
Είναι καλύτερο να υιοθετηθεί η ρητορική του Αβραμόπουλου, ο οποίος προτείνει συνεργασία ΣΥΡΙΖΑ – ΝΔ για να υποβάλουν από κοινού στις Βρυξέλλες, (όχι ένα εθνικό σχέδιο ανατροπής των μνημονίων και εξόδου της Ελλάδας από την κρίση) , τα σέβη τους
(To άρθρο αποτελείται από 2 Σελίδες)
.
Η χώρα κινείται σε προεκλογικούς ρυθμούς, αν και επίσημα κάτι τέτοιο αποτελεί ταμπού και δεν αναφέρεται δημοσίως. Ο πρωθυπουργός εδώ και έναν μήνα, συναντάται με πρόσωπα που κρίνει ότι πρέπει να συσπειρωθούν στη ΝΔ, από την οποία είχαν απομακρυνθεί, ενόψει της εκλογικής μάχης. Οι περισσότερες συναντήσεις γίνονται «μυστικά», στο μητρικό σπίτι της Μουρούζη, (πατρικό το αναφέρουν οι δημοσιογράφοι από κεκτημένη συνήθεια) όταν οι στενοί συνεργάτες του Αντώνη Σαμαρά οι οποίοι εδρεύουν στο Μέγαρο Μαξίμου έχουν αντιρρήσεις για τα πρόσωπα. Λίγες συναντήσεις γίνονται στο Μέγαρο Μαξίμου και σχεδόν σπάνια χρησιμοποιείται το γραφείο του πρωθυπουργού στη Βουλή, αν και εκεί θα έπρεπε να είναι θεσμικά το κέντρο των πολιτικών διαβουλεύσεων.
Στην πλευρά της αξιωματικής αντιπολίτευσης, ο Αλέξης Τσίπρας και το επιτελείο του, έχουν υποκαταστήσει τις συλλογικές λειτουργίες του κόμματος και ο διευθυντής του πολιτικού του γραφείου Νίκος Παπάς έχει αναλάβει άτυπα να συναντά ανθρώπους και να δέχεται γραπτές εισηγήσεις για το πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ ταυτόχρονα με τη μεταφορά προτάσεων για ένταξη στα ψηφοδέλτια του ΣΥΡΙΖΑ.
Οι ανακοινώσεις των επιμέρους εξειδικευμένων «κυβερνητικών» προγραμμάτων του κόμματος κυμαίνονται από σοβαρές έως αστείες, ως προς το περιεχόμενο, αλλά πάντως συνεχίζονται… έτσι χωρίς πρόγραμμα. Άλλωστε χωρίς να έχει γίνει ιεράρχηση των στόχων, δεν μπορεί να υπάρχει πρόγραμμα.
Πάντως «φάκελλοι» έχουν αρχίσει να συγκεντρώνονται και συνήθως οι αξιόλογες εισηγήσεις χάνονται μέσα σε ένα πλήθος κειμένων που θυμίζουν προεκλογικές ανακοινώσεις του ΚΚΕ πριν από 30-40 χρόνια. Όλα τα προβλήματα θα λυθούν, οι προτεραιότητες που θα δοθούν θα φέρουν και τις λύσεις σχεδόν αυτόματα και τα αποτελέσματα θα είναι ευεργετικά για το λαό.
Μεγαλύτερη αγωνία για το μέλλον της χώρας, δείχνει να έχει ο Β. Σόϊμπλε, γιατί άλλωστε είναι από τους λίγους που έχει συγκεκριμένο πρόγραμμα να εφαρμόσει, συγκεκριμένους ενδιάμεσους στόχους να πετύχει και δεν χάνεται σε ατέλειωτες συζητήσεις που δεν καταλήγουν πουθενά.
Βήμα-βήμα, κομμάτι – κομμάτι, εφαρμόζει ένα από πριν αποφασισμένο πρόγραμμα (το μνημόνιο) κάνοντας τις αναγκαίες προσαρμογές όταν βλέπει ότι δεν μπορούν οι συνομιλητές του από το οικονομικό επιτελείο της Ελλάδας να τον ικανοποιήσουν πλήρως.
Συνήθως επιτρέπει να εφαρμόσει και η Ελλάδα, το 20% των παραχωρήσεων που έχει ήδη συμφωνήσει να κάνει η ΕΕ έναντι της Γαλλίας. Στα υπόλοιπα παραμένει ανυποχώρητος, όχι γιατί θέλει να είναι σκληρός, αλλά γιατί πρέπει να νιώθει η Γαλλία και λιγότερο η Ιταλία, ότι απολαμβάνει προνομιακής σχέσης.
Η Γερμανία δείχνει να απολαμβάνει τον ηγετικό της ρόλο και προσπαθεί να δείξει ένα ψεύτικο πρόσωπο, διαλλακτικό, συναινετικό και «ευρωπαϊκό», σε μια προσπάθεια να μειώσει τα αντιγερμανικά αισθήματα στην Ευρώπη, τα οποία βλέπουν ήδη ότι μπορούν να τους τινάξουν τις προσπάθειες κυριαρχίας στον αέρα και προσωρινά έχουν ως αποτέλεσμα την ενίσχυση της άκρας Δεξιάς και των αντιευρωπαϊστών.
Η πανθομολογούμενη έλλειψη ενός «εθνικού σχεδίου» για την έξοδο της Ελλάδας από την κρίση, εμποδίζει και την κυβέρνηση κυρίως, αλλά και την αντιπολίτευση δευτερευόντως, να ορίσουν εκ των προτέρων ένα αποτέλεσμα που θα ήταν αποδεκτό ή επιτυχές.
Η κυβέρνηση κάθε εβδομάδα και ανάλογα με την πορεία των «διαπραγματεύσεων» για το ελληνικό πρόβλημα, τις οποίες παρακολουθεί από την άκρη του τραπεζιού, αλλάζει και τους επιδιωκόμενους στόχους (έξοδος στις αγορές ή γραμμή χρηματοδότησης από την ΕΕ) ενώ από την αρχή έχει παραχωρήσει τον τελικό στόχο (ελάφρυνση του χρέους) αποδεχόμενη ότι είναι βιώσιμο, ενώ δεν είναι.
Την ίδια στιγμή, και ενώ στα λόγια όλοι ξέρουν ότι η «ανάπτυξη» έστω και με την απλή οικονομική αύξηση του ΑΕΠ (χωρίς δηλαδή απορρόφηση της ανεργίας και νέες επενδύσεις που θα αποφέρουν νέες βιώσιμες και μόνιμες θέσεις εργασίας) είναι η λύση, κανένα τέτοιο πρόγραμμα δεν έχει εκπονηθεί και πολύ περισσότερο δεν έχει αρχίσει να εφαρμόζεται.
Η κατάσταση θυμίζει το πλήρωμα ενός καραβιού που βυθίζεται, αλλά τα μέλη του πληρώματος εξακολουθούν να θέλουν να λύσουν το πρόβλημα του ποιος θα δώσει τις εντολές. Μετά θα αποφασίσουν αν ο στόχος θα είναι η διάσωση ή η εγκατάλειψη του σκάφους. Συνεπώς οι προσωπικοί στόχοι, υπερτερούν μια και λείπουν οι «εθνικοί» στόχοι.
Ο Βαγγέλης Βενιζέλος δεν μπορεί να αποδεχθεί ότι θα χάσει την επαφή με την κυβερνητική εξουσία, χωρίς να έχει εξασφαλίσει την ασυλία του για το μέλλον. Ο Αντώνης Σαμαράς εμφανίζεται πλέον συμφιλιωμένος με την ιδέα ότι σύντομα πρέπει να παραιτηθεί από πρωθυπουργός και από αρχηγός της ΝΔ και περιμένει να ακούσει ότι είναι αναντικατάστατος και πρέπει να παραμείνει επικεφαλής, αλλά δεν το ακούει σχεδόν από κανέναν.
Η λαϊκή δεξιά, η μόνη υπαρκτή πολιτική δύναμη μέσα στην συντηρητική παράταξη τον έχει ξεγράψει και τον έχει απορρίψει και οι προσωπικοί του φίλοι δεν είναι αρκετοί για να στηρίξουν ένα κόμμα της τάξης του 20%. Επομένως έχει κι αυτός να επιλέξει ένα μέλλον ως «χρυσή εφεδρεία» της χώρας, κατά το πρότυπο του Κώστα Σημίτη (να γράφει βιβλία για να εξηγήσει τις ατελέσφορες προσπάθειές του για να αποφύγει τις δυσμενείς κρίσεις των ιστορικών του μέλλοντος) ή του Κώστα Καραμανλή (να μην λέει τίποτα αφού δεν μπορεί να πεί τίποτα καλύτερο από τη σιωπή).
Η διεκπεραίωση της συζήτησης για τον κρατικό προϋπολογισμό, γίνεται έτσι τυπική διαδικασία, αφού οι διαρκείς ανασχεδιασμοί των στόχων, ακολουθούν την αποτυχία στην επίτευξη των ανέφικτων στόχων που είχαν τεθεί. Οι οποίοι ανέφικτοι στόχοι, ακόμα κι αν είχαν επιτευχθεί δεν θα είχαν λύσει κανένα πρόβλημα. Γιατί ο στόχος της ανάπτυξης και της μείωσης της ανεργίας δεν είχε καν τεθεί και επομένως δεν επιτεύχθηκε.
