
Η Ευρωζώνη, εάν συνεχιστεί η πολιτική λιτότητας, θα βυθιστεί στην ύφεση και στον αποπληθωρισμό, με αποτέλεσμα να οδηγηθεί στη διάλυση της – κάτι που είναι ασφαλώς εν γνώσει της Γερμανίας, η οποία έχει στο συρτάρι το δικό της «σχέδιο Β»
(To άρθρο αποτελείται από 2 Σελίδες)
.
“Η Μεγάλη Ύφεση στο ζενίθ της, το χειμώνα του 1933, θα μπορούσε εύλογα να χαρακτηρισθεί ως ένα είδος συλλογικού παραλογισμού – ενώ κάτι ανάλογο θα μπορούσε να ισχυρισθεί κανείς και για την Ελλάδα σήμερα.
Ειδικότερα, οι εργαζόμενοι δεν είχαν καμία απασχόληση, επειδή οι επιχειρήσεις δεν προσελάμβαναν κανέναν……. οι επιχειρήσεις δεν προσελάμβαναν κανέναν, επειδή δεν υπήρχε αγορά για τα προϊόντα τους…… δεν υπήρχε καμία αγορά για τα προϊόντα τους, επειδή οι εργαζόμενοι δεν είχαν κανένα εισόδημα, με το οποίο θα μπορούσαν να αγοράσουν τα προϊόντα των επιχειρήσεων, για να αντιστρέψουν το σπιράλ του θανάτου – ένας καταστροφικός φαύλος κύκλος, χωρίς καμία δυνατότητα εξόδου.
Οι συναλλαγματικές υποτιμήσεις, η αύξηση των κρατικών ελλειμμάτων με στόχο τις δημόσιες επενδύσεις, την απασχόληση και τη ζήτηση, κατά τις προσταγές της θεωρίας του Keynes, καθώς επίσης η υπομονετική αναμονή αντιστροφής της τάσης, έμοιαζαν να είναι παρόμοιες αναποτελεσματικές στρατηγικές επίλυσης της κρίσης.
Περαιτέρω, οι σε μεγάλο βαθμό κεντρικά κατευθυνόμενες και συνδικαλιστικά άριστα οργανωμένες αγορές εργασίας, όπως αυτή της Αυστραλίας, είχαν τα ίδια αποτυχημένα αποτελέσματα, όσον αφορά την εξάλειψη της μακροπρόθεσμης ανεργίας, με τις μη οργανωμένες αγορές εργασίας – όπως αυτή των Η.Π.Α.
Οι φασιστικές λύσεις του προβλήματος, όπως αυτή της Ιταλίας, δεν είχαν επίσης αποτέλεσμα – με εξαίρεση τη ναζιστική λύση της Γερμανίας, από εκείνη τη στιγμή και μετά που τέθηκε σε λειτουργία η πολεμική της βιομηχανία.
Όσον αφορά τις Η.Π.Α., η ύφεση καταπολεμήθηκε τελικά από την αύξηση της ζήτησης πολεμικού εξοπλισμού, ενόψει του 2ου παγκοσμίου Πολέμου – ενώ μέχρι σήμερα δεν υπάρχει καμία καθαρή εξήγηση σε σχέση με το γεγονός ότι, κανένα κράτος δεν θα μπορούσε τότε να ξεφύγει από τον καθοδικό σπειροειδή κύκλο της ύφεσης και της ανεργίας, εάν δεν είχε μεσολαβήσει πόλεμος”.
.
Άρθρο
Η φοροδιαφυγή είναι αναμφίβολα μία μεγάλη πληγή, όσον αφορά τα έσοδα μίας χώρας – τα οποία της επιτρέπουν τη χρηματοδότηση ενός λειτουργικού κοινωνικού κράτους, παράλληλα με τις υπόλοιπες ανάγκες του δημοσίου της.
