
Τα μάτια των διεθνών αγορών είναι στραμμένα στην επόμενη συνεδρίαση της κεντρικής τράπεζας, στις 17 Μαρτίου – όπου, εάν τυχόν ο διοικητής της παραιτηθεί ή εάν υποταχθεί στις εντολές της κυβέρνησης, τότε η λίρα ίσως καταρρεύσει.
(To άρθρο αποτελείται από 2 Σελίδες)
.
Όπως συμβαίνει σε πολλές άλλες χώρες, η ιδιωτική κατανάλωση αποτελεί το 70% του ΑΕΠ της Τουρκίας – στηριζόμενη κυρίως στο δανεισμό. Ο τρόπος τώρα, με τον οποίο εξασφαλίζεται συνήθως αυτός ο δανεισμός, είναι οι πιστωτικές κάρτες – γεγονός που οφείλεται στις τράπεζες, οι οποίες επιτρέπουν την αποπληρωμή του υπολοίπου των καρτών με τόσες δόσεις, καθώς επίσης με μία τέτοια «ποικιλία», όσο ίσως σε καμία άλλη χώρα στον πλανήτη.
Σαν αποτέλεσμα της συγκεκριμένης πρακτικής των τραπεζών, επιδεινώνεται συνεχώς η οικονομική κατάσταση των νοικοκυριών, αφού τα δάνεια τους, από 43,5% του μέσου εισοδήματος το 2010, έφτασαν στο 50,7% το 2012 – ένα εξαιρετικά υψηλό ποσοστό, συγκρινόμενο με τα περιουσιακά στοιχεία, καθώς επίσης με τις καταθέσεις των Τούρκων.
Η κατάσταση αυτή έγινε τόσο προβληματική για το χρηματοπιστωτικό σύστημα, ώστε η κεντρική τράπεζα της χώρας απαγόρευσε το 2012 την παροχή δανείων σε εκείνα τα νοικοκυριά, τα οποία δεν θα είχαν εξοφλήσει τουλάχιστον το 50% των οφειλών των πιστωτικών καρτών τους.
Ένα επόμενο πρόβλημα είναι το ποσοστό αποταμίευσης των νοικοκυριών, το οποίο περιορίζεται με ραγδαίους ρυθμούς – εν μέρει λόγω της μη εμπιστοσύνης τους στο νόμισμα της χώρας. Μεταξύ των ετών 2002 και 2007, το ποσοστό αποταμίευσης ήταν 25,5%, όταν το μέσο παγκόσμιο ήταν 22,5%. Έκτοτε, η εικόνα αντιστράφηκε εντελώς – αφού το μέσο παγκόσμιο αυξήθηκε στο 23,5%, ενώ στην Τουρκία κατέρρευσε στο 14,3%.
Με δεδομένο δε το ότι, πάνω από 2 εκ. νεαροί Τούρκοι είναι υπερχρεωμένοι, σε συνδυασμό με το επερχόμενο «σπάσιμο» της φούσκας ακινήτων, καθώς επίσης με τη ραγδαία επιδείνωση όλων των οικονομικών συντελεστών, προβλέπονται τεράστιες επισφάλειες για τις τράπεζες – αρκετές από τις οποίες δύσκολα θα καταφέρουν να επιβιώσουν. Πολύ περισσότερο, επειδή οι καταθέσεις είναι βραχυπρόθεσμες, προερχόμενες κυρίως από το εξωτερικό, ενώ τα δάνεια ως επί το πλείστον μακροπρόθεσμα.
Στο επόμενο διάγραμμα φαίνεται η υπερχρέωση του ιδιωτικού της τομέα, την οποία έχουμε ήδη αναφέρει, συγκριτικά με άλλες χώρες:
.
.
Όπως φαίνεται από το παραπάνω διάγραμμα, παρά το χαμηλό της δημόσιο χρέος, το ιδιωτικό είναι αρκετά υψηλό – κάτι που συναντάται συχνά στις αναπτυσσόμενες οικονομίες. Εκτός αυτού, η Τουρκία είναι εξαιρετικά «ευαίσθητη» σε τυχόν διακοπή των κεφαλαιακών εισροών, με το ρίσκο (18) να πλησιάζει από το 2012 το ανώτατο όριο (20). Εάν λοιπόν υπάρξουν εκροές κεφαλαίων, η χώρα θα αντιμετωπίσει μεγάλα προβλήματα.
Αυτό ακριβώς φαίνεται πως θα συμβεί, εάν συνεχιστεί η διαμάχη της κυβέρνησης με την κεντρική τράπεζα – όπου ο Τούρκος πρόεδρος επιμένει στη μείωση των βασικών επιτοκίων, λόγω των εκλογών του Ιουνίου.
Ειδικότερα, η κεντρική τράπεζα της χώρας μείωσε πρόσφατα τα βασικά επιτόκια κατά 0,25% στο 7,5% – όπου όμως η κυβέρνηση θεώρησε συντηρητική την κίνηση της, φοβούμενη πως δεν θα βοηθήσει να αυξηθεί ο ρυθμός ανάπτυξης. Φυσικά ο έμμεσος στόχος είναι να κερδίσει την εύνοια των ψηφοφόρων στις επερχόμενες εκλογές, με τη βοήθεια της ανόδου της οικονομίας της χώρας.
Η πολλοστή επέμβαση της κυβέρνησης όμως στη νομισματική πολιτική δημιούργησε μεγάλη ανασφάλεια στους επενδυτές, με αποτέλεσμα να αυξηθούν οι εκροές κεφαλαίων – οπότε η ισοτιμία της λίρας μειώθηκε απότομα, στο 1:2,63 σε σχέση με το δολάριο.