Συνεπώς ακόμα κι αν ως δια μαγείας οι Έλληνες φορολογούμενοι είχαν εισφέρει άλλα 3 δισεκατομμύρια ευρώ σε φόρους, θα είχαν δαπανηθεί σε πληρωμές και δαπάνες που τώρα είναι στον αέρα και αυξάνουν τη σύγχυση. Θα είχαν δοθεί περισσότερα χρήματα στα κόμματα και στις τράπεζες, ή θα είχε πληρωθεί ένα μικρό ποσοστό των προμηθευτών του δημοσίου.
Τον ίδιο εκνευρισμό έχουν και οι δανειστές της τρόικας, γιατί βλέπουν ότι το «κράτος» δεν έχει συρρικνωθεί επαρκώς και κυρίως δεν έχει συρρικνωθεί επιτυχώς, δηλαδή να δουλεύει αποδοτικά όσο έχει απομείνει. Αντιθέτως είναι λιγότερο αποτελεσματικό σε σύγκριση με το 2008. Δηλαδή κανένας από τους δύο στόχους που είχαν τεθεί δεν επιτεύχθηκε.
To άρθρο αποτελείται από 2 Σελίδες (…)
Ακολουθούν λοιπόν τυφλά το πρόγραμμα του 2010 το οποίο οι ίδιοι ομολογούν ότι δεν μπορούσε παρά να αποτύχει γιατί δεν σχεδιάστηκε για την Ελλάδα, αλλά για να διασώσει τις γαλλικές και γερμανικές τράπεζες από την κατάρρευση. Πέτυχε μόνον να «αγοράσει χρόνο» για να διασωθούν οι τράπεζες της Ευρώπης. Το ευρώ δεν ήταν τόσο «τυχερό» και αν και έχουν διαπιστωθεί όλα τα λάθη αρχιτεκτονικής και σχεδιασμού, δεν υπάρχει πολιτική συναίνεση για να διορθωθούν με τόλμη και όραμα μια ευρωπαϊκή ομοσπονδία.
Κυρίως οι χώρες, δηλαδή οι κυβερνήσεις του Βορρά, δεν είναι διατεθειμένες να χάσουν τους ελάχιστους πόρους που διαθέτουν για να κρατούν οριακά ικανοποιημένους τους πολίτες τους (κοινωνικό κράτος, κλπ) για να τους διαθέσουν υπέρ της ανάπτυξης του Νότου. Για τον Νότο επομένως απομένει η αυταρχική επιβολή μιάς αντιδημοφιλούς πολιτικής εξόντωσης των πολιτών και των εισοδημάτων τους, αφού δεν περισσεύουν πόροι για να επιδιωχθεί η συναίνεσή τους.
Το ίδιο είχε γίνει και στο παρελθόν: Τη δεκαετία του 1950 δόθηκαν χρήματα για την ανάπτυξη και για την ανοικοδόμηση της Γερμανίας και της Γαλλίας, και αποκαταστάθηκε η δημοκρατία, αλλά για την Ελλάδα, την Πορτογαλία και την Ισπανία επελέγησαν οι δικτατορίες και η καταστολή των απαιτήσεων για δικαιοσύνη.
Το ίδιο είχε γίνει και παλαιότερα τη δεκαετία του 1930 όταν όλες οι χώρες του ευρωπαϊκού Νότου και των Βαλκανίων είχαν δικτατορίες για να επιβάλουν με τη βία, την ίδια πολιτική που στον ευρωπαϊκό Βορρά εφαρμοζόταν με τη συναίνεση των συνδικάτων (έναντι οικονομικών ανταλλαγμάτων) και με συνθήκες σεβασμού των δημοκρατικών δικαιωμάτων.
Αυτοί είναι οι εχθροί, που πρέπει να αποκρουστούν, να δυσφημιστούν, να κατασταλούν και να περιοριστούν. Να γίνουν αντικείμενο σκληρής εκμετάλλευσης και εξαθλίωσης για να αυξηθούν τα κέρδη των επιχειρήσεων και ένα μικρό μέρος αυτών, να διανεμηθεί στους εργαζόμενους του ευρωπαϊκού Βορρά, ώστε να μην απειληθεί το κοινωνικό και οικονομικό σύστημα.
