
Οι ψηφοφόροι δεν κέρδισαν τον πόλεμο, αλλά απλά επέλεξαν τους στρατηγούς και τις ομάδες τους, για τη διεξαγωγή της μεγάλης μάχης εναντίον των εχθρών τους – ελπίζοντας πως είναι οι κατάλληλοι, για να τους οδηγήσουν στη νίκη και στο μέλλον
(To άρθρο αποτελείται από 2 Σελίδες)
.
Λέγεται πως η εκπεφρασμένη άποψη ενός λαού, μέσα από τις εκάστοτε εθνικές εκλογές, δεν είναι μόνο απόλυτα σεβαστή αλλά, κυρίως, σοφή. Αν και θα ήθελα πολύ να το πιστέψω, επειδή έτσι θα ένοιωθα πιο ασφαλής, διατηρώ κάποιες αμφιβολίες και επιφυλάξεις. Η αιτία είναι η διαπίστωση, σύμφωνα με την οποία οι άνθρωποι ψηφίζουν συνήθως αυτούς που τους υπόσχονται τα περισσότερα, χωρίς δυστυχώς να εξετάζουν εάν είναι εφαρμόσιμα ή ρεαλιστικά.
Περαιτέρω, επειδή η «συλλογική σοφία» απαιτεί τη σωστή, σφαιρική και ευρεία ενημέρωση του εκλογικού σώματος, πραγματικές εναλλακτικές επιλογές, καθώς επίσης ένα είδος «ανοσίας» απέναντι στην ασκούμενη χειραγώγηση εκ μέρους ορισμένων ΜΜΕ, είναι δύσκολο να τη θεωρήσει κανείς ως δεδομένη.
Εν τούτοις, το αποτέλεσμα των εκλογών της 25ης Ιανουαρίου, το οποίο έδωσε μία περιορισμένη νίκη στον ΣΥΡΙΖΑ, αρνούμενο να του εγκρίνει την κυβερνητική πλειοψηφία, φαίνεται εν πρώτοις πράγματι σοφό. Το ίδιο διαπιστώνεται και όσον αφορά τη Νέα Δημοκρατία, η οποία αφενός μεν δεν σεβάστηκε καμία από τις προεκλογικές της δεσμεύσεις, αφετέρου υιοθέτησε μία απόλυτα καταστροφική για την ίδια πολιτική εκστρατεία, με στόχο τον εκφοβισμό, καθώς επίσης το στυγνό εκβιασμό των ψηφοφόρων.
Δεν παύει όμως να ισχύει το γεγονός ότι, ο ΣΥΡΙΖΑ υποσχέθηκε στους πάντες τα πάντα, παρά το ότι γνωρίζει πως τα περισσότερα είναι ανέφικτα. Εύλογα λοιπόν συμπεραίνει κανείς πως δεν είχε κανέναν ηθικό ενδοιασμό, ενώ ο στόχος του θα μπορούσε να είναι η «υπεξαίρεση» της εξουσίας, με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που το επιχείρησε και το πέτυχε το κόμμα που οδήγησε αδικαιολόγητα την Ελλάδα στη χρεοκοπία, καθώς επίσης στο ΔΝΤ.
Ο λαός από την πλευρά του, όχι στο σύνολο του βέβαια, αλλά τουλάχιστον οι ψηφοφόροι των κομμάτων που τάθηκαν εναντίον της Τρόικας, της Γερμανίας και των μνημονίων, νιώθει σήμερα υπερήφανος για την επανάσταση του, ικανοποιημένος με την «ανταρσία» του, ευχαριστημένος που κήρυξε τον πόλεμο στους δανειστές του.
Προφανώς δεν μπορεί να συνειδητοποιήσει ότι, απλά επέλεξε τους στρατηγούς και τις ομάδες τους, για τη διεξαγωγή του πολέμου εναντίον των «εχθρών» του. Ελπίζει ή πιστεύει δε πως είναι κατάλληλοι για να τον οδηγήσουν στη νίκη και στο μέλλον, πριν από όλα στην κατάργηση εκείνης της πολιτικής που τον έχει εξαθλιώσει, βυθίζοντας τον ακόμη περισσότερο στην κρίση.