Πόσο μάλλον όταν διαπιστώνεται πως ο πρόεδρος της χώρας κατηγορεί την κεντρική τράπεζα για προδοσία απέναντι στο Έθνος – με τους περισσότερους να υποθέτουν πως θέλει να καταργήσει την ανεξαρτησία της νομισματικής αρχής, στα πλαίσια της απολυταρχικής διακυβέρνησης της Τουρκίας, την οποία επιδιώκει.
Συνεχίστε στη 2η σελίδα (…)
Ο πρωθυπουργός βέβαια αμύνθηκε της ανεξαρτησίας της κεντρικής τράπεζας, δηλώνοντας πως πρέπει μόνη της να παίρνει τις αποφάσεις, χωρίς να επεμβαίνει η πολιτική – κάτι που θα θεωρούταν ως επίθεση εναντίον του προέδρου, εάν δεν συμπλήρωνε πως η χώρα χρειάζεται ανάπτυξη με χαμηλότερο πληθωρισμό, καθώς επίσης με μειωμένα επιτόκια.
Πρόκειται βέβαια για μία αντιφατική τοποθέτηση, αφού μόνο με θαύμα θα μπορούσαν να συμβούν όλα τα παραπάνω μαζί – οπότε επρόκειτο για μία καλυμμένη επίθεση, με στόχο προφανώς τον πρόεδρο.
Από την άλλη πλευρά, οι επενδυτές αναρωτιούνται εάν η απόφαση για τη μείωση των επιτοκίων ήταν πολιτική ή οικονομική – ενώ οι αγορές γενικότερα αντιμετωπίζουν αρνητικά τις επεμβάσεις του Τούρκου προέδρου, προειδοποιώντας πως υπάρχει κίνδυνος να προκληθεί μία συναλλαγματική κρίση μεγάλων διαστάσεων.
Τα μάτια τους είναι λοιπόν στραμμένα στην επόμενη συνεδρίαση της κεντρικής τράπεζας, στις 17 Μαρτίου – ενώ, εάν τυχόν ο διοικητής της παραιτηθεί εντός των επομένων ημερών ή εάν υποταχθεί στις εντολές της κυβέρνησης, τότε η λίρα θα καταρρεύσει.
Κάτι τέτοιο θα ήταν καταστροφικό για τη χώρα η οποία, παρά το χαμηλό δημόσιο χρέος της, διακρίνεται από τη συνεχή αύξηση του εξωτερικού χρέους (γράφημα) – το οποίο συνήθως δημιουργεί τεράστια προβλήματα, σε συνδυασμό με την υποτίμηση του νομίσματος, όπως διαπιστώθηκε πρόσφατα στη Ρωσία.
.
.
Ειδικότερα, το εξωτερικό χρέος πλησιάζει το 50% του ΑΕΠ, το οποίο χαρακτηρίζεται ως το ανώτατο όριο χρεοκοπίας – με την έννοια πως όποιες αναπτυσσόμενες οικονομίες το ξεπεράσουν, συνήθως αδυνατούν να εξυπηρετήσουν τις εξωτερικές τους υποχρεώσεις.
Ένας δεύτερος αρνητικός παράγοντας είναι το ισοζύγιο εξωτερικών συναλλαγών το οποίο είναι ξανά εξαιρετικά ελλειμματικό (γράφημα), παρά τη μείωση των τιμών του πετρελαίου – γεγονός που σημαίνει πως όταν ακολουθήσει αύξηση, κάτι που δεν μπορεί να αποκλεισθεί από κανέναν, το έλλειμμα της χώρας θα «εκραγεί».
.
.
Περαιτέρω, τυχόν άνοδος των βασικών επιτοκίων εκ μέρους της Fed, αν κι δεν είναι αναμενόμενη, θα έδινε τη χαριστική βολή στην οικονομία της χώρας, οδηγώντας το εξωτερικό της χρέος σε ακόμη υψηλότερα επίπεδα – λόγω της συνέχισης της κατάρρευσης της λίρας. Εάν συμπεριλάβει δε κανείς την αύξηση του ιδιωτικού χρέους, κατά 10% περίπου μόνο το τελευταίο έτος, θα διαπιστώσει πως τα προβλήματα της Τουρκίας πλησιάζουν στο ζενίθ τους.
Ολοκληρώνοντας, η ισοτιμία της λίρας απέναντι στο ευρώ παραμένει φυσιολογική (1:2,86) λόγω της αδυναμίας του ευρώ – η οποία όμως θα μπορούσε να αντιστραφεί, εάν τυχόν μεσολαβούσε η επίλυση της ελληνικής κρίσης.
Βέβαια, έχουν γίνει κατανοητές οι μεγάλες αδυναμίες του ευρώ – ενός νομίσματος χωρίς κανένα αντίκρισμα και με καμία ουσιαστικά οικονομία να το εκπροσωπεί (άρθρο). Όμως, σε σχέση με τη λίρα,
Σε κάθε περίπτωση, γνωρίζοντας πως η «ανακοπή» της κατάρρευσης της λίρας το προηγούμενο έτος ήταν αποκλειστικά και μόνο το αποτέλεσμα της πολιτικής σταθερότητας, μετά τις αλλεπάλληλες εκλογικές νίκες του κυβερνώντος κόμματος, το επόμενο κρίσιμο χρονικό σημείο για το νόμισμα, εάν δεν συμβεί τίποτα κατά τη συνεδρίαση της κεντρικής τράπεζας, θα είναι οι εθνικές εκλογές – όπου, εάν τυχόν η κυβέρνηση εμφανίσει μικρότερα ποσοστά, θα ξεκινήσει η αντίστροφη μέτρηση.