Για να καταλήξουμε εκεί από όπου ξεκινήσαμε, ο Σαμαράς και ο Βενιζέλος, αλλά κυρίως η Μέρκελ και ο Σόϊμπλε έχουν καταλάβει ότι αυτή η κυβέρνηση αποτελεί παρελθόν. Το ελληνικό χρέος (δημόσιο και ιδιωτικό) γνωρίζουν ότι δεν μπορεί να πληρωθεί, όπως άλλωστε δεν μπορεί να πληρωθεί και το συνολικό ευρωπαϊκό ή παγκόσμιο χρέος. Δεν είναι αυτό επομένως το πρόβλημα.
Το ζήτημα είναι να διατηρηθεί το κοινωνικό και οικονομικό στάτους, και μέσα σε αυτό, να ενισχυθεί η ηγετική θέση της Γερμανίας στην Ευρώπη και στον κόσμο. Ο ΣΥΡΙΖΑ και ο Αλέξης Τσίπρας, δεν απειλεί το κοινωνικό και οικονομικό καθεστώς, ούτε το ευρώ και την ευρωζώνη. Αν πεισθεί ότι πρέπει να εγκαταλείψει τις αντιγερμανικές κορώνες, τις διεκδικήσεις γερμανικών αποζημιώσεων και την πληρωμή των αναγκαστικών δανείων και γενικά κάθε ενέργεια που στρέφεται εναντίον της γερμανικής ηγεμονίας, θα ήταν ένας αποδεκτός από αυτούς, Έλληνας πρωθυπουργός.
Οι γέφυρες έχουν ριχτεί. Δεν θα του στρώσουν το δρόμο με ρόδα φυσικά, θα τον ταπεινώσουν όσο μπορούν, για να πληρώσουν το μικρότερο δυνατό αντάλλαγμα. Έχουν πάντως την αυτοπεποίθηση ότι μπορούν να τον κουμαντάρουν και να κερδίσουν ακόμα περισσότερο χρόνο για λογαριασμό τους. Θα αποδεχθούν ότι δεν μπορούν να επιβάλουν και θα υποχωρήσουν έναντι όσων δεν μπορούν να κερδίσουν ή έχουν ήδη χάσει. Όπως για παράδειγμα τα δάνεια της τρόικας.
Κατά τα άλλα, ο ανυποψίαστος πολίτης φυσικά και θα παγιδευτεί προεκλογικά στις τρομολάγνες οικονομικές αναλύσεις και στις φανφάρες περί success story και εξόδου από το μνημόνιο και επιστροφής στην ανάπτυξη στο μέλλον. Η ελπίδα πεθαίνει τελευταία. Σαμαράς και Τσίπρας θα προσφέρουν μια ελπίδα για ένα καλύτερο μέλλον. Και φυσικά ο Τσίπρας θα κερδίσει τις εντυπώσεις, γιατί ο Σαμαράς τις έχει ήδη χάσει και όχι γιατί έχει ένα καλύτερο πρόγραμμα έναντι ενός καλού που έχει ο αντίπαλός του.
Αν ανατρέξουμε σε παλαιότερες αντιμνημονιακές δηλώσεις του Σαμαρά, δεν διαφέρει από όσα υποστηρίζει σήμερα ο ΣΥΡΙΖΑ. Αν παραθέσουμε σημερινές δηλώσεις του Τσίπρα, δεν διαφέρουν από παλαιότερες δηλώσεις του Σαμαρά. Τα προεκλογικά ντοκουμέντα χρησιμεύουν μετεκλογικά ως κουρελούδες και στην επόμενη προεκλογική εκστρατεία για να ρεζιλευτεί ο αντίπαλος.
Στη θέση των ηγετικών στελεχών της ΝΔ δεν θα μιλούσα εναντίον του Τσίπρα. Γιατί αύριο, στην καλύτερη περίπτωση η Μέρκελ θα τους υποχρεώσει να ψηφίσουν ή να δώσουν ψήφο ανοχής στον Τσίπρα. Στη χειρότερη περίπτωση ο Τσίπρας θα έχει αυτοδυναμία και δεν θα έχει ανάγκη τη στήριξή τους για να πάει στις Βρυξέλλες και να διαπραγματευθεί.
Γι’ αυτό είναι καλύτερο να υιοθετήσουν τη ρητορική του Αβραμόπουλου, ο οποίος προτείνει συνεργασία ΣΥΡΙΖΑ – ΝΔ για να υποβάλουν από κοινού στις Βρυξέλλες, (όχι ένα εθνικό σχέδιο ανατροπής των μνημονίων και εξόδου της Ελλάδας από την κρίση) , τα σέβη τους.