Επιβράβευσε λοιπόν ουσιαστικά τις καλές, συμφέρουσες για τον ίδιο προθέσεις τους, χωρίς φυσικά να γνωρίζει εάν τόσο οι στρατηγοί, όσο και ο στρατός τους, οι οποίοι δεν έχουν ποτέ δοκιμαστεί στην πράξη, διαθέτουν τις ικανότητες και την επάρκεια που απαιτούνται, για να διεξάγουν έναν τόσο σημαντικό για τη χώρα τους πόλεμο.
Συνεχίζοντας, είμαστε από αυτούς που προειδοποίησαν έγκαιρα για τον τρόπο, με τον οποίο ενεργεί το ΔΝΤ στις χώρες που εισβάλλει, παρομοιάζοντας τα αποτελέσματα της πολιτικής που επιβάλλει με έναν βομβαρδισμό εκ μέρους του ΝΑΤΟ.
Ταχθήκαμε λοιπόν από την αρχή υπέρ της χρεοκοπίας της χώρας αντί της καταστροφής της, ενώ θεωρήσαμε ως έγκλημα την υπογραφή του PSI, με το οποίο υποθηκεύθηκε όλη η χώρα, χάνοντας οριστικά τη δυνατότητα της να επιστρέψει στη δραχμή (μετατρέποντας τα εξωτερικά της χρέη στο εθνικό της νόμισμα).
Όμως, αυτά που θα μπορούσαμε και θα έπρεπε να κάνουμε σε διάφορες χρονικές στιγμές του παρελθόντος, οι εκάστοτε ευκαιρίες που είχαμε για να περιορίσουμε την καταστροφή, δεν σημαίνει ότι συνεχίζουν να υπάρχουν σήμερα ή ότι αυτές που υφίστανται σήμερα θα είναι αύριο οι ίδιες.
Ειδικά όσον αφορά τη χρεοκοπία, τη στάση πληρωμών δηλαδή, η οποία αποτελεί το μοναδικό ίσως διαπραγματευτικό χαρτί της μελλοντικής κυβέρνησης, σε συνδυασμό ενδεχομένως με την υιοθέτηση της δραχμής, θεωρώ ότι κάτω από τις σημερινές συνθήκες θα οδηγούσε τη χώρα κατ’ ευθείαν στο γκρεμό.
Η αιτία είναι προφανώς η απίστευτη καταστροφή που προηγήθηκε, όπως για παράδειγμα η αποψίλωση του παραγωγικού μας ιστού, η εκτόξευση της ανεργίας στα ύψη, οι χρεοκοπίες χιλιάδων επιχειρήσεων, η υπερβολική φορολόγηση, η υπερχρέωση, το PSI και η εξαθλίωση των Ελλήνων. Είναι δε αποδεδειγμένο το ότι, εάν μία χώρα δεν καταφέρει να βγει από την κρίση μέσα σε τρία χρόνια (όπου το πρώτο έτος λαμβάνονται όλα τα μέτρα, το δεύτερο ωριμάζουν και το τρίτο αποδίδουν), είναι πια καταδικασμένη να αποτύχει.
Θεωρώ λοιπόν πως η νέα κυβέρνηση, θα πρέπει να σκεφθεί πάρα πολύ καλά, υπεύθυνα και προσεκτικά τις εναλλακτικές, ρεαλιστικές λύσεις που έχει πράγματι σήμερα στη διάθεση της, αποφεύγοντας τις παγίδες που θα τοποθετηθούν στο δρόμο της.
