
Είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την έξοδο μίας χώρας από την Ευρωζώνη, ενώ θα πρέπει να είναι βραχυπρόθεσμης διάρκειας – να ανακοινωθεί ξαφνικά και απροσδόκητα χωρίς να το περιμένει κανείς, έτσι ώστε να μην καταστραφεί εντελώς η Ελλάδα
(To άρθρο αποτελείται από 2 Σελίδες)
.
Κρίνοντας από τη γενικότερη συμπεριφορά του πρωθυπουργού, θεωρώ πως έχει επιλέξει την «παραίτηση» της κυβέρνησης του, ελπίζοντας πως δεν θα διαρκέσει για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα – ότι θα μεσολαβήσει δηλαδή μία «αριστερή παρένθεση», η οποία θα τον επαναφέρει ξανά στην εξουσία.
Αυτό συμπεραίνεται τόσο από την «ηττοπαθή εμμονή» του να αναφέρει διαρκώς την αντιπολίτευση στις συνεντεύξεις του, όσο και από την θλιβερή αρνητική διαφήμιση που έχει επιλέξει – ειδικά αυτήν που προϊδεάζει τους Πολίτες για τη χρεοκοπία της χώρας, εάν ο ίδιος πάψει να την κυβερνάει.
Όσον αφορά την αξιωματική αντιπολίτευση, φαίνεται πως είναι πρόθυμη να υποσχεθεί στους πάντες τα πάντα, για να ανέλθει πάση θυσία στην εξουσία – όπου, εάν δεν καταφέρει να είναι αυτοδύναμη, δεν θα εφαρμόσει το πρόγραμμα της, με βάση τις δηλώσεις του αρχηγού της, συμβιβαζόμενη με μία πολιτική, περίπου όπως αυτή του παρελθόντος.
Εάν τώρα εξασφαλίσει την πλειοψηφία των εδρών, η οποία θα ήταν αναμφίβολα πολύ ισχνή, θα μεταφέρει το βάρος της απόφασης της στάσης πληρωμών ή/και της εξόδου από την Ευρωζώνη στους Πολίτες – μέσω ενός λαϊκού δημοψηφίσματος, το οποίο έχει ουσιαστικά προαναγγείλει έμμεσα.
Είτε στη μία, είτε στην άλλη περίπτωση λοιπόν, δεν θα υποχρεωθεί στην αναδίπλωση («πολιτική τούμπα») που προβλέπεται από τους αντιπάλους της, καθώς επίσης από την Ευρωζώνη και τις αγορές, οπότε δεν θα χάσει την αξιοπιστία της απέναντι στους Πολίτες – απογοητεύοντας ενδεχομένως το σημερινό πρωθυπουργό, ο οποίος μάταια θα έχει στηρίξει τις ελπίδες του στο «κυβερνητικό διάλλειμα» που προβλέπει.
Αυτός που ενδιαφέρεται βέβαια περισσότερο για τα αποτελέσματα των εκλογών δεν είναι οι Έλληνες, οι οποίοι είτε με τη μία, είτε με την άλλη κυβέρνηση, γνωρίζουν πως οι ίδιοι θα πρέπει να λύσουν τα προβλήματα επιβίωσης που αντιμετωπίζουν, αλλά η Γερμανία – η οποία φοβάται πως θα υποχρεωθεί σε διαπραγματεύσεις, από μία επόμενη κυβέρνηση που τυχόν θα αποτελείται από κόμματα της αντιπολίτευσης, για το θέμα των πολεμικών επανορθώσεων (ανάλυση).
Σε μία τέτοια περίπτωση, επειδή τα ποσά είναι κατά πολύ μεγαλύτερα από τις εγγυήσεις που έχει δώσει στην Ελλάδα (καμία χώρα δεν έχει δανείσει ουσιαστικά στη χώρα μας χρήματα, αφού πρόκειται μόνο για εγγυήσεις), γνωρίζει πως ακόμη και οι μικρότερες παραχωρήσεις εκ μέρους της, θα άνοιγαν κυριολεκτικά τους ασκούς του Αιόλου για την ίδια – επειδή τα επακόλουθα θα ήταν πολλαπλασιαστικά (Domino Effect), ιδίως όσον αφορά τις ανάλογες απαιτήσεις της Ιταλίας, το συνταγματικό δικαστήριο της οποίας έχει επιτρέψει τις αγωγές αποζημίωσης εναντίον της Γερμανίας.
