Site icon The Analyst

Φυγόκεντρες δυνάμεις

Γερμανία,-Ολλανδία-και-Ελλάδα-Εξ.

Γερμανία,-Ολλανδία-και-Ελλάδα

Η βασίλισσα της νόμιμης φοροδιαφυγής, η Ολλανδία, είναι στον ίδιο βαθμό τουλάχιστον υπεύθυνη με τη Γερμανία, όσον αφορά την προβλεπόμενη διάλυση της Ευρωζώνης – επιμένοντας στην «παραγωγή» πλεονασμάτων, εις βάρος όλων των υπολοίπων 

(To άρθρο αποτελείται από 2 Σελίδες)

.

Εντός της Ευρωζώνης, με αποτελέσματα που επηρεάζουν τόσο την ίδια, όσο και ολόκληρο τον πλανήτη, υπάρχουν μεγάλες φυγόκεντρες δυνάμεις – χώρες δηλαδή που επιμένουν να ζουν εις βάρος των άλλων, «παράγοντας» μεγάλα πλεονάσματα στα ισοζύγια τρεχουσών συναλλαγών τους, παράλληλα με την υιοθέτηση μίας περιοριστικής πολιτικής λιτότητας στο εσωτερικό τους.

Πρόκειται για έναν σύγχρονο μερκαντιλισμό, ο οποίος ακολουθείται ανεύθυνα απέναντι στη διεθνή κοινότητα – αφού όλοι γνωρίζουν πως για να μπορεί να έχει πλεονάσματα μία χώρα, θα πρέπει κάποιες άλλες να έχουν αντίστοιχα ελλείμματα, με αποτέλεσμα να υπερχρεώνονται.

Με απλά λόγια, το παγκόσμιο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών έχει μηδενικό άθροισμα – δεν μπορεί να είναι δηλαδή ούτε πλεονασματικό, ούτε ελλειμματικό, αλλά απολύτως ισορροπημένο. Επομένως, απέναντι στα πλεονάσματα δημιουργούνται αυτόματα ελλείμματα – οπότε μεγάλες ασυμμετρίες, οι οποίες αργά ή γρήγορα οδηγούν σε συγκρούσεις.

Περαιτέρω, όταν οι πλεονασματικές χώρες κατηγορούν τις υπόλοιπες, ενοχοποιώντας τες για τα χρέη που συσσωρεύουν, τότε πρόκειται για μία εξαιρετικά υποκριτική συμπεριφορά – αφού τα χρέη προέρχονται από τα ελλείμματα, τα οποία οι ίδιες προκαλούν, με τη συγκεκριμένη πολιτική τους: με τον μερκαντιλισμό.

Εντός της Ευρωζώνης τώρα, η Γερμανία δεν είναι η μοναδική χώρα που δημιουργεί αυτά τα προβλήματα, τα οποία αργά ή γρήγορα θα οδηγήσουν στη διάλυση της – αλλά, επίσης, η Ολλανδία, τα πλεονάσματα της οποίας είναι ακόμη μεγαλύτερα (γράφημα).

 .

*σχετικό άρθρο: “Ευρώ, η ώρα της αλήθειας“.

 .

Αν και η Γερμανία λοιπόν συγκεντρώνει όλα τα «πυρά διαμαρτυρίας», ενδεχομένως λόγω του μεγέθους της οικονομίας της, καθώς επίσης του απολύτου αριθμού των εμπορικών πλεονασμάτων της (περί τα 200 δις €), η Ολλανδία δεν υστερεί καθόλου – ενώ συμβάλλει κατά πολύ περισσότερο στη δημιουργία προβλημάτων εντός της Ευρωζώνης, λόγω του ότι θεωρείται η βασίλισσα της νόμιμης φοροδιαφυγής των πολυεθνικών (άρθρο), παρά το ότι έχει τοποθετηθεί σήμερα στο στόχαστρο το Λουξεμβούργο.

