
Έχουμε την τεκμηριωμένη εντύπωση πως η Ρωσία, λόγω της άγνοιας στα οικονομικά του ηγέτη της, θα πληρώσει την εξυγίανση τόσο της Ευρώπης, όσο και της Ιαπωνίας – ενώ η Κίνα θα εκμεταλλευθεί ανάλογα το «εξ ουρανού» ακούσιο δώρο
(To άρθρο αποτελείται από 3 Σελίδες)
.
“Ως «οικονομία Potemkin» χαρακτηρίζεται εκείνη η οικονομία, η οποία είναι εξωτερικά μόνο υγιής, επειδή βασίζεται σε ορισμένους πυλώνες που συγκυριακά εμφανίζουν κέρδη – ενώ δεν έχει το βάθος, το οποίο εξασφαλίζει σε μία χώρα τη διαχρονική επιτυχία της.
Η ορολογία αυτή στηρίζεται στον ιστορικό μύθο των νέων προσαρτημένων χωριών, στα οποία ο υπουργός της τότε ρωσικής αυτοκρατορίας και πρίγκιπας G. Potemkin, είχε δώσει εντολή να στηθούν προσόψεις σπιτιών που αναπαριστούσαν όμορφα χωριά στην Κριμαία, στις όχθες του ποταμού Δνείπερου.
Με το τέχνασμα αυτό ήθελε να εντυπωσιάσει την αυτοκράτειρα Αικατερίνη, η οποία το 1787 επισκέφθηκε την περιοχή και έμεινε ευχαριστημένη με τις κτήσεις που είχαν ενσωματωθεί στην αυτοκρατορία – αφού έβλεπε χωριά και ευτυχισμένους χωρικούς που χαιρετούσαν το τραίνο της, χωρίς να γνωρίζει πως ήταν προσόψεις ενός σκηνικού, ενώ οι υποτιθέμενοι χωρικοί ήταν στρατιώτες, ντυμένοι με ανάλογα ρούχα”.
.
Άρθρο
Η Ρωσία θεωρείται ως μία «οικονομία Potemkin», επειδή στηρίζεται κυρίως στις εξαγωγές πετρελαίου και φυσικού αερίου, χωρίς τις οποίες δεν θα είχε τα εμπορικά πλεονάσματα, ούτε τα συναλλαγματικά αποθέματα του σημερινού ύψους (περί τα 400 δις $ – 515,6 δις $ στα τέλη του 2013). Παρά το ότι δε ο ρυθμός ανάπτυξης την τελευταία δεκαετία ήταν ανάλογος της Κίνας (7%), το 2013 μειώθηκε στο 1,3% – ενώ η μεγαλύτερη τράπεζα της χώρας (Sberbank) προέβλεψε, τον περασμένο Μάρτιο, μηδενική ανάπτυξη για το 2014.
Η αδυναμία της αυτή επιδεινώνεται από τις εκροές συναλλάγματος προς το εξωτερικό, εκ μέρους των πλούσιων Ρώσων – οι οποίες υπολογίζονται στα 60 δις $ ετήσια, με αφετηρία το 2012. Οι εκροές αυτές ενισχύθηκαν από τους διεθνείς επενδυτές, με αποτέλεσμα να δέχεται μεγάλες πιέσεις το νόμισμα της χώρας – ειδικά μετά την προσάρτηση της Κριμαίας, παρά το ότι οι τιμές του πετρελαίου διατηρήθηκαν σχετικά σταθερές και υψηλές τα τρία τελευταία χρόνια, στα 110 $ το βαρέλι κατά μέσον όρο.
.
Η οικονομική εξέλιξη της Ρωσίας
Μετά την ανάληψη της προεδρίας της χώρας από τον κ. Putin το 2000, η εξέλιξη της ήταν εξαιρετικά θετική – αφού κατάφερε να καταπολεμήσει την πολιτική αστάθεια, καθώς επίσης τον πληθωρισμό που χαρακτήριζαν τη Ρωσία στην εποχή του προκατόχου του (B. Yeltsin). Ο νέος τότε πρόεδρος διαχειρίσθηκε την οικονομία με υπευθυνότητα, κατόρθωσε να ελέγξει τον προϋπολογισμό (γράφημα, σχεδόν 10% πλεόνασμα το 2006) και να μειώσει το δημόσιο χρέος – από το 60% περίπου του ΑΕΠ το 2001 στο 10% το 2007.