Υπενθυμίζουμε ότι η Γερμανία, σύμφωνα με δικά της ΜΜΕ (πηγή), επεμβαίνει μαζικά στην εθνική μας πολιτική, ενώ επηρεάζει την ελληνική κοινή γνώμη, πληρώνοντας Έλληνες δημοσιογράφους, εκπροσώπους της εκκλησίας και καλλιτέχνες – κυρίως με στόχο να εξουδετερώσει τις απαιτήσεις εξόφλησης των πολεμικών επανορθώσεων, παράλληλα με την υπονόμευση των αξιώσεων της ισραηλινής κοινότητας της Θεσσαλονίκης εναντίον της. Η «χρηματοδότηση» έχει αναληφθεί από το υπουργείο εξωτερικών της, το οποίο δικτυώνει την ελληνική «κοινωνία των πολιτών» με τη γερμανική ελίτ.
Ανεξάρτητα τώρα από όλα αυτά, επειδή γίνονται πολλές συζητήσεις για το βασικό διαπραγματευτικό χαρτί της αντιπολίτευσης, τη χρεοκοπία, η οποία θα οδηγούσε ίσως την πατρίδα μας στην υιοθέτηση της δραχμής, δεν είναι αρνητικό να γνωρίζει κανείς πως δρομολογείται η (απευχόμενη) έξοδος μίας χώρας από την Ευρωζώνη, από την πρακτική της πλευρά (πηγή:wd.eu). Ειδικότερα τα εξής:
.
Η διαδικασία
Σε μία τέτοια περίπτωση, η ελληνική κυβέρνηση θα πρέπει να εξασφαλίσει πριν από κάθε τι άλλο τη σταθερότητα του χρηματοπιστωτικού και τραπεζικού συστήματος της χώρας. Για να τα καταφέρει, τόσο η έξοδος από την Ευρωζώνη, όσο και η άρρηκτα συνδεδεμένη με αυτήν νομισματική μεταρρύθμιση, θα πρέπει να είναι βραχυπρόθεσμης διάρκειας – να ανακοινωθεί δε ξαφνικά και απροσδόκητα, χωρίς να το περιμένει κανείς.
Αναλυτικότερα, επειδή η μείωση της ισοτιμίας της νέας δραχμής απέναντι στο ευρώ είναι δεδομένη, οι πελάτες των τραπεζών προσπαθούν να αποσύρουν τις καταθέσεις τους το συντομότερο δυνατόν. Οφείλει βέβαια να σημειωθεί ότι, σε αντίθεση με τις κλασσικές επιθέσεις εναντίον των τραπεζών (Bank runs), οι «ψηφιακές, διαδικτυακές επιθέσεις» είναι πολύ πιο γρήγορες – όπως αποδείχθηκε από τις πρόσφατες σχετικά εμπειρίες της Ιρλανδίας και της Ισλανδίας.
Επομένως, η κυβέρνηση θα πρέπει να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά την κρίση εμπιστοσύνης στο τραπεζικό σύστημα, καθώς επίσης να επιβάλλει έναν βραχυπρόθεσμο περιορισμό στις αναλήψεις – όπως περίπου συνέβη στην Αργεντινή, στα πλαίσια του «Corralito 2001».
Περαιτέρω, μετά την ανακοίνωση της νομισματικής μεταρρύθμισης, η κυβέρνηση θα πρέπει να ξεπεράσει τις «υλικοτεχνικές προκλήσεις» της εκτύπωσης νομισμάτων, καθώς επίσης της παράδοσης τους στις τράπεζες – φροντίζοντας να μην δημιουργηθούν προβλήματα στη φυσιολογική λειτουργία της οικονομίας της χώρας.