Να λάβει δε υπ όψιν της το γεγονός ότι, έχει δημιουργήσει υπερβολικά μεγάλες προσδοκίες στους Έλληνες, οι οποίες είναι εξαιρετικά επικίνδυνες, όσον αφορά την ίδια, καθώς επίσης την κοινωνική ειρήνη.
Θα ήταν λοιπόν καλύτερα να προσπαθήσει να ξεφουσκώσει σιγά-σιγά τη φούσκα που η ίδια δημιούργησε, πριν ακόμη σκάσει στα χέρια της, οδηγώντας την Ελλάδα στο χάος. Τέλος, να κατανοήσει πως μία αποτυχημένη χώρα δεν έχει πολλές δυνατότητες, οπότε δεν πρέπει να χαθεί καμία απολύτως.
Κλείνοντας, θεωρώ σκόπιμο να υπενθυμίσω ένα παλαιότερο κείμενο του κ. Βιλιάρδου, το οποίο επεξηγεί την έννοια «αποτυχημένη χώρα», έτσι ώστε να μην επαναλαμβανόμαστε ως σελίδα.
Αποτυχημένη χώρα (12.06.14), Βασίλης Βιλιάρδος
Η έννοια ή ο όρος «αποτυχημένο κράτος» (failed state) χαρακτηρίζει μία χώρα, η οποία δεν έχει επιτύχει σε ορισμένες ή σε όλες τις βασικές λειτουργίες της – έχοντας ενδεχομένως χάσει έμμεσα την εθνική της κυριαρχία.
Μεταξύ άλλων, «αποτυχημένη» θεωρείται μία χώρα, η νόμιμα εκλεγμένη κυβέρνηση της οποίας αδυνατεί να λάβει αποφάσεις, να παρέχει σωστές δημόσιες υπηρεσίες ή να συνεργάζεται με άλλα κράτη ισότιμα, ως μέλος της διεθνούς κοινότητας (της Ε.Ε., της Ευρωζώνης κλπ.).
Τυχόν αδυναμία της χώρας δε να επιβιώσει με δικά της μέσα, εξαρτώμενη από τρίτους, όπως στο παράδειγμα της Ελλάδας, η οποία ευρίσκεται στο «χρηματοδοτικό ορό» της Τρόικας, είναι ένα ακόμη βασικό στοιχείο ενός «αποτυχημένου κράτους».
Συνεχίστε στη 2η σελίδα (…)
Σύμφωνα τώρα με τη γερμανική βιβλιογραφία, «αποτυχημένο» θεωρείται ένα κράτος που δεν μπορεί να εκπληρώσει τρεις κεντρικές λειτουργίες για τους Πολίτες του: να τους παρέχει ασφάλεια, ευημερία και νομιμότητα, με την έννοια του ολοκληρωμένου Κράτους Δικαίου.
Με την πλήρη ανασφάλεια από οικονομικής και όχι μόνο πλευράς, στην οποία έχει βυθιστεί η Ελλάδα, με την «κατάρρευση» των συνθηκών ευημερίας, με την απορρύθμιση του κοινωνικού κράτους, καθώς επίσης με την περιορισμένη λειτουργία του Κράτους Δικαίου (μεταξύ άλλων, επειδή ορισμένες αποφάσεις των δικαστηρίων δεν γίνονται αποδεκτές από την κυβέρνηση ή τίθενται σε αμφιβολία από το ΔΝΤ, ενώ το σύνταγμα γίνεται ελάχιστα σεβαστό), είναι δύσκολο να αποδεχθεί κανείς ότι, δεν είναι ένα σχεδόν πλήρως αποτυχημένο κράτος.
Πόσο μάλλον όταν η εκλεγμένη κυβέρνηση δεν αποφασίζει η ίδια τα μέτρα που λαμβάνονται για την αντιμετώπιση των προβλημάτων της χώρας της, αλλά απλά εφαρμόζει τα προγράμματα των δανειστών της, χωρίς να μπορεί να φέρει την παραμικρή αντίρρηση – αφού διαφορετικά απειλείται άμεσα με τη διακοπή της χρηματοδότησης της οικονομίας, οπότε με τον ακαριαίο θάνατο.
Αυτό δεν σημαίνει προφανώς ότι, εάν αναλάμβανε την εξουσία η αξιωματική αντιπολίτευση, η κατάσταση θα άλλαζε – όχι μόνο επειδή το στελεχιακό της δυναμικό δεν είναι ότι καλύτερο αλλά, κυρίως, επειδή ούτε αυτή θα μπορούσε να εξυπηρετήσει το χρέος ή να εξασφαλίσει την πλεονασματική λειτουργία της οικονομίας, με 1,5 εκ. ανέργους, καθώς επίσης με αποψιλωμένο πλήρως τον παραγωγικό ιστό.
Για να ολοκληρωθεί βέβαια η εικόνα ενός αποτυχημένου κράτους, «απαιτείται» η απώλεια του κοινωνικού ελέγχου του – με την έννοια της κορύφωσης της εγκληματικότητας, της ανομίας και του χάους. Εν τούτοις, οι συνθήκες αυτές δεν είναι απαραίτητες για τον παραπάνω χαρακτηρισμό, εάν η δημόσια διοίκηση έχει αναληφθεί από τρίτους, οι οποίοι εγκαθιστούν μία δική τους «τάξη πραγμάτων» – επιβάλλοντας τη δική τους εξουσία.
Σε μία τέτοια περίπτωση, η μοναδική λειτουργία που απαιτείται από την εκάστοτε εκλεγμένη κυβέρνηση, συνήθως με τη βοήθεια σημαντικών διατεταγμένων ΜΜΕ, είναι η διατήρηση της κοινωνικής ηρεμίας – έτσι ώστε να μην υπάρχουν μαζικές αντιδράσεις, διαδηλώσεις, έντονες διαμαρτυρίες, απειθαρχία των φορολογουμένων κλπ.
Στην περίπτωση της Ελλάδας, επειδή απαγορεύεται να χρεοκοπήσει, αφού έτσι θα έθετε σε κίνδυνο το βαριά άρρωστο παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα, αποτελώντας ίσως εκείνη τη σπίθα που θα προκαλούσε μία τεράστια, ανεξέλεγκτη πυρκαγιά στον πλανήτη, ενώ η πολιτική της ηγεσία είναι ανίκανη ή ανεπαρκής να εξασφαλίσει τη σωστή λειτουργία των μηχανισμών του κράτους, η εξουσία ασκείται αποκλειστικά και μόνο από τους δανειστές της.
Ουσιαστικά λοιπόν οι υπάλληλοι των δανειστών της εργάζονται στη δημόσια διοίκηση και ελέγχουν τα πάντα – έτσι ώστε να μπορέσουν να εξασφαλίσουν την εξόφληση των δανείων τους, λεηλατώντας μεταξύ άλλων μεθοδικά την ιδιωτική και δημόσια περιουσία της χώρας.
Ειδικότερα, μετά από τέσσερα χρόνια συνεχών αποτυχιών των οικονομικών προγραμμάτων, μετά από δύο ανόητες διαγραφές χρεών, καθώς επίσης με δεδομένη την ανεπάρκεια του συνόλου της πολιτικής στη χώρα, κανένας δανειστής δεν πιστεύει πλέον πως η χώρα μπορεί να ξεπεράσει την κρίση – πως θα έχει κάποτε τη δυνατότητα να εξυπηρετήσει το χρέος της.
Επομένως, αυτό που απομένει είναι η λεηλασία του πλούτου της – γεγονός που απαιτεί αφενός μεν την κοινωνική ηρεμία, αφετέρου τον εφησυχασμό των Ελλήνων με λόγια που δεν συνοδεύονται ποτέ από έργα (όπως τα πρόσφατα του Γερμανού υπουργού οικονομικών, ο οποίος επαίνεσε τη χώρα για τις προσπάθειες της!).