.
.
Στη συνέχεια, οι συνεχώς αυξανόμενες τιμές του πετρελαίου, καθώς επίσης τα εύκολα χρήματα (εισροές επενδυτικών κεφαλαίων), ολοκλήρωσαν την επιτυχία από μόνα τους – κλιμακώνοντας το εμπορικό πλεόνασμα της χώρας, τις επενδύσεις, το ΑΕΠ κοκ.
Μεταξύ των ετών 2000 και 2010 το κατά κεφαλήν εισόδημα των Ρώσων αυξήθηκε από τα 1.500 $ στα 10.000 $ – με αποτέλεσμα ο κ. Putin να ξεκινήσει την παρούσα δεκαετία με την αποδοχή του 70% των ψηφοφόρων της χώρας του, μετατρεπόμενος από έναν ηγέτη που ανησυχούσε για το δημόσιο χρέος, σε κάποιον που χλευάζει τις Η.Π.Α. για το δικό τους (κατά τον G. Bush).
Περαιτέρω, αν και η Ρωσία έχει ένα υψηλό ποσοστό επενδύσεων (26% του ΑΕΠ της), τα χρήματα διοχετεύονται κυρίως σε κρατικά έργα αμφίβολης απόδοσης – ενώ ο πληθωρισμός τον Οκτώβριο έφτασε στο 8,3%. Σε ένα πολύ υψηλό ποσοστό λοιπόν μεταξύ των αναπτυσσομένων οικονομιών, ο μέσος όρος των οποίων υπολογίζεται στο 3,8%.
Αν και ο πρόεδρος της χώρας θεωρείται ιδιοφυία, όσον αφορά τη γεωπολιτική στρατηγική που ακολουθεί, στον τομέα της οικονομίας δεν φαίνεται να ισχύει κάτι ανάλογο – γεγονός που συμπεραίνεται από την αυξημένη συμμετοχή του κράτους στις επιχειρήσεις, όπου μάλλον ακολουθεί το παράδειγμα της Κίνας (συγκεντρωτισμός, κρατικά μονοπώλια), αλλά με λανθασμένο τρόπο (εσωστρέφεια).
Ήδη η μεγαλύτερη πετρελαϊκή εταιρεία της χώρας, η Rosneft, έχει εξαγοράσει μία σειρά από άλλες επιχειρήσεις, ελέγχοντας το 40% της παραγωγής πετρελαίου της Ρωσίας – ενώ διευρύνει συνεχώς τις υπηρεσίες της σε όλους τους τομείς.
To άρθρο αποτελείται από 3 Σελίδες (…)
Συνεχίζοντας, η Ρωσία αναπτύχθηκε σε μεγάλο βαθμό τα τελευταία χρόνια, αλλά όχι με τον τρόπο που συνηθίζεται από άλλες χώρες – οι οποίες δημιουργούν μία εξελιγμένη μεταποιητική βιομηχανία που αντιπροσωπεύει τουλάχιστον το 20% του ΑΕΠ, όπως στο παράδειγμα της Νότιας Κορέας.
Έτσι, η βιομηχανία στη Ρωσία περιορίσθηκε στο 15% του ΑΕΠ, από 18% το 2005 – ενώ οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις κάθε είδους, συμπεριλαμβανομένων των τραπεζών, αγωνίζονται για να κερδίσουν μία θέση δίπλα από τους κρατικούς κολοσσούς, αφού διαφορετικά δεν μπορούν να επιβιώσουν.
Σαν αποτέλεσμα όλων αυτών, το ρωσικό κράτος έχει λίγες νέες πηγές εισοδήματος εκτός του πετρελαίου και του φυσικού αερίου, ενώ εξαρτάται όλο και περισσότερο από τις εισαγωγές ξένων προϊόντων. Πρόβλημα αποτελούν επίσης τα δημογραφικά του στοιχεία, επειδή κάθε χρόνο συνταξιοδοτούνται περίπου 1 εκ. Ρώσοι, τους οποίους αντικαθιστούν πολύ λιγότεροι νέοι άνθρωποι, σε ένα εργατικό δυναμικό μόλις 75 εκατομμυρίων.
Ο κύκλος εργασιών του πετρελαίου υπολογίζεται από το ΔΝΤ στα 220 δις $ ή στο 10% περίπου της χώρας – ενώ, λόγω της επιβράδυνσης της ανάπτυξης, καθώς επίσης της επιδείνωσης του εμπορίου, το δημόσιο έλλειμμα εκτός των καυσίμων είναι της τάξης του -11%. Με τα καύσιμα έχει περιορισθεί στο -0,5% στις αρχές του έτους, από +9,88% το 2006.
Σε μία αντίστοιχη θέση είναι και το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών της χώρας, το οποίο είναι φαινομενικά πλεονασματικό, αφού χωρίς το πετρέλαιο θα παρουσίαζε ένα τεράστιο έλλειμμα της τάξης του -10% (έχοντας συρρικνωθεί, συμπεριλαμβανομένου του πετρελαίου, από +11,1% του ΑΕΠ το 2006, στο +1,56%τον Ιανουάριο του 2014). Το εξωτερικό χρέος της δε, στα 714,2 δις $ στα τέλη του 2013, είναι της τάξης του 34% του ΑΕΠ της (2,1 τρις $) – αρκετά υψηλό δηλαδή για μία αναπτυσσόμενη οικονομία.
Έτσι φτάνουμε στην Αχίλλειο πτέρνα της χώρας, την οποία έχουμε επισημάνει στο παρελθόν (ανάλυση) – έχοντας από τότε την πεποίθηση πως εκεί ακριβώς θα δεχόταν την επίθεση εκ μέρους των Η.Π.Α., στα πλαίσια του οικονομικού πολέμου που διεξάγεται μεταξύ των δύο στρατιωτικών υπερδυνάμεων.
Ειδικότερα, για να διατηρήσει ισοσκελισμένο τον κρατικό προϋπολογισμό της η Ρωσία, έχει ανάγκη από μία τιμή πετρελαίου της τάξης των 110 $ το βαρέλι – ειδικά επειδή οι τιμές των άλλων εμπορευμάτων που διαθέτει έχουν μειωθεί σημαντικά. Όσο χαμηλότερη είναι λοιπόν η τιμή από τα 110 $, τόσο αυξάνουν τα οικονομικά της προβλήματα – τα οποία επιδεινώνονται ακόμη περισσότερο, από τις κυρώσεις της Δύσης εναντίον της, καθώς επίσης από τα κεφάλαια που δαπανάει στις χώρες της πρώην Σοβιετικής Ένωσης, στις προσπάθειες ειρηνικής διείσδυσης και «προσάρτησης» τους (άρθρο).
.
Η καινούργια πετρελαϊκή δύναμη του πλανήτη
Σύμφωνα με τα στοιχεία της «U.S. Energy Information Administration», οι Η.Π.Α. παράγουν σήμερα περίπου 13 εκ. βαρέλια πετρέλαιο την ημέρα (και φυσικό αέριο, το οποίο μετράται σε ισοδύναμα του πετρελαίου). Έχουν λοιπόν ξεπεράσει τη Σαουδική Αραβία, ενώ μεγεθύνουν διαρκώς την απόσταση τους από τη Ρωσία (γράφημα).
.
.
Η αύξηση της παραγωγής πετρελαίου των Η.Π.Α. είναι εντυπωσιακή μετά το 2009 – έχοντας διπλασιαστεί, με τη βοήθεια της καινούργιας μεθόδου εξόρυξης από σχιστόλιθο. Προφανώς δε η υπερδύναμη αδιαφορεί για τα περιβαλλοντικά προβλήματα που προκαλούνται στη χώρα, η οποία ενδεχομένως θα αντιμετωπίσει μεγάλα προβλήματα στην ύδρευση της (Καλιφόρνια), με πολύ σοβαρές συνέπειες για τη γεωργική της παραγωγή.