Εν τούτοις, θεωρώ απαράδεκτες τις δηλώσεις των τελευταίων κυβερνήσεων της Ελλάδας, σύμφωνα με τις οποίες η χώρα μας κατέχει διεθνώς «τα σκήπτρα» στη φοροδιαφυγή – αφού, εάν επισκεφθεί κανείς πολλά άλλα κράτη, όπως τη Γαλλία, την Ιταλία, τη Γερμανία κοκ., θα διαπιστώσει πολύ εύκολα ανάλογες συμπεριφορές των Πολιτών και επιχειρήσεων τους, ενδεχομένως ακόμη χειρότερες.
Από την άλλη πλευρά πολλές από αυτές τις χώρες, όπως για παράδειγμα η Ολλανδία, το Λουξεμβούργο και το Βέλγιο, φημίζονται για τις υπερβολικά μεγάλες δυνατότητες «νόμιμης» αποφυγής φόρων που παρέχουν σε γερμανικές, σουηδικές και άλλες επιχειρήσεις – όταν η Ελλάδα, στο συγκεκριμένο τομέα, ευρίσκεται ακόμη στην παιδική ηλικία, εάν όχι στα σπάργανα.
Περαιτέρω, το πρόβλημα πρέπει να εξετάζεται, σε σχέση με την ανταποδοτικότητα των φόρων, η οποία είναι ουσιαστικά μηδαμινή στην Ελλάδα – όταν στη Γερμανία η Παιδεία είναι εντελώς δωρεάν (δεν υπάρχουν ούτε φροντιστήρια, ούτε ιδιωτικά σχολεία), η Υγεία το ίδιο (πηγαίνει κανείς σε όποιο γιατρό θέλει, χωρίς να πληρώνει τίποτα), οι υπηρεσίες του κράτους είναι πολύ υψηλές, το φορολογικό περιβάλλον σταθερό, οι επιχειρήσεις δεν εμποδίζονται από τη γραφειοκρατία ή/και τη διαφθορά του δημοσίου κοκ.
Άλλωστε, η ανταποδοτικότητα των φόρων είναι αυτή που δημιουργεί φορολογική συνείδηση – χωρίς την οποία είναι αδύνατη ουσιαστικά η καταπολέμηση της φοροδιαφυγής. Στα πλαίσια αυτά, ο διεθνής εξευτελισμός της χώρας μας ακόμη και από τη σημερινή κυβέρνηση της είναι απαράδεκτος – όπως επίσης η τρομοκρατία περί «εφοδιασμού» της φορολογικής αστυνομίας με νέα «όπλα», η οποία έχει σαν αποτέλεσμα την αποφυγή επενδύσεων εκ μέρους των ιδιωτών, σε μία εποχή που η πατρίδα μας τις χρειάζεται όσο ποτέ μέχρι σήμερα στην ιστορία της.
Σε κάθε περίπτωση, δεν είναι δυνατόν να μην αντιλαμβάνεται κανείς πως, στο επίπεδο των μικρών επιχειρήσεων, η φοροδιαφυγή είναι συνδεδεμένη με την επιβίωση τους, όσο άσχημο και αν ακούγεται κάτι τέτοιο – αφού διαφορετικά θα έκλειναν ακόμη και οι ελάχιστες που έχουν απομείνει, εκτοξεύοντας τις χρεοκοπίες και την ανεργία σε ακόμη πιο υψηλά επίπεδα, καθώς επίσης επιδεινώνοντας καταστροφικά την κατάσταση των ασφαλιστικών ταμείων.
Πόσο μάλλον όταν ορισμένοι φορολογικοί συντελεστές όπως, για παράδειγμα, το ΦΠΑ, είναι εγκληματικά δυσθεώρητοι – εξαθλιώνοντας κυριολεκτικά την πλειοψηφία του φτωχού πληθυσμού ο οποίος, στην προκειμένη περίπτωση, φορολογείται ευθέως ανάλογα με τον πλούσιο.
.
