
H Κίνα, μαζί με τη Ρωσία, οικοδομούν μία ισχυρή αντιαμερικανική συμμαχία, η οποία αυξάνει συνεχώς την επιρροή της – ενώ η Κίνα επεκτείνει την παρουσία της στην Αφρική, καθώς επίσης στη Ν. Ευρώπη, μέσω των επενδύσεων σε έργα υποδομής.
(To άρθρο αποτελείται από 2 Σελίδες)
.
“Οι παράγοντες, οι οποίοι ουσιαστικά αποφασίζουν εάν μία χώρα ανήκει, προσμετρείται και συμπεριλαμβάνεται στον κύκλο των υπερδυνάμεων, είναι ουσιαστικά δύο: ο πρώτος είναι το ακαθάριστο εθνικό προϊόν, ενώ ο δεύτερος η γεωπολιτική της ισχύς – η οποία καθορίζεται από την πολιτιστική επιρροή της κοινωνίας της στον υπόλοιπο πλανήτη (soft power), καθώς επίσης από την ικανότητα και την προθυμία της να αναμιγνύεται διπλωματικά και στρατιωτικά στα θέματα που αφορούν άλλα κράτη.
Οι Η.Π.Α. πρόκειται να χάσουν την ιδιότητα της υπερδύναμης. Αφενός μεν ευρίσκονται ήδη στη δεύτερη θέση μετά την Κίνα, όσον αφορά το ΑΕΠ τους σε όρους αγοραστικής αξίας, αφετέρου μειώνεται συνεχώς η γεωπολιτική τους επιρροή – ενώ η μονοπολική παγκόσμια τάξη πραγμάτων θα είναι σύντομα παρελθόν.
Ιστορικά οι ηγεμονικές δυνάμεις, οι οποίες στηρίζουν την ισχύ τους μόνο στρατιωτικά, χάνουν σταδιακά την κυριαρχική θέση τους – αφού η Οικονομία είναι αυτή που τελικά αποφασίζει. Δεν υπάρχει όμως τίποτα πιο επικίνδυνο από ένα λαβωμένο λιοντάρι, το οποίο αμύνεται επιτιθέμενο” (Reid με παρεμβάσεις).
.
Γεωοικονομία
Κατά τη διάρκεια της ιστορίας υπήρχαν συχνά εποχές, φάσεις, χρονικοί περίοδοι, όπου ένα κράτος κυριαρχούσε στον υπόλοιπο πλανήτη – πολιτικά, πολιτισμικά και οικονομικά, διαθέτοντας την απαραίτητη στρατιωτική ισχύ. Έως τον 20ο αιώνα η βρετανική αυτοκρατορία είχε μία τέτοια θέση – ήταν μία ηγεμονική, παγκόσμια υπερδύναμη, η οποία καθόριζε τις τύχες των υπολοίπων χωρών.
Ακολούθησε όμως μία ταραχώδης εποχή, με δύο παγκοσμίους πολέμους, με αποτέλεσμα να χάσει η Μ. Βρετανία την πρωτοκαθεδρία – διαδεχόμενη από τις Η.Π.Α., καθώς επίσης από τη Σοβιετική Ένωση, μετά την κατάρρευση της οποίας έμεινε μόνο μία υπερδύναμη στον πλανήτη: οι Ηνωμένες Πολιτείες.
Ο πρόεδρος της Ρωσίας, σε μία πρόσφατη ομιλία του (άρθρο), χαρακτήρισε το γεγονός αυτό ως μία σοβαρότατη, ριζική αλλαγή – οι Η.Π.Α. θεώρησαν πως ήταν επιθετικός, εχθρικός, ενώ οι FT κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι, ήθελε να τονίσει την ανάγκη μίας παγκόσμιας συνεργασίας, ενόψει των κινδύνων που απειλούν σήμερα τον πλανήτη.
Από την άλλη πλευρά, οι αναλυτές των μεγάλων τραπεζών συμφωνούν σχετικά με το ότι, η μονοπολική τάξη πραγμάτων θα φτάσει σύντομα στο τέλος της, λόγω της ανόδου της Κίνας – τονίζοντας πως, με βάση την ιστορία, σε τέτοιες μεταβατικές εποχές αυξάνονται επικίνδυνα οι γεωπολιτικές εντάσεις.
Περαιτέρω, το 1950 το μερίδιο της Κίνας στον παγκόσμιο πληθυσμό ήταν 29%, ενώ στο ΑΕΠ μόλις 5% – όταν οι Η.Π.Α., με μόλις το 8% του πληθυσμού του πλανήτη, κατείχαν το 28% του ακαθάριστου εθνικού προϊόντος.
Σήμερα όμως, μετά από 60 χρόνια ηγεμονίας των Η.Π.Α., η κατάσταση έχει διαφοροποιηθεί – ενώ η νέα παγκόσμια τάξη θα περιορίσει την αμερικανική παντοδυναμία, θα αδυνατίσει σημαντικά το δολάριο, θα ενισχύσει τις εμπορικές ζώνες εκτός Ευρώπης και Η.Π.Α., ενώ θα αναδείξει ως τελικό νικητή την Κίνα.
Ήδη το μερίδιο των Η.Π.Α. στο παγκόσμιο ΑΕΠ έχει πέσει κάτω από το 20% – είναι χαμηλότερο δηλαδή από το ποσοστό, το οποίο θεωρείται ως ο ελάχιστος δείκτης που οφείλει να έχει μία ηγεμονική οικονομική δύναμη, με κριτήριο την ιστορία. Με δεδομένο δε το ότι οι Η.Π.Α. και η Κίνα ελέγχουν μαζί σχεδόν το 33% του παγκόσμιου ΑΕΠ (γράφημα), ζούμε ήδη σε έναν «διπολικό πλανήτη».
.
Κόσμος – το ΑΕΠ της κάθε χώρας, ως ποσοστό επί του παγκόσμιου ΑΕΠ.
.
Περαιτέρω, όπως αναφέραμε στην εισαγωγή οι παράγοντες, οι οποίοι ουσιαστικά αποφασίζουν εάν μία χώρα ανήκει στον κύκλο των υπερδυνάμεων, είναι ουσιαστικά δύο: ο πρώτος είναι το ακαθάριστο εθνικό προϊόν, ενώ ο δεύτερος η γεωπολιτική της ισχύς – η οποία καθορίζεται από την πολιτιστική επιρροή της κοινωνίας της στον υπόλοιπο πλανήτη, καθώς επίσης από την ικανότητα και την προθυμία της να αναμιγνύεται, διπλωματικά και στρατιωτικά, σε θέματα που αφορούν άλλα κράτη.
Ο γεωπολιτικός τώρα παράγοντας επιτρέπει σε μία χώρα να εξισορροπήσει τα οικονομικά της μειονεκτήματα, στην παγκόσμια πολιτική σκηνή. Στα πλαίσια αυτά οι Η.Π.Α., παρά το ότι ήταν οικονομικά πανίσχυρες αρκετά χρόνια πριν από το 2ο παγκόσμιο πόλεμο, με βάση το ΑΕΠ τους, δεν είχαν αναδειχθεί σε υπερδύναμη – επειδή ήταν πολιτικά απομονωμένες από τον υπόλοιπο πλανήτη.
Αντίθετα η Σοβιετική Ένωση, στη χρονική περίοδο του ψυχρού πολέμου, παρά το ότι ήταν μία πολύ πιο αδύναμη οικονομία, με κριτήριο το συνολικό της ΑΕΠ, θεωρούταν υπερδύναμη – κάτι που ενδεχομένως χαρακτηρίζει τη Ρωσία σήμερα, αφού βιώνουμε ξανά έναν ιδιότυπο ψυχρό πόλεμο μετά το 2010, ειδικά μετά την προσάρτηση της Κριμαίας.
To άρθρο αποτελείται από 2 Σελίδες (…)
Ασύμμετρες εξελίξεις
Συνεχίζοντας, οι Η.Π.Α. διατηρούν τον τίτλο της υπερδύναμης μόνο λόγω της γεωπολιτικής τους επιρροής – ενώ οι στρατιωτικές τους δαπάνες αποτελούν το 35% των συνολικών δαπανών ολόκληρου του υπολοίπου πλανήτη.
Η Κίνα όμως, παρά την τεράστια οικονομική της ισχύ, δεν θεωρείται ακόμη υπερδύναμη – πόσο μάλλον όταν η κυβέρνηση της ενδιαφέρεται κυρίως για την οικονομική ανάπτυξη της χώρας, ενώ δεν επιδιώκει με κάθε κόστος την ανάδειξη της στη θέση των Η.Π.Α. Το γεγονός αυτό αποδεικνύεται από τις στρατιωτικές της δαπάνες, οι οποίες είναι πολύ χαμηλότερες από αυτές των Η.Π.Α. – σχεδόν κατά δύο τρίτα.
Εν τούτοις, η παγκόσμια πολιτική κατάσταση έχει αλλάξει ραγδαία τα τελευταία χρόνια – ειδικά μετά το ξέσπασμα της χρηματοπιστωτικής κρίσης. Αφενός μεν η Κίνα αναπτύσσεται οικονομικά με πολύ πιο γρήγορο ρυθμό από τις Η.Π.Α., αφετέρου περιορίζεται συνεχώς η γεωπολιτική επιρροή των Αμερικανών – σε μεγάλο βαθμό λόγω της Ρωσίας η οποία, παρά το ότι είναι οικονομικά πολύ πιο αδύναμη από την Κίνα, υπερέχει τόσο στρατιωτικά, όσο και ενεργειακά.
Οι Η.Π.Α. χαρακτηρίζονται από «ενεργειακές συγκρούσεις» στο Ιράκ, στη Μέση Ανατολή γενικότερα και στο Αφγανιστάν, ενώ σχηματίζονται νέες συμμαχίες εναντίον τους, εις βάρος της ισχύος τους – δεν είναι πλέον σε θέση δε, να επιλύσουν τα προβλήματα τους μόνες τους, όπως συμπεραίνεται από τα γεγονότα στην Ουκρανία, στη Συρία και στο Ιράκ.
Από την άλλη πλευρά η Κίνα, μαζί με τη Ρωσία, οικοδομούν μία πολύ ισχυρή αντιαμερικανική και αντιδολαριακή συμμαχία – η οποία αυξάνει συνεχώς το μέγεθος και την επιρροή της. Ταυτόχρονα, η Κίνα επεκτείνει την παρουσία της στην Αφρική, καθώς επίσης στη Νότια Ευρώπη, μέσω των επενδύσεων της σε έργα υποδομής.
Την ίδια στιγμή αλλάζουν οι διαθέσεις της αμερικανικής κοινωνίας – όπως φαίνεται από μία έρευνα (Pew Research Center), σε σχέση με το μελλοντικό ρόλο που επιθυμούν οι αμερικανοί να διαδραματίζει η χώρα τους, στον υπόλοιπο πλανήτη. Το 52% απάντησε πως οι Η.Π.Α. θα πρέπει να αφήνουν τις άλλες χώρες να λύνουν μόνες τους τα προβλήματα τους – όταν το 2002 το ποσοστό αυτό ήταν μόλις 30%.
Παράλληλα, αρκετοί αναφέρονται πλέον στην άνοδο και στην πτώση των σύγχρονων αυτοκρατοριών (γράφημα) – θεωρώντας πως είναι η σειρά των Η.Π.Α., να «αδειάσουν τη θέση» για την Κίνα.
.
.
Όλα συγκλίνουν λοιπόν στο συμπέρασμα, σύμφωνα με το οποίο φτάνει σύντομα το τέλος της ηγεμονίας των Η.Π.Α. στον πλανήτη – χωρίς όμως κανένας να είναι βέβαιος σχετικά με το εάν η μετάβαση σε έναν «πολυπολικό» κόσμο θα είναι ειρηνική.
Οι φόβοι αυτοί ενισχύονται από το γεγονός ότι, οι Η.Π.Α. καταρρέουν οικονομικά, με κίνδυνο να προκληθούν τεράστιες κοινωνικές εντάσεις στο εσωτερικό τους – η αντιμετώπιση των οποίων θα απαιτούσε ίσως έναν εξωτερικό εχθρό, έτσι ώστε να συσπειρωθούν οι Αμερικανοί εναντίον του, αποφεύγοντας τις διαφαινόμενες εσωτερικές αναταραχές και εξεγέρσεις.
.
Επίλογος
Με βάση τα παραπάνω, οφείλει προφανώς η Ευρώπη να αναρωτηθεί σχετικά με το ρόλο της στη νέα παγκόσμια αρχιτεκτονική – χωρίς να υποτιμάει την οικονομική της ισχύ, η οποία είναι πολύ μεγαλύτερη, από αυτήν που φαίνεται προς τα έξω. Το ΑΕΠ της ΕΕ είναι το υψηλότερο παγκοσμίως (γράφημα), ενώ μία συνεκτική οικονομική ζώνη με 500 εκ. πληθυσμό δεν είναι καθόλου αδύναμη, σε σχέση με τον υπόλοιπο πλανήτη.
.
.
Δυστυχώς βέβαια διακινδυνεύει η ευρωπαϊκή συνοχή, σε κάποιο βαθμό λόγω των αμερικανικών παρεμβάσεων στο εσωτερικό της ΕΕ, αφού η υπερδύναμη την θεωρεί προτεκτοράτο της – ενώ η χώρα, η οποία διευκολύνει συνήθως τις «παρεμβάσεις» των Η.Π.Α., μεταξύ άλλων και με τη βοήθεια του ΔΝΤ, είναι αναμφίβολα η Γερμανία.
Ένα επόμενο μειονέκτημα της ΕΕ είναι η αμυντική της ισχύ – η οποία όμως δεν είναι καθόλου δύσκολο να αναπληρωθεί, πόσο μάλλον εάν συνεργασθεί με τη Ρωσία, εξασφαλίζοντας ταυτόχρονα μία μεγάλη ενεργειακή αυτάρκεια. Έχω την άποψη δε πως ο πρόεδρος της Ρωσίας δεν θα ήταν καθόλου αντίθετος σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο – αν και εμποδίζεται από τη Γερμανία, η οποία φυσικά δεν θέλει να χάσει την ηγεμονική της θέση στην ήπειρο μας, οπότε προτιμάει τη συνεργασία των Η.Π.Α.
Σε κάθε περίπτωση, τυχόν συνεργασία της ΕΕ με τη Ρωσία θα μπορούσε να δημιουργήσει έναν ισχυρότατο «τρίτο πόλο» στον πλανήτη, ο οποίος θα ήταν τουλάχιστον ισότιμος με τους δύο άλλους – κάτι που πιστεύω πως έχει μεγάλες πιθανότητες να συμβεί, αρκεί να μην πέσει η Ευρώπη στην παγίδα των Η.Π.Α. (την οποία έχουν στήσει πιθανότατα μαζί με τη Γερμανία), οδηγούμενη σε μετωπική σύγκρουση με τη Ρωσία.
Η ΕΕ έχει ασφαλώς τη δυνατότητα να το επιτύχει και μόνη της, αρκεί να μην υπάρξουν συγκρούσεις στο εσωτερικό της – οι οποίες ουσιαστικά θα χαρακτηρίζονταν ως ανόητοι εμφύλιοι πόλεμοι.