Βέβαια, οι Η.Π.Α. δεν εξάγουν περισσότερο πετρέλαιο και φυσικό αέριο, από ότι εισάγουν – κάτι που προβλέπεται να συμβεί μετά το 2020. Η πτώση τώρα της τιμής του πετρελαίου κάτω από 80 $ το βαρέλι, η οποία έχει αυξήσει τις καταναλωτικές δαπάνες στις Η.Π.Α. (άρα το ρυθμό ανάπτυξης, αφού η κατανάλωση συμμετέχει με πάνω από 70% στο ΑΕΠ της χώρας), οδηγεί σε μικρότερες επενδύσεις στον ενεργειακό κλάδο – ενώ δημιουργεί μεγάλα προβλήματα στις εταιρείες εξόρυξης πετρελαίου από σχιστόλιθο, οι οποίες χρηματοδοτούνται με «Junk Bonds», έχοντας υπολογίσει μία τιμή πετρελαίου της τάξης των 100 $ το βαρέλι.
Εάν τώρα το πετρέλαιο διατηρηθεί κάτω από 80 $, τότε η αναχρηματοδότηση των εταιρειών αυτών από τις αγορές ομολόγων θα είναι πολύ δύσκολη – με κίνδυνο να χρεοκοπήσουν. Φυσικά ελάχιστοι πιστεύουν πως η πτώση της τιμής του πετρελαίου στα 75 $ σήμερα, από 107 $ πριν από τέσσερις μήνες, οφείλεται στην αύξηση της αμερικανικής παραγωγής – αφού η προσφορά δεν είναι δυνατόν να έχει διαφοροποιηθεί δραματικά μέσα σε 120 μόλις ημέρες. Δεν μπορεί επίσης να οφείλεται στις προβλέψεις περιορισμού του ρυθμού ανάπτυξης της παγκόσμιας οικονομίας – αν και υπάρχει μεγάλη σχέση μεταξύ τους.
.
Οι συσχετισμοί της πτώσης της τιμής του πετρελαίου
Εάν μελετήσει κανείς σωστά τις πληροφορίες, θα διαπιστώσει πως το πιθανότερο όλων είναι η σκόπιμη μείωση της τιμής του πετρελαίου εκ μέρους των Η.Π.Α., με τη βοήθεια της Σαουδικής Αραβίας – παράλληλα με την επίσης σκόπιμη αύξηση της ισοτιμίας του δολαρίου, έτσι ώστε να μην περιοριστούν δραματικά τα έσοδα των χωρών παραγωγής πετρελαίου, οι οποίες πουλούν το μαύρο χρυσό σε δολάρια (συμφωνία πετροδολαρίων).
Ειδικά η Σαουδική Αραβία έχει πάρει ως αντάλλαγμα αφενός μεν τη στρατιωτική ενίσχυση των Η.Π.Α, στις ανακατατάξεις που σημειώνονται στην περιοχή (άρθρο), αφετέρου εμποδίζει την ενδυνάμωση της ISIS – η οποία χρηματοδοτεί τις δραστηριότητες της πουλώντας στη μαύρη αγορά κλεμμένο ουσιαστικά πετρέλαιο από το Ιράκ, με τη βοήθεια της Τουρκίας.
Συνεχίστε στη 3η σελίδα (…)
Την ίδια στιγμή οι Η.Π.Α. εμποδίζουν τη δημιουργία των «πετρογουάν» – τις προσπάθειας δηλαδή της Κίνας, με τη βοήθεια της Ρωσίας, να διενεργούνται οι παγκόσμιες συναλλαγές πετρελαίου με το δικό της νόμισμα. Το λογαριασμό εδώ τον πληρώνει η Ρωσία, η οποία έχει συμφωνήσει να πουλάει φυσικό αέριο και πετρέλαιο στην Κίνα, σε ρούβλια ή σε γουάν, αντί σε δολάρια – με αποτέλεσμα να χάνει και στις δύο περιπτώσεις, επειδή και τα δύο νομίσματα έχουν υποτιμηθεί σε σχέση με το δολάριο (το γουάν πρόσφατα, μετά τη μείωση των βασικών επιτοκίων εκ μέρους της Κίνας).
