτική της «δημιουργικής ασάφειας» – αφού με τον τρόπο αυτό φάνηκε το αληθινό πρόσωπο της πρωσικής κυβέρνησης της Γερμανίας, η οποία δεν πρόκειται να διστάσει να πατήσει επί πτωμάτων για να οικοδομήσει το τέταρτο Ράιχ με οικονομικά όπλα, απομυζώντας αχόρταγα όλους τους «εταίρους» της.
Από την άλλη πλευρά, όταν η κυβέρνηση αδυνατεί να δώσει απάντηση στο ερώτημα που αφορά τις ενέργειες της, μετά από μία ενδεχόμενη αρνητική ψήφο των Ελλήνων (ΟΧΙ σε ένα νέο μνημόνιο), τότε δεν είναι μόνο περιττή αλλά, επίσης, εξαιρετικά επικίνδυνη η διεξαγωγή του δημοψηφίσματος – ενώ ο λόγος που εξελέγη δεν είναι ασφαλώς η μετάθεση των ευθυνών στους Πολίτες, οι οποίοι δεν γνωρίζουν τι ή πώς διαπραγματεύθηκε, καθώς επίσης όλες τις λεπτομέρειες των διαπραγματεύσεων.
Άλλωστε, κανένας δεν την υποχρέωσε να κυβερνήσει, αναλαμβάνοντας τη χώρα σε μία πολύ δύσκολη στιγμή. Αντίθετα, η ίδια το θέλησε, εκβιάζοντας επί πλέον τις πρόωρες εκλογές – οπότε εύλογα είχαν υποθέσει οι Πολίτες ότι είχε την ικανότητα να τα καταφέρει, γνωρίζοντας καλύτερα από τον καθένα τα προβλήματα που θα αντιμετώπιζε.
.
Η στάση πληρωμών
Κατ’ αρχήν, η υπογραφή ενός «πακέτου χρεοκοπίας», ενός νέου μνημονίου δηλαδή με τη μορφή που έχει παρουσιαστεί από τα ΜΜΕ, το οποίο πιθανότατα θα κατοχυρώνει όλα τα προηγούμενα, όσα τουλάχιστον δεν ψηφίσθηκαν από τη Βουλή (άρθρο), δεν είναι σε καμία περίπτωση επιθυμητή από κανέναν Έλληνα – οπότε πρέπει να αποφευχθεί.
Επομένως η κυβέρνηση, ή δυνατόν σε συνεργασία με όλα τα υπόλοιπα πολιτικά κόμματα, με τα οποία σήμερα δεν έχει τίποτα να μοιράσει, πρέπει να το αποφύγει – ρισκάροντας τη στάση πληρωμών, προφανώς εντός της Ευρωζώνης, παρά το ότι έχει καθυστερήσει ήδη πάρα πολύ. Η στάση πληρωμών πρέπει να αφορά βέβαια μόνο τα διακρατικά δάνεια, ενδεχομένως επίσης την ΕΚΤ – σε καμία περίπτωση τα ομόλογα αγγλικού δικαίου και το ΔΝΤ, για να μην ανοίξουν οι ασκοί του Αιόλου.
Στη συνέχεια, με την επιφύλαξη των συμβάσεων που έχουν υπογραφεί για τα διακρατικά δάνεια, με την ελπίδα δηλαδή πως δεν είναι αποικιοκρατικές σε βαθμό που να αποτελεί αυτοκτονία η νομική «προσβολή» τους, η κυβέρνηση οφείλει να προβεί σε συζητήσεις με τους εταίρους της – οι οποίες θα έχουν ως αντικείμενο τη διαγραφή ενός μεγάλου μέρους του χρέους, χωρίς να επιλεχθεί φυσικά η έξοδος της χώρας από την Ευρωζώνη.
Η αιτία της απαίτησης διαγραφής δεν είναι ο χαρακτηρισμός του χρέους ως επαχθές ή επονείδιστο, αφού μάλλον δεν ισχύει κάτι τέτοιο (άρθρο) – αλλά το ότι δεν είναι πλέον βιώσιμο, με αποκλειστική και μόνο ευθύνη της Τρόικας, ως αποτέλεσμα της εφαρμογής των λανθασμένων μνημονίων (ανάλυση).
Εάν η όλη διαδικασία δρομολογηθεί σωστά, πόσο μάλλον με δεδομένες τις ευθύνες της Γερμανίας, γενικότερα για τα ελλείμματα των χωρών της Ευρωζώνης, καθώς επίσης για την κατά συρροή παράβαση των κανόνων του πλεονάσματος (άρθρο), είμαστε σχεδόν βέβαιοι πως θα έχει αποτέλεσμα – αφού όλες οι άλλες χώρες εταίροι μας γνωρίζουν πλέον το αποτρόπαιο έγκλημα που συντελέσθηκε στην Ελλάδα.
Αντίθετα, εάν υπογραφεί ένα νέο μνημόνιο, ακόμη και αν είναι λιγότερο αυστηρό από αυτό που επρόκειτο να επιβληθεί στην προηγούμενη κυβέρνηση ή ακόμη εάν δεν κατοχυρώνει τα προηγούμενα, η Ελλάδα θα συνεχίσει να αντιμετωπίζει τα ίδια προβλήματα – παρατείνοντας απλά το χρόνο χρεοκοπίας της, έναντι ενός πολύ ακριβού τιμήματος (λεηλασία της ιδιωτικής και δημόσιας περιουσίας της).
