Site icon The Analyst

Το τέρας του χρέους (α)

Το τέρας του χρέους Εξ.

Το τέρας του χρέους

Η πολιτική της Ελλάδας δεν πρέπει να διασπείρει ψευδείς ελπίδες και δεσμεύσεις χωρίς αντίκρισμα, στο θέμα της διαγραφής οφειλών – η διεθνής υπερχρέωση και οι Η.Π.Α., ο «πατέρας» της πιστωτικής ασυδοσίας.

(To άρθρο αποτελείται από 3 Σελίδες)

“Η παγκόσμια οικονομία χαρακτηρίζεται σήμερα από ένα ακόμη μεγαλύτερο «δηλητηριώδες μίγμα» υψηλών ιδιωτικών και δημοσίων χρεών, σε συνδυασμό με μία έντονα υποχωρούσα αναπτυξιακή δυναμική – γεγονός που αυξάνει τους κινδύνους νέων χρηματοπιστωτικών κρίσεων” (πηγή: κέντρο έρευνας οικονομικής πολιτικής).

.

Ανάλυση

Μετά το 1980, οι περισσότερες οικονομίες του βιομηχανικού κόσμου αναπτύχθηκαν με έναν ρυθμό, χωρίς κανένα ιστορικό προηγούμενο, στηριζόμενες κυρίως στην αύξηση των χρεών –  τα οποία, σε σχέση με το παραγόμενο εθνικό προϊόν τους (ΑΕΠ), εκτοξεύθηκαν στην κυριολεξία στα ύψη, κατά τη διάρκεια μίας μεγάλης χρονικής περιόδου (πάνω από 25 έτη).

Επειδή πολλοί Έλληνες δεν γνωρίζουν τη διεθνή πραγματικότητα, θεωρούν πως η Ελλάδα ήταν η μοναδική χώρα που υπερχρεώθηκε, μετά το 1980 – ενοχοποιώντας, εύλογα αλλά άδικα, τον εαυτό τους, καθώς επίσης την πολιτική (η οποία βέβαια έκανε τεράστια λάθη, με «επίκεντρο» τη διαφθορά). Το παρακάτω γράφημα, πηγή του οποίου είναι η έκθεση του παραπάνω κέντρου μελετών της Γενεύης, επιβεβαιώνει, με παράδειγμα τις Η.Π.Α., την πανομοιότυπη ουσιαστικά εξέλιξη της Δύσης.

 .

 .

Ολόκληρη η επιφάνεια του γραφήματος περιγράφει το μέγεθος των συνολικών χρεών των Η.Π.Α., ως ποσοστό επί του ΑΕΠ, με αφετηρία το 1916. Η πράσινη επιφάνεια στο κάτω μέρος αφορά το δημόσιο χρέος, η κόκκινη το χρέος των νοικοκυριών, η μπλε των επιχειρήσεων, η γκρίζα του χρηματοπιστωτικού τομέα και η μωβ τα «παρακρατικά» ινστιτούτα στεγαστικών δανείων (Fannie Mae, Freddie Mac).

Διαπιστώνεται δε μεταξύ άλλων ότι, μετά το 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο (1950 – 1980), τα συνολικά χρέη διατηρήθηκαν σε γενικές γραμμές σταθερά, κυμαινόμενα μεταξύ του 140% – 150% του ΑΕΠ. Μετά το 1982 όμως ανέλαβε πρόεδρος ο R. Reagan, ανεβάζοντας στο θρόνο το νεοφιλελευθερισμό, με αποτέλεσμα να ξεκινήσει δυστυχώς η απορρύθμιση του χρηματοπιστωτικού συστήματος – η απελευθέρωση του τέρατος δηλαδή από τα δεσμά του.

.

Η διαδικασία υπερχρέωσης

Άρχισαν λοιπόν να αυξάνονται τα χρέη με γρήγορο ρυθμό, με κέντρο βάρους όχι το δημόσιο τομέα, επειδή δρομολογήθηκαν ευρείες αποκρατικοποιήσεις, αλλά τον ιδιωτικό – τις τράπεζες, τις επιχειρήσεις και τα αμερικανικά νοικοκυριά. Έτσι λοιπόν το 2007, όταν ξεκίνησε η χρηματοπιστωτική κρίση, τα συσσωρευμένα συνολικά χρέη των Η.Π.Α. είχαν εκτοξευθεί στο τρομακτικό 375% του ΑΕΠ (στην Ελλάδα ήταν κάτω από το 250% του ΑΕΠ).

Το μέγεθος αυτό ήταν σημαντικά υψηλότερο από το αντίστοιχο του στο ξεκίνημα της Μεγάλης Ύφεσης (1929) – ενώ αντίστοιχη ή ακόμη χειρότερη ήταν και η εικόνα σε πολλές άλλες χώρες, όπως στην Ιαπωνία, στη Μ. Βρετανία, στην Ισπανία και στην Ιρλανδία. Στην Ελλάδα η κατάσταση, ακόμη και το 2011, ήταν κατά πολύ καλύτερη, συγκριτικά με μία σειρά αρκετών άλλων κρατών – κάτι που δυστυχώς ποτέ δεν χρησιμοποιήθηκε σωστά από τις εκάστοτε κυβερνήσεις της.

To άρθρο αποτελείται από 3 Σελίδες (…)

Συνεχίζοντας, η δυσμενής αυτή εξέλιξη οφειλόταν στο ότι, η Δύση πίστευε πως είχε βρει ένα θαυμαστό «ελιξίριο της ανάπτυξης» – το μυστικό της αέναης αύξησης της ευημερίας. Ειδικότερα, οι τράπεζες έβρισκαν συνεχώς νέους τρόπους για να δημιουργούν μεγαλύτερες πιστώσεις, ενώ τα δάνεια που παρείχαν αφειδώς, επέτρεπαν στα νοικοκυριά, καθώς επίσης στις επιχειρήσεις, να καταναλώνουν και να επενδύουν όλο και περισσότερο – φυσικά με δανεικά χρήματα, αδιαφορώντας για τον τρόπο, με τον οποίο θα τα επέστρεφαν.

Αυτή ακριβώς η δημιουργία πιστώσεων ώθησε την οικονομική ανάπτυξη, κατά τη διάρκεια της οποίας οι Η.Π.Α., καθώς επίσης πολλές άλλες δυτικές οικονομίες, παρουσίαζαν συνεχή αύξηση του ΑΕΠ τους – με ορισμένα διαλλείματα μικρής διάρκειας υφέσεων, τα οποία ήταν σχετικά ανώδυνα.

Στο θέμα της δημιουργίας χρημάτων από το πουθενά έχουμε αναφερθεί πολλές φορές (άρθρο), όπως επίσης στην «τραπεζική απάτη» που έλαβε τεράστια έκταση (άρθρο). Εδώ θα τονίσουμε μόνο πως όταν μία τράπεζα δίνει σε κάποιον οφειλέτη της δάνειο, το κάνει επειδή τον εμπιστεύεται – θεωρώντας πως θα της επιστρέψει εