Η ανταγωνιστικότητα
Ανεξάρτητα τώρα από τα παραπάνω, εάν κοιτάξει κανείς την εξέλιξη της ανταγωνιστικότητας της Ελλάδας, της Ισπανίας και της Πορτογαλίας, από την πλευρά του κόστους εργασίας ανά μονάδα προϊόντος (γράφημα που ακολουθεί), θα διαπιστώσει ότι έχει αυξηθεί σε σημαντικό βαθμό – έχοντας ήδη ξεπεράσει την αντίστοιχη της Γαλλίας.
.

.
Περαιτέρω, με κριτήριο το 1999, το οποίο χρησιμοποιείται ως βάση στο γράφημα, το έτος δηλαδή που υιοθετήθηκε η τελική ισοτιμία των νομισμάτων των χωρών-μελών της Ευρωζώνης, η σημερινή ανταγωνιστικότητα των παραπάνω χωρών είναι καλύτερη από αυτήν της Γαλλίας.
Αυτό δεν αρκεί φυσικά ακόμη για να αυξηθούν σημαντικά οι εξαγωγές τους, εις βάρος της Γαλλίας, αλλά θα συμβεί πολύ γρήγορα – με δυσμενή επακόλουθα για τη Γαλλία, καθώς επίσης για την Ιταλία, η εξέλιξη της ανταγωνιστικότητας της οποίας δεν είναι ανάλογη.
Με δεδομένο βέβαια το ότι, η εξαγωγική «πίτα» δεν αυξάνεται, το αποτέλεσμα θα είναι η συνέχιση της κατάρρευσης της δεύτερης και τρίτης μεγαλύτερης οικονομίας, οπότε το ανατριχιαστικό τέλος της νομισματικής ένωσης – με αρκετούς να το προβλέπουν για το 2017, όταν και εάν κερδίσει το ακροδεξιό κόμμα της Γαλλίας, το οποίο προηγείται σε όλες τις δημοσκοπήσεις.
Πόσο μάλλον όταν, παρά την τρομακτική εσωτερική υποτίμηση που επιβλήθηκε στην Ελλάδα, στην Πορτογαλία και στην Ισπανία, η απόσταση της ανταγωνιστικότητας τους από τη Γερμανία παραμένει ακόμη πολύ μεγάλη – γεγονός που τεκμηριώνει το ότι, η βασική «φυγόκεντρη δύναμη», η οποία θα καταστρέψει τελικά την Ευρωζώνη, δεν είναι άλλη από τη Γερμανία.
Για όλους όσους τοποθετούνται αντίθετα τώρα, ισχυριζόμενοι σωστά ότι η Γερμανία δεν είναι πλέον πλεονασματική απέναντι στις χώρες του Νότου, οπότε η διαφορά του εργατικού κόστους ανά μονάδα προϊόντος δεν αποτελεί πλέον μειονέκτημα, οφείλει να σημειώσει κανείς πως υπάρχουν οι ονομαζόμενες «επιδράσεις των τρίτων αγορών» – οι οποίες παίζουν πολύ μεγάλο ρόλο, επειδή τα πλεονάσματα της Γερμανίας με τις χώρες εκτός Ευρωζώνης είναι τεράστια (γράφημα), σε αντίθεση με αυτά των κρατών του Ευρωπαϊκού Νότου, τα οποία δεν είναι ανάλογα.
.

Σημείωση γραφήματος: Φαίνεται καθαρά πως η Γερμανία τρέφεται από την Ευρωζώνη, αφού το ισοζύγιο της αυξήθηκε κατακόρυφα μετά την υιοθέτηση του ευρώ – ενώ το κόστος της ένωσης της πληρώθηκε από τις ανόητες «εταίρες» της.
.
Με απλά λόγια, τα πλεονάσματα της Γερμανίας από τις χώρες εκτός Ευρωζώνης αυξάνουν τα ανταγωνιστικά της πλεονεκτήματα απέναντι στο Νότο – με αποτέλεσμα, ακόμη και αν μειωθεί το εργατικό κόστος ανά μονάδα προϊόντος κάτω από το γερμανικό, να συνεχίζουν να μην μπορούν να ανταγωνιστούν τη Γερμανία.
.
Επίλογος
Ολοκληρώνοντας, λόγω του ότι οι χώρες του Νότου δεν μπορούν να περιμένουν ανάπτυξη από την εσωτερική τους αγορά, επειδή τους έχει επιβληθεί η πολιτική λιτότητας, εις βάρος της ζήτησης, της κατανάλωσης κοκ., δεν έχουν κανένα όπλο για να καταπολεμήσουν το αποπληθωριστικό σπιράλ του θανάτου, στο οποίο έχουν οδηγηθεί – ενώ τα ιδιωτικά εισοδήματα θα συνεχίσουν να πιέζονται προς τα κάτω, έως ότου οι χώρες καταφέρουν να αυξήσουν την ανταγωνιστικότητα τους.
Με δεδομένη δε τη συνολικά κακή εικόνα της Ευρώπης, αφού όλες σχεδόν οι χώρες εφαρμόζουν την ίδια λανθασμένη πολιτική, δεν μπορεί καμία να περιμένει βοήθεια από πουθενά – μέσω της οποίας θα μπορούσε να ξεφύγει από την ύφεση.
Από την άλλη πλευρά, επειδή είναι αδύνατη η συνέχιση της λιτότητας από τους ήδη εξαθλιωμένους Πολίτες, προβλέπεται στασιμότητα της οικονομίας (stagnation) – η οποία όμως είναι πολύ επικίνδυνη για τις κυβερνήσεις όλων των κρατών, συντηρητικές ως επί το πλείστον. Ειδικά λόγω της υψηλής ανεργίας η οποία, ακόμη και αν μειωθεί ελαφρά, είναι ήδη σε επίπεδα καταστροφικά για πολλές κοινωνίες.
Συμπερασματικά λοιπόν, κάτω από αυτές τις δυσμενείς προϋποθέσεις, ολόκληρη η Ευρωζώνη θα βυθιστεί στην ύφεση και στον αποπληθωρισμό, με αποτέλεσμα να οδηγηθεί στη διάλυση της – κάτι που είναι ασφαλώς εν γνώσει της Γερμανίας, η οποία έχει στο συρτάρι της το δικό της σχέδιο Β (ανάλυση).