Το γεγονός αυτό δεν μπορεί να μην το γνωρίζει η αξιωματική αντιπολίτευση ή τα υπόλοιπα κόμματα – οπότε αρκούνται απλά στο ευχολόγιο, σύμφωνα με το οποίο θα βρεθεί κάποια λύση στο μέλλον, επειδή η Γερμανία θα φιλοτιμηθεί αλλάζοντας στάση. Μία χώρα όμως δεν μπορεί να στηρίζει το παρόν και το μέλλον της σε ευχολόγια και στην τύχη – οπότε πρέπει να αντιμετωπίσει το πρόβλημα άμεσα, ρεαλιστικά, με τα σημερινά δεδομένα, χωρίς να σπαταλάει άδικα το χρόνο της.
.
Επίλογος
Η Ελλάδα είναι υποχρεωμένη να τηρήσει τις υποχρεώσεις της, όσον αφορά έναν συνεχώς ισοσκελισμένο προϋπολογισμό, καθώς επίσης ένα αντίστοιχα ισορροπημένο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών – παρά το ότι και οι δύο αυτές δεσμεύσεις, θα κοστίσουν ακριβά στους Έλληνες.
Για να μπορέσει όμως να τα καταφέρει, πρέπει να φύγουν οι ξένοι εισβολείς (Τρόικα), καθώς επίσης να υπάρχουν προοπτικές για το μέλλον της – οι οποίες προϋποθέτουν τη διαγραφή χρέους, έτσι ώστε να δανείζεται ξανά από τις αγορές με βιώσιμα επιτόκια, με αποκλειστικό και μόνο στόχο αφενός μεν την ανακύκλωση των χρεών που θα απέμεναν, χωρίς τη βοήθεια της Ευρωζώνης, αφετέρου τη διεξαγωγή επενδύσεων.
Μέσω αυτών των επενδύσεων, καθώς επίσης των προφανώς απαραίτητων μεταρρυθμίσεων στην οικονομία της, η Ελλάδα θα μπορούσε να επιστρέψει στην ανάπτυξη – οπότε θα αυξανόταν ομαλά τα έσοδα του δημοσίου της, θα δημιουργούνταν νέες θέσεις εργασίας στον ιδιωτικό και δημόσιο τομέα χωρίς να προκαλούνται ελλείμματα, θα αυξανόταν η ανταγωνιστικότητα της, οπότε οι μισθοί και η κατανάλωση (ΑΕΠ), θα ανασυντασσόταν ο παραγωγικός της ιστός, θα επανερχόταν οι τιμές των παγίων περιουσιακών στοιχείων της σε φυσιολογικά επίπεδα κοκ.
Ολοκληρώνοντας, ο στόχος αυτός δεν αφορά μόνο την κυβέρνηση, αλλά όλα τα πολιτικά κόμματα – τα οποία πρέπει να ενωθούν μεταξύ τους, έτσι ώστε να επιτευχθεί. Αφού συμβεί κάτι τέτοιο, τότε το καθένα μπορεί να πάρει το δρόμο του – φροντίζοντας, ως οφείλει, τους Πολίτες που εκπροσωπεί.
Υστερόγραφο: Όσον αφορά το θέμα των εκλογών, το οποίο λέγεται πως συζητείται από την κυβέρνηση, θεωρούμε πως ένα τέτοιο ενδεχόμενο θα επιδείνωνε περαιτέρω την κατάσταση της χώρας μας – η οποία ήδη αντιμετωπίζει ξανά το πρόβλημα της ύφεσης και των ελλειμμάτων, έχοντας επί πλέον άδεια τα κρατικά της ταμεία.
Άλλωστε, το χειρότερο που θα μπορούσε να μας συμβεί ακόμη, δεν είναι άλλο από την πολιτική αστάθεια – με τη σταθερότητα να αποτελεί σήμερα ένα σημαντικό πλεονέκτημα της Ελλάδας, το μοναδικό ίσως που τη διατηρεί ακόμη «όρθια».
Ειδικά για την κυβέρνηση, δεν πρόκειται να της προσφέρει τίποτε άλλο, εκτός από την «αρνητική» ίσως αναθεώρηση των προεκλογικών της δεσμεύσεων, με βάση τις σημερινές, επώδυνες εμπειρίες της – κάτι που όμως θα κόστιζε πανάκριβα στην Ελλάδα, οπότε θα προκαλούσε την οργή όλων εκείνων των Ελλήνων Πολιτών, οι οποίοι δεν έχουν κομματικές προκαταλήψεις.
Το ζητούμενο παραμένει η συναίνεση όλων ή τουλάχιστον, των μεγαλυτέρων κομμάτων – η οποία θα αποτελούσε ένα εξαιρετικά σημαντικό όπλο απέναντι στους δανειστές, μάλλον το ισχυρότερο, ενώ δεν απαιτεί εκλογές.
.