Για να είναι δε κάτι τέτοιο εφικτό, χρειάζεται μία ολόκληρη σειρά από «εύχρηστες πολιτικές μαριονέτες», οι οποίες θα στελεχώνουν σωστά το πολιτικό φάσμα της χώρας – ολόκληρο φυσικά και όχι μόνο το κυβερνητικό.
Ολοκληρώνοντας, υπενθυμίζουμε πως η αρχική αδυναμία και η πτώση ορισμένων κρατών, σε καθεστώς «αποτυχημένου» οφείλεται, σύμφωνα με μία μελέτη του γερμανικού IMI, στα αποκαλούμενα σήμερα νεοφιλελεύθερα προγράμματα «διαρθρωτικής προσαρμογής», τα οποία επιβάλλονται από το ΔΝΤ και την Παγκόσμια Τράπεζα.
Ειδικότερα, η κρίση χρέους του 1980 οδήγησε στο γεγονός ότι, πολλές χώρες δεν μπορούσαν διαφορετικά μα επιβιώσουν, παρά μόνο λαμβάνοντας χρήματα από το ΔΝΤ και την Παγκόσμια Τράπεζα – τα οποία δανείζονταν μόνο εάν συμφωνούσαν να μειώσουν τις δημόσιες δαπάνες τους, να ανοίξουν εντελώς τις αγορές τους και να ιδιωτικοποιήσουν τις δημόσιες επιχειρήσεις τους.
Οι μειώσεις όμως στον κοινωνικό τομέα οδηγούσαν στην απώλεια της νομιμοποίησης των κυβερνήσεων, απέναντι στους λαούς τους – με εύλογο επακόλουθο να εντείνεται η κρατική καταστολή, αφού διαφορετικά δεν μπορούσε να εξασφαλισθεί η εξουσία, καθώς επίσης η κοινωνική πειθαρχία.
Το αποτέλεσμα ήταν να υπάρξουν πάρα πολλές «κρίσεις νομιμότητας» σε ένα μεγάλο αριθμό χωρών του τρίτου κόσμου – οπότε να δημιουργηθεί μία σειρά αποτυχημένων κρατών. Μία ανάλογη «κρίση νομιμότητας» τείνει σήμερα να δημιουργηθεί και στην Ελλάδα, με ενδεχόμενο να δοθεί η χαριστική βολή στον ετοιμοθάνατο – αν και ευτυχώς για εμάς τους Έλληνες το μέγεθος της παγκόσμιας κρίσης είναι τόσο μεγάλο, που πολύ δύσκολα θα αποφάσιζε κανείς να διακινδυνεύει την ελληνική σπίθα, η οποία θα τίναζε πιθανότατα το παγκόσμιο οικοδόμημα στον αέρα.
.
Υστερόγραφο: Μπορεί και ευχόμαστε να κάνουμε λάθος εκτιμήσεις, όσον αφορά το κράτος, την κυβέρνηση, την αντιπολίτευση και όλους τους υπόλοιπους «συντελεστές» της αποτυχίας – να έχουμε δηλαδή ρεαλιστικά τη δυνατότητα εξυπηρέτησης του δημοσίου χρέους ή να μπορούμε πράγματι να διαπραγματευθούμε τη διαγραφή μεγάλου μέρους του.
Παράλληλα, να υπάρχει σχέδιο ανάκτησης της εθνικής μας ανεξαρτησίας, να μη βυθιστεί η Ελλάδα στο χάος, καθώς επίσης να είμαστε σε θέση να καταπολεμήσουμε την ανεργία και την καταστροφή του παραγωγικού ιστού της χώρας μας – έτσι ώστε να μην κινδυνεύσουμε να καταλήξουμε άδικα «στα σκουπίδια της ιστορίας», λεηλατημένοι και εξαθλιωμένοι, όταν ή εάν αποφευχθεί η παγκόσμια κατάρρευση του συστήματος.
.