Εν τούτοις, η αποκλειστική ενοχοποίηση της Γερμανίας από πολλά κράτη της Ευρωζώνης δεν οφείλεται στα πλεονάσματα της, αλλά στην πολιτική της – με την οποία υποχρεώνει όλες τις χώρες να υιοθετήσουν μία λιτότητα άνευ προηγουμένου, χωρίς να τις βοηθάει να αυξήσουν τις εξαγωγές τους, τουλάχιστον στην ίδια (με το άνοιγμα των αγορών της, καθώς επίσης με την κλιμάκωση της ζήτησης στο εσωτερικό της, μεταξύ άλλων μέσω της αύξησης των αμοιβών των εργαζομένων της).

Το γεγονός αυτό, η μη έντονη ενοχοποίηση δηλαδή της Γερμανίας για τα πλεονάσματα της, αιτιολογείται από το ότι, οι περισσότεροι άνθρωποι πιστεύουν πως μπορεί να υπάρξει ανάπτυξη, χωρίς να χρεώνεται κάποιος άλλος. Πως είναι δυνατόν δηλαδή να μην χρεώνονται τα νοικοκυριά της Γερμανίας, για παράδειγμα, αποταμιεύοντας παράλληλα, ούτε οι επιχειρήσεις, ούτε το δημόσιο της και ταυτόχρονα να αυξάνεται το ΑΕΠ της!

Κανένας δεν φαίνεται να δίνει σημασία στο γεγονός ότι, οι αποταμιεύσεις απαιτούν χρέη στο ίδιο ύψος – επειδή, εάν δεν συμβαίνει κάτι τέτοιο, τότε η οικονομία, το ΑΕΠ καλύτερα, παύει να αυξάνεται ή μειώνεται. Όταν λοιπόν δεν χρεώνεται μία χώρα και αποταμιεύει, τότε κάποια άλλα κράτη θα πρέπει να χρεώνονται – για να έχουν ανάπτυξη βασισμένη στις εξαγωγές η Γερμανία, η Ολλανδία, η Ελβετία κοκ., παράγοντας πλεονάσματα στο ισοζύγιο τους.

Εάν βέβαια όλες οι χώρες συμπεριφέρονταν ανάλογα, τότε δεν θα μπορούσε να υπάρχει ανάπτυξη, ούτε πλεονάσματα – γεγονός που σημαίνει πως όταν η Γερμανία επιδιώκει μία συνεχή εξαγωγική ανάπτυξη, παραπονούμενη ταυτόχρονα πως άλλες χώρες, όπως η Ελλάδα, υπερχρεώνονται, απαιτώντας να υιοθετήσουν μία πολιτική λιτότητας, τότε απλά υποκρίνεται.

Επειδή βέβαια όλες οι πλεονασματικές χώρες της Ευρωζώνης γνωρίζουν πως αυτό το παιχνίδι δεν μπορεί να συνεχιστεί επ’ άπειρον, αφού κάποια στιγμή οι υπερχρεωμένες ελλειμματικές χώρες δεν θα μπορούν να πληρώνουν τα χρέη τους, οπότε θα χάσουν οι ίδιες τις απαιτήσεις τους απέναντι τους, τα χρήματα τους, είναι αδύνατον να μην έχουν προβλέψει την «αποδέσμευση» τους από το ευρώ, κατά το παράδειγμα της Ελβετίας.

Σε μία τέτοια περίπτωση, η ύπαρξη «αποσχιστικών πολιτικών παρατάξεων», αριστερών ή ακροδεξιών, στην Ελλάδα, στην Ισπανία, στη Γαλλία κοκ., μάλλον εξυπηρετεί τα συμφέροντα τους – ενώ δεν είναι απίθανη η διάσπαση της Ευρωζώνης σε δύο περιοχές, ακριβώς με τη δικαιολογία των «αποσχιστών». Εάν σχεδιάζεται δε κάτι τέτοιο, τότε η Ελλάδα δεν πρέπει να νοιώθει καθόλου ασφαλής – αντίθετα, οφείλει να είναι πάρα πολύ προσεκτική, ειδικά η όποια κυβέρνηση προκύψει από τις εκλογές.