Η Ρωσία πληρώνει επίσης τις προσπάθειες εξυγίανσης της Ιαπωνίας – μέσω της υποτίμησης του νομίσματος της, με τη βοήθεια της αύξησης της ρευστότητας εκ μέρους της κεντρικής της τράπεζας. Ειδικότερα, μέχρι πρόσφατα η Ιαπωνία αποτύγχανε να ξεφύγει από την κρίση, κυρίως επειδή το υποτιμημένο γεν αύξανε μεν τις εξαγωγές της, αυξάνοντας όμως παράλληλα και τις εισαγωγές της, λόγω της ενεργειακής της εξάρτησης. Με τη ραγδαία όμως πτώση της τιμής του πετρελαίου (πάνω από 30%), το κόστος των εισαγωγών ενέργειας εκ μέρους της Ιαπωνίας θα μειωθεί σημαντικά – οπότε θα μπορέσει ίσως να εξυγιανθεί.
Συνεχίζοντας, η Ρωσία πληρώνει επίσης τις προσπάθειες της Ευρωζώνης να ξεφύγει από την κρίση, μέσω της μείωσης της ισοτιμίας του ευρώ – η οποία βοηθάει στην αύξηση των εξαγωγών. Εάν το πετρέλαιο ήταν στα προηγούμενα επίπεδα, η μειωμένη ισοτιμία του ευρώ θα αύξανε το κόστος των εισαγωγών ενέργειας των χωρών της Ευρωζώνης και ειδικά της Γερμανίας, μειώνοντας τη διεθνή ανταγωνιστικότητα τους – κάτι που σήμερα έχει αποφευχθεί.
Διευκολύνει δε και τις ενέργειες του διοικητή της ΕΚΤ, αφού περιορίζει τους κινδύνους υψηλού πληθωρισμού, εάν αυξήσει σημαντικά την ποσότητα χρήματος – προσφέροντας επίσης την ευκαιρία στην ΕΚΤ να υιοθετήσει τη λύση της κρίσης χρέους που έχει περιγραφεί σε ανάλυση της σελίδας μας (η εξαφάνιση του χρέους). Βέβαια, η πτώση των τιμών της ενέργειας εντείνει τις αποπληθωριστικές πιέσεις στην Ευρώπη – οι οποίες όμως μπορούν να αντιμετωπισθούν, με τη μεγαλύτερη αύξηση της ρευστότητας.
Τέλος, οι Η.Π.Α. δεν εξάγουν ουσιαστικά πετρέλαιο και δεν επηρεάζονται από την πτώση της τιμής του ως κράτος, ενώ το ανατιμημένο δολάριο κάνει ακόμη πιο φθηνές τις εισαγωγές τους – οπότε δεν υπάρχει κίνδυνος πρόκλησης πληθωρισμού λόγω της αθρόας εκτύπωσης δολαρίων τα τελευταία χρόνια. Επειδή δε τα χρέη τους είναι σε δολάρια, τα εξοφλούν απλά και μόνο τυπώνοντας – κάτι που δεν είναι αρνητικό, παρά τις σημαντικές παρενέργειες που φυσικά υπάρχουν (αύξηση του εμπορικού ελλείμματος κλπ.).
Ολοκληρώνοντας, οι προσπάθειες της Ρωσίας να επιτεθεί στο δολάριο, πουλώντας τα προϊόντα που παράγει σε ρούβλια, ειδικά την ενέργεια, θα την οδηγήσουν στα όρια της απόγνωσης – με δεδομένη την τεράστια πτώση της ισοτιμίας του ρουβλίου (40%), την οποία βέβαια δεν μπορεί να εκμεταλλευθεί όπως η Ευρωζώνη, η Ιαπωνία και η Κίνα, αυξάνοντας τις εξαγωγές βιομηχανικών προϊόντων (αφού δεν παράγει ούτε αρκετές ποσότητες, ούτε ποιοτικά, ούτε ανταγωνιστικά).