Η φυγή καταθέσεων
Το ίδιο συμβαίνει και με το θέμα των τεράστιων εκροών καταθέσεων οι οποίες, τόσο κατά τη σημερινή, όσο και κατά τις προηγούμενες κυβερνήσεις των μνημονίων, οφείλονται ή/και αφορούν (δήθεν) μη φορολογημένα χρήματα – όταν η βασικότερη αιτία τους είναι ο φόβος των αποταμιευτών για τη χρεοκοπία της χώρας, για την έξοδο της από την Ευρωζώνη κοκ.
Ο ίδιος φόβος, σε συνδυασμό με την ύφεση στην οικονομία, δεν οδηγεί τις καταθέσεις σε επενδύσεις (ίδρυση επιχειρήσεων, αγορά ακινήτων, αγορά μετοχών κλπ.) – με αποτέλεσμα να συνεχίζει να βυθίζεται η Ελλάδα στην κρίση.
Αντί λοιπόν να ασχοληθεί η κυβέρνηση με τις αιτίες των προβλημάτων της χώρας μας, ασχολείται με τις συνέπειες τους, προσπαθώντας να τις επιλύσει «κατασταλτικά και όχι ανασταλτικά» – γεγονός που, εάν συνεχιστεί, θα την οδηγήσει στην πλήρη αποτυχία, η οποία δεν θα είναι τόσο επώδυνη για την ίδια, όσο για το σύνολο της ελληνικής κοινωνίας.
Συνεχίστε στη 2η σελίδα (…)
Η ανταγωνιστικότητα
Ανεξάρτητα τώρα από τα παραπάνω, εάν κοιτάξει κανείς την εξέλιξη της ανταγωνιστικότητας της Ελλάδας, της Ισπανίας και της Πορτογαλίας, από την πλευρά του κόστους εργασίας ανά μονάδα προϊόντος (γράφημα που ακολουθεί), θα διαπιστώσει ότι έχει αυξηθεί σε σημαντικό βαθμό – έχοντας ήδη ξεπεράσει την αντίστοιχη της Γαλλίας.
.
.
Περαιτέρω, με κριτήριο το 1999, το οποίο χρησιμοποιείται ως βάση στο γράφημα, το έτος δηλαδή που υιοθετήθηκε η τελική ισοτιμία των νομισμάτων των χωρών-μελών της Ευρωζώνης, η σημερινή ανταγωνιστικότητα των παραπάνω χωρών είναι καλύτερη από αυτήν της Γαλλίας.
Αυτό δεν αρκεί φυσικά ακόμη για να αυξηθούν σημαντικά οι εξαγωγές τους, εις βάρος της Γαλλίας, αλλά θα συμβεί πολύ γρήγορα – με δυσμενή επακόλουθα για τη Γαλλία, καθώς επίσης για την Ιταλία, η εξέλιξη της ανταγωνιστικότητας της οποίας δεν είναι ανάλογη.
Με δεδομένο βέβαια το ότι, η εξαγωγική «πίτα» δεν αυξάνεται, το αποτέλεσμα θα είναι η συνέχιση της κατάρρευσης της δεύτερης και τρίτης μεγαλύτερης οικονομίας, οπότε το ανατριχιαστικό τέλος της νομισματικής ένωσης – με αρκετούς να το προβλέπουν για το 2017, όταν και εάν κερδίσει το ακροδεξιό κόμμα της Γαλλίας, το οποίο προηγείται σε όλες τις δημοσκοπήσεις.
Πόσο μάλλον όταν, παρά την τρομακτική εσωτερική υποτίμηση που επιβλήθηκε στην Ελλάδα, στην Πορτογαλία και στην Ισπανία, η απόσταση της ανταγωνιστικότητας τους από τη Γερμανία παραμένει ακόμη πολύ μεγάλη – γεγονός που τεκμηριώνει το ότι, η βασική «φυγόκεντρη δύναμη», η οποία θα καταστρέψει τελικά την Ευρωζώνη, δεν είναι άλλη από τη Γερμανία.
Για όλους όσους τοποθετούνται αντίθετα τώρα, ισχυριζόμενοι σωστά ότι η Γερμανία δεν είναι πλέον πλεονασματική απέναντι στις χώρες του Νότου, οπότε η διαφορά του εργατικού κόστους ανά μονάδα προϊόντος δεν αποτελεί πλέον μειονέκτημα, οφείλει να σημειώσει κανείς πως υπάρχουν οι ονομαζόμενες «επιδράσεις των τρίτων αγορών» – οι οποίες παίζουν πολύ μεγάλο ρόλο, επειδή τα πλεονάσματα της Γερμανίας με τις χώρες εκτός Ευρωζώνης είναι τεράστια (γράφημα), σε αντίθεση με αυτά των κρατών του Ευρωπαϊκού Νότου, τα οποία δεν είναι ανάλογα.
.
Σημείωση γραφήματος: Φαίνεται καθαρά πως η Γερμανία τρέφεται από την Ευρωζώνη, αφού το ισοζύγιο της αυξήθηκε κατακόρυφα μετά την υιοθέτηση του ευρώ – ενώ το κόστος της ένωσης της πληρώθηκε από τις ανόητες «εταίρες» της.
.
Με απλά λόγια, τα πλεονάσματα της Γερμανίας από τις χώρες εκτός Ευρωζώνης αυξάνουν τα ανταγωνιστικά της πλεονεκτήματα απέναντι στο Νότο – με αποτέλεσμα, ακόμη και αν μειωθεί το εργατικό κόστος ανά μονάδα προϊόντος κάτω από το γερμανικό, να συνεχίζουν να μην μπορούν να ανταγωνιστούν τη Γερμανία.
.
Επίλογος
Ολοκληρώνοντας, λόγω του ότι οι χώρες του Νότου δεν μπορούν να περιμένουν ανάπτυξη από την εσωτερική τους αγορά, επειδή τους έχει επιβληθεί η πολιτική λιτότητας, εις βάρος της ζήτησης, της κατανάλωσης κοκ., δεν έχουν κανένα όπλο για να καταπολεμήσουν το αποπληθωριστικό σπιράλ του θανάτου, στο οποίο έχουν οδηγηθεί – ενώ τα ιδιωτικά εισοδήματα θα συνεχίσουν να πιέζονται προς τα κάτω, έως ότου οι χώρες καταφέρουν να αυξήσουν την ανταγωνιστικότητα τους.
Με δεδομένη δε τη συνολικά κακή εικόνα της Ευρώπης, αφού όλες σχεδόν οι χώρες εφαρμόζουν την ίδια λανθασμένη πολιτική, δεν μπορεί καμία να περιμένει βοήθεια από πουθενά – μέσω της οποίας θα μπορούσε να ξεφύγει από την ύφεση.
Από την άλλη πλευρά, επειδή είναι αδύνατη η συνέχιση της λιτότητας από τους ήδη εξαθλιωμένους Πολίτες, προβλέπεται στασιμότητα της οικονομίας (stagnation) – η οποία όμως είναι πολύ επικίνδυνη για τις κυβερνήσεις όλων των κρατών, συντηρητικές ως επί το πλείστον. Ειδικά λόγω της υψηλής ανεργίας η οποία, ακόμη και αν μειωθεί ελαφρά, είναι ήδη σε επίπεδα καταστροφικά για πολλές κοινωνίες.
Συμπερασματικά λοιπόν, κάτω από αυτές τις δυσμενείς προϋποθέσεις, ολόκληρη η Ευρωζώνη θα βυθιστεί στην ύφεση και στον αποπληθωρισμό, με αποτέλεσμα να οδηγηθεί στη διάλυση της – κάτι που είναι ασφαλώς εν γνώσει της Γερμανίας, η οποία έχει στο συρτάρι της το δικό της σχέδιο Β (ανάλυση).