Συνεχίστε στη 2η σελίδα (…)

Φυσικά θα μπορούσε να ισχυρισθεί κανείς πως το «παιχνίδι των πλεονασμάτων» εις βάρος των άλλων, θα είχε τη δυνατότητα να παιχτεί από ολόκληρη την Ευρωζώνη, ως μία οντότητα, με «θύματα» τις άλλες χώρες του πλανήτη – κάτι που ενδεχομένως επιδιώκει η Γερμανία, εάν υποθέσουμε πως δεν βλέπει τους εταίρους της ευκαιριακά, με ημερομηνία λήξης.

Θεωρούμε όμως πως κάτι τέτοιο είναι αδύνατον, με δεδομένο το μέγεθος της Ευρωζώνης – αφού ο υπόλοιπος πλανήτης, ειδικά οι Η.Π.Α. και η Κίνα, δεν θα το επέτρεπε σε καμία περίπτωση. Πόσο μάλλον όταν οι Η.Π.Α. ήδη κατηγορούν τη Γερμανία για τα πλεονάσματα της, ενώ η Κίνα ξεκίνησε να μοιράζεται έντιμα τα δικά της με τους γείτονες της, ενισχύοντας τις εξαγωγές τους στο εσωτερικό της (γράφημα).

 .

 .

Στα παραπάνω πλαίσια, δεν μπορεί παρά να αναρωτηθεί κανείς ποιά είναι τα μελλοντικά σχέδια της Γερμανίας, όσον αφορά την Ευρωζώνη – τι ακριβώς επιδιώκει, γνωρίζοντας πως έχει πλέον φτάσει το «χτένι στον κόμπο», όπως θα λέγαμε παραστατικά.

Επίσης της άλλης μεγάλης πλεονασματικής οικονομίας της Ευρωζώνης, της Ολλανδίας, η οποία έχει προ πολλού ξεκινήσει τις συζητήσεις για την έξοδο της από την Ευρωζώνη – κάτι που όμως θεωρούμε απίθανο να επιχειρήσει, χωρίς να «συνεργασθεί» με τη Γερμανία.

Δυστυχώς η απάντηση στο συγκεκριμένο ερώτημα δεν είναι καθόλου εύκολη, αφού η όποια απόφαση της Γερμανίας δεν θα στηριχθεί μόνο στην οικονομική λογική, αλλά και στις γεωπολιτικές της επιδιώξεις – οι οποίες ελπίζουμε πως δεν είναι οι ίδιες με αυτές του, σχετικά πρόσφατου, ναζιστικού παρελθόντος της.

Ολοκληρώνοντας, υπενθυμίζουμε πως κάποια χρόνια πριν από την κρίση (2005), είχε γραφτεί το παρακάτω, ελαφρά διαμορφωμένο άρθρο στο γερμανικό Τύπο:

Merkel, η μερκαντιλίστρια……. Εάν η Γερμανία συνεχίσει να φέρεται όπως στο παρελθόν, θα οδηγηθούμε στο εξής δίλημμα: Είτε η Ιταλία, η Ισπανία και η Γαλλία θα εγκαταλείψουν την Ευρωζώνη, θα υποτιμήσουν το νόμισμα τους και θα εξαφανίσουν με μία κίνηση τα ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα που εξασφάλισε εις βάρος τους η Γερμανία, είτε θα ακολουθήσουν την ίδια πολιτική εσωτερικής υποτίμησης – με αποτέλεσμα να οδηγηθεί η Ευρωζώνη σε μία «χρόνια ύφεση», ανάλογη της Ιαπωνικής.