Κάτι ανάλογο θα συμβεί και στον έτερο εχθρό της υπερδύναμης – στη Βραζιλία, η οποία στηρίζεται επίσης στις εξαγωγές ενέργειας, υποφέρει από πληθωρισμό και υποτιμάται ραγδαία το νόμισμα της.
Σε κάθε περίπτωση, πρόκειται για έναν «αγώνα δρόμου» μεταξύ των Η.Π.Α. και της Ρωσίας, όπου ηττημένος θα είναι αυτός που θα κουραστεί γρηγορότερα – από οικονομικής πλευράς βέβαια, επειδή και οι Η.Π.Α. εγγράφουν απώλειες (εμπορικά ελλείμματα από την ανατίμηση του δολαρίου, κίνδυνοι χρηματιστηριακού κραχ κλπ.).
.
Επίλογος
Δυστυχώς ο εξαιρετικά συμπαθής Ρώσος πρόεδρος δεν έχει καμία απολύτως δυνατότητα να ανταγωνισθεί τις Η.Π.Α. στο οικονομικό πεδίο – έχοντας ουσιαστικά πέσει στην παγίδα που στήθηκε προσεκτικά, ενώ αυτός ασχολούταν με το θέμα της Ανατολικής Ουκρανίας και του ασύμμετρου, υβριδικού πολέμου που επιχειρούσε.
Εάν δεν προσέξει λοιπόν, αλλάζοντας εντελώς τακτική, θα οδηγήσει πολύ γρήγορα την πατρίδα του στην καταστροφή – στη φτώχεια και στην απόλυτη εξαθλίωση του παρελθόντος, την οποία ο ίδιος κατάφερε να ανατρέψει με θαυμαστό τρόπο, μετά την άνοδο του στην εξουσία το 2000.
Σε κάθε περίπτωση, στον οικονομικό τομέα σήμερα έχει ηττηθεί «κατά κράτος», προς όφελος ολόκληρης της Δύσης, χωρίς να ζημιωθεί καθόλου η Κίνα. Επομένως, η θέση του ως προέδρου είναι επισφαλής – αφού, λόγω των λαθών του, δεν είναι απίθανο να ανατραπεί, όταν αρχίσει να μειώνεται ραγδαία το βιοτικό επίπεδο του λαού του (πόσο μάλλον εάν βοηθήσουν και οι Η.Π.Α., γνωρίζοντας πλέον πως το μεγαλύτερο λάθος τους ήταν η μη αποστολή του ΔΝΤ στη χώρα, λίγο πριν χρεοκοπήσει, το 1998).
.
.
Περαιτέρω, η Ευρώπη χρειάζεται αναμφίβολα τη Ρωσία, όπως και η Ρωσία την Ευρώπη. Η αλαζονεία όμως, καθώς επίσης η αμετροέπεια, είναι πολύ κακοί σύμβουλοι – ενώ είναι «θανάσιμο αμάρτημα» να υποτιμάει κανείς τις Η.Π.Α., ειδικά στο χρηματοπιστωτικό τομέα, από τον οποίο συνήθως κρίνεται η επιτυχία ή η αποτυχία ακόμη και των συμβατικών πολεμικών συρράξεων.
Ολοκληρώνοντας, η Ελλάδα είναι δυστυχώς επίσης μία «οικονομία Potemkin» – αφού στηρίζεται σχεδόν αποκλειστικά στον τουρισμό, έχοντας καταστρέψει το μεταποιητικό κλάδο, τη γεωργία, καθώς επίσης αρκετές άλλες υπηρεσίες της. Το ότι έχει επιτρέψει δε στη Μ. Βρετανία να της κλέψει τη ναυτιλία της (εφοπλιστές), είναι εντελώς απαράδεκτο – ενώ τεκμηριώνει με το χειρότερο δυνατό τρόπο την ανικανότητα των κυβερνήσεων της.
Οφείλουμε λοιπόν να είμαστε πάρα πολύ προσεκτικοί τόσο με τις επιλογές μας, όσο και με τις προβλέψεις μας – γνωρίζοντας πως απαιτείται πολύ κόπος και προσπάθεια, για να επανέλθει η χώρα μας σε φυσιολογικές συνθήκες.