Επομένως, μέχρι να παραδοθούν οι νέες δραχμές, η διαδικασία των συναλλαγών θα πρέπει να γίνει με τα υφιστάμενα χρήματα, με τα ευρώ – τα οποία όμως αρκετοί Πολίτες, έχοντας προβλέψει/φοβηθεί ότι θα μπορούσε να συμβεί κάτι τέτοιο, τα έχουν συνήθως αποσύρει από τις τράπεζες, «αποθηκεύοντας» τα στα σπίτια τους. Ως εκ τούτου, η κυβέρνηση θα πρέπει να ζητήσει την επιστροφή τους από όλους δια νόμου, καθώς επίσης να τα σφραγίσει με τέτοιον τρόπο, έτσι ώστε να μην μπορούν να «πλαστογραφηθούν».
Αυτό συνέβη τουλάχιστον στην Αυστρία/Ουγγαρία το 1919, στο Πακιστάν/Μπαγκλαντές το 1971, καθώς επίσης στην Τσεχία/Σλοβακία το 1992 – όταν απαιτήθηκε κάτι τέτοιο από το διαχωρισμό τους.
Το σφράγισμα των «παλαιών» νομισμάτων (ευρώ) είναι απαραίτητο, για να συνεχίσουν να χρησιμοποιούνται στις συναλλαγές – έτσι ώστε να μην εμποδιστεί η φυσιολογική οικονομική λειτουργία της χώρας, έως ότου τεθούν στην κυκλοφορία οι νέες δραχμές. Μετά την κυκλοφορία της νέας δραχμής, τα σφραγισμένα αυτά ευρώ ανταλλάσσονται με το νέο νόμισμα και χάνουν πλέον την αξία τους – οπότε απαγορεύεται να χρησιμοποιηθούν τόσο στην Ελλάδα, όσο και στο εξωτερικό, για τη διενέργεια νόμιμων συναλλαγών. Η νέα δραχμή είναι τότε μία απαίτηση πληρωμής απέναντι στην κεντρική τράπεζα της Ελλάδας, όπως το ευρώ απέναντι στην ΕΚΤ.
Το σφράγισμα των «ευρω-χαρτονομισμάτων» εμποδίζει ουσιαστικά την αναμενόμενη φυγή κεφαλαίων στο εξωτερικό, ενώ συνοδεύεται υποχρεωτικά από συνοριακούς ελέγχους – αφού διαφορετικά τα χρήματα θα μεταφέρονταν στο εξωτερικό. Από νομικής πλευράς βέβαια, η φυγή κεφαλαίων, η οποία προκαλείται από την απώλεια της εμπιστοσύνης στο τραπεζικό σύστημα της χώρας ή/και από την αναμενόμενη υποτίμηση του νέου νομίσματος, δεν μπορεί να εμποδιστεί – όχι τόσο απλά τουλάχιστον, μέσω του ελέγχου της διακίνησης κεφαλαίων.
Ειδικότερα, εντός της ΕΕ οι κεφαλαιακές ροές μεταξύ των χωρών μελών δεν υπόκεινται σε κανενός είδους περιορισμούς – ενώ ο έλεγχος της διακίνησης κεφαλαίων δεν είναι συμβατός με την αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας των χρημάτων που είναι σε ισχύ (άρθρο 63 του 2010). Επομένως, οι απαιτούμενοι έλεγχοι των κεφαλαιακών ροών μπορούν να τεθούν σε ισχύ μόνο εάν η Ελλάδα πάψει να είναι μέλος της ΕΕ – κάτι που επιτρέπεται από την αναμόρφωση των ευρωπαϊκών συνθηκών, μέσω του συμφώνου της Λισσαβόνας (άρθρο 50 του 2010 – αυτά που συνέβησαν στην Κύπρο ήταν παράνομα).