Τέλος, δημοσιογράφος γερμανικής εφημερίδας έγραψε περίπου τα εξής: “Ένοχοι της ευρωπαϊκής κρίσης δεν είναι οι Έλληνες, οι οποίοι χρωστούν (επειδή δεν έλεγχαν όπως έπρεπε κάποιους διεφθαρμένους πολιτικούς τους). Επίσης όχι οι Ισπανοί, οι οποίοι υποφέρουν από την κρίση των ακινήτων, ούτε βέβαια και οι Ιρλανδοί – οι οποίοι δεν επέβλεπαν όπως έπρεπε τις τράπεζες τους.

Οι κυριότεροι ένοχοι της κρίσης της Ευρωζώνης είναι οι Γερμανοί, οι οποίοι για τουλάχιστον έξι χρόνια «έπαιζαν πονηρά» – αποδομώντας το κοινωνικό κράτος, εκμεταλλευόμενοι τη ζήτηση και τα χρέη των «εταίρων» τους, μειώνοντας τους πραγματικούς μισθούς (Πίνακας) καθώς επίσης «εξάγοντας ανεργία» σε μεγάλο βαθμό.

.

ΠΙΝΑΚΑΣ: Εξέλιξη αμοιβών με κριτήριο (100) το 1995

Έτη Γερμανία Γαλλία Ιταλία Ισπανία
 
1995 100 100 100 100
2000 100 103 110 112
2005 101 111 128 132

Πηγή: Zeit

.

Όπως φαίνεται από τον Πίνακα (μεγέθη κατά προσέγγιση, επειδή προέρχονται από διάγραμμα), οι μισθοί στη Γερμανία παρέμειναν σταθεροί, σε αντίθεση με όλες τις άλλες χώρες της Ευρωζώνης. Εάν δε πάρουμε σαν αρχή το 2000, από 100 τότε μειώθηκαν στο περίπου 87 (πηγή: AMECO) – δηλαδή, κατά 13%.

Το αργότερο μετά το 2005 έπρεπε να αποκατασταθεί η ισορροπία στην ανταγωνιστικότητα – με τους γερμανικούς μισθούς να αυξάνονται τουλάχιστον κατά 3% ετήσια. Το ότι αυτό δεν συνέβη ούτε το 2011, τεκμηριώνει πως η Γερμανία δεν ενδιαφέρεται καθόλου για το μέλλον της Ευρωζώνης”.

Τα παραπάνω δεν σημαίνουν βέβαια ότι θα έπρεπε να απενοχοποιήσει ή να θυματοποιήσει κανείς τους Έλληνες, προβάλλοντας τους έναν αποκλειστικό υπεύθυνο για τα δεινά, τα λάθη και τις παραλείψεις τους – αλλά πως πρέπει να εξετάζει όλα όσα συμβαίνουν από διαφορετικές οπτικές γωνίες, επιμερίζοντας σωστά τις ευθύνες.

.

Σημείωση: “Ο μερκαντιλισμός είναι μία κεντρική, συστηματική οικονομική πολιτική, όπου τα δημόσια έσοδα είναι απαραίτητα για τη συντήρηση της πολυέξοδης κρατικής εξουσίας, καθώς επίσης της επεκτατικής πολιτικής. Τα «μερκαντιλιστικά μέτρα» είναι τα εξής:

(α) η αύξηση της εξαγωγής προϊόντων (β) η μείωση των εισαγωγών (γ) η δημιουργία «ισχυρού στόλου» για τη μεταφορά των προϊόντων και την αποφυγή τυχόν πολεμικών συγκρούσεων (δ) η δημιουργία οδικού δικτύου και (ε) η ίδρυση αποικιών, σε συνεργασία με τις ισχυρές επιχειρήσεις εμπορίου κλπ. της «επιτιθέμενης» χώρας – όπου οι αποικίες θα έπρεπε να μένουν σε απόλυτη εξάρτηση από τη μητρόπολη”.

Exit mobile version