Αν και κάτι τέτοιο, με βάση τις υπογραφείσες συμφωνίες, δεν προϋποθέτει έμμεσα την έξοδο από την Ευρωζώνη, υπάρχουν διατάξεις, οι οποίες την καθιστούν αναγκαία (ECB Legal Working Paper Series, Nr. 10 (2009), S. 39 ff.). Επομένως, ο μοναδικός τρόπος για να «αποσχισθεί» μία χώρα από την Ευρωζώνη, προκύπτει από την εκούσια έξοδο της από την ΕΕ (άρθρο 50 του ευρωπαϊκού συμφωνητικού) – η οποία «τελειώνει κατ’ ανάγκη» τη συμμετοχή της στην Ευρωζώνη.
Συνεχίστε στη 2η σελίδα (…)
Ο τραπεζικός τομέας
Η έξοδος από την Ευρωζώνη δεν έχει μόνο συνέπειες για την πραγματική οικονομία, οι οποίες είναι ανυπολόγιστες, αλλά επηρεάζει επίσης τον τραπεζικό τομέα της χώρας. Πριν από κάθε τι άλλο, τοποθετείται η στενότητα ρευστότητας των ελληνικών τραπεζών – σε συνδυασμό με τα αρνητικά υπόλοιπα λογαριασμών της Τράπεζας της Ελλάδας, στο ευρωπαϊκό σύστημα συναλλαγών (Target 2).
Περαιτέρω, η στενότητα ρευστότητας του ελληνικού τραπεζικού συστήματος ισοσκελίζεται, εντός της νομισματικής ένωσης, από το σύστημα μικτών συναλλαγών Target 2. Ειδικότερα, τα υπόλοιπα λογαριασμών των εθνικών κεντρικών τραπεζών στο σύστημα Target 2, εκφράζουν ουσιαστικά το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών και κεφαλαιακών μεταβιβάσεων – όπου, όταν είναι αρνητικά, ισοσκελίζονται από τα αντίστοιχα θετικά μίας άλλης κεντρικής τράπεζας.
Για παράδειγμα, το υπόλοιπο λογαριασμού της Τράπεζας της Ελλάδας στο σύστημα Target 2 το Μάρτιο του 2012 ήταν της τάξης των -100 δις €, ενώ της γερμανικής κεντρικής τράπεζας ήταν +600 δις €.
Εάν τώρα η Ελλάδα βγει από την Ευρωζώνη, θα πρέπει όλες οι άλλες εθνικές κεντρικές τράπεζες, ανεξάρτητα από τα υπόλοιπα των λογαριασμών τους στο σύστημα, να καλύψουν από κοινού, με κριτήριο τη συμμετοχή τους στο κεφάλαιο της ΕΚΤ, τυχόν ζημίες της – οπότε, εάν συνέβαινε το 2012, θα έπρεπε να πληρώσουν αυτές τα 100 δις €. Στο γράφημα που ακολουθεί, φαίνεται η εξέλιξη των υπολοίπων των εθνικών κεντρικών τραπεζών στο ευρωπαϊκό σύστημα (επάνω από τη γραμμή τους χρωστάει η ΕΚΤ, κάτω από τη γραμμή χρωστούν στην ΕΚΤ).
.
.
Περαιτέρω, το αρνητικό υπόλοιπο της Τράπεζας της Ελλάδας στο ευρωπαϊκό σύστημα, συνοδεύεται από μία ανάλογη αύξηση του ισολογισμού της, καθώς επίσης από την κλιμάκωση των απαιτήσεων της απέναντι στις εμπορικές τράπεζες. Η αιτία είναι κυρίως το ότι, η ελληνική κεντρική τράπεζα παρέχει στις εμπορικές έκτακτη ρευστότητα στα πλαίσια του ELA (άρθρο), έναντι εγγυήσεων – οι οποίες όμως δεν είναι αποδεκτές από την ΕΚΤ, λόγω της χαμηλής ποιότητας τους (πρόκειται συνήθως για καταναλωτικά δάνεια, επιχειρηματικά, δάνεια πιστωτικών καρτών κλπ.).
Ολοκληρώνοντας, μετά το PSI, απαιτήθηκε η ανακεφαλαιοποίηση των ελληνικών τραπεζών, κυρίως με χρήματα του ευρωπαϊκού μηχανισμού χρηματοπιστωτικής σταθερότητας (EFSF). Τυχόν έξοδος της Ελλάδας λοιπόν από την ΕΕ ή/και την Ευρωζώνη, με την ταυτόχρονη αθέτηση πληρωμής των ομολόγων του δημοσίου, θα οδηγούσε πρακτικά στη χρεοκοπία του τραπεζικού συστήματος – οπότε θα έπρεπε υποχρεωτικά να κρατικοποιηθούν όλες οι σημαντικές τράπεζες, ενώ θα χάνονταν τα χρήματα του EFSF.
.
Επίλογος
Όπως συμπεραίνεται από τα παραπάνω, η έξοδος μίας χώρας από την Ευρωζώνη δεν είναι καθόλου εύκολη ή απλή – ενώ θα μπορούσε να είναι πολύ επικίνδυνη για μία μικρή χώρα στην οποία, μετά από έξι χρόνια ύφεσης, έχει καταστραφεί εντελώς ο παραγωγικός της ιστός, με αποτέλεσμα να εξαρτάται σε πολύ μεγάλο βαθμό από τις εισαγωγές προϊόντων.
Με δεδομένη δε την υποτίμηση του νέου νομίσματος της πάνω από 50% (έως και 90%), σε μικρό χρονικό διάστημα, οι εισαγωγές τροφίμων, ενέργειας, φαρμάκων κοκ. θα ήταν πανάκριβες – ο πληθωρισμός θα εκτοξευόταν στα ύψη, ενώ η Πολίτες της χώρας θα εξαθλιωνόταν σε βαθμό που είναι δύσκολο να φαντασθεί κανείς.
Είναι αρκετοί βέβαια αυτοί που θεωρούν πως η Αργεντινή, η κρίση της οποίας έχει πολλές ομοιότητες με την ελληνική, θα μπορούσε να αποτελέσει «υπόδειγμα προς μίμηση» – όσον αφορά τον τρόπο, με τον οποίο διαχειρίσθηκε την κρίση του 2001/02. Παρά το ότι όμως η οικονομική ανάκαμψη της Αργεντινής παρουσιάστηκε στην κοινή γνώμη ως το αποτέλεσμα της υποτίμησης του νομίσματος της, η αλήθεια είναι εντελώς διαφορετική.
Ουσιαστικά στηρίχθηκε στις ισχυρές εξαγωγές αγροτικών προϊόντων στις αναδυόμενες και αναπτυσσόμενες χώρες της Ασίας, ενώ η ανάπτυξη της μετά την κρίση «αγοράσθηκε» με πολύ υψηλούς ρυθμούς πληθωρισμού, της τάξης του 20% ετησίως – λόγω των οποίων επανήλθε σήμερα ο κίνδυνος μίας επόμενης χρεοκοπίας της, ενώ η μεσαία και η κατώτερη εισοδηματική της τάξη έχουν υποφέρει σε μεγάλο βαθμό.
Επομένως, δεν αποτελεί σε καμία περίπτωση παράδειγμα προς μίμηση για την Ελλάδα – η όποια κυβέρνηση της οποίας εκλεγεί, θα πρέπει να είναι πάρα πολύ προσεκτική με τις επιλογές και τις διαπραγματεύσεις της. Κυρίως δεν πρέπει να ξεχνάει πως η Ελλάδα έχει ακόμη την πολυτέλεια των εκλογών και της «επανάστασης εναντίον της Ευρώπης», ενώ δεν έχει χρεοκοπήσει οριστικά και αμετάκλητα, μόνο και μόνο επειδή είναι μέλος της Ευρωζώνης. Στην αντίθετη περίπτωση, εάν δεν ήταν δηλαδή μέλος της Ευρωζώνης, τα πράγματα θα ήταν εντελώς διαφορετικά – σε έναν βαθμό που είναι καλύτερα να μην περιγράψω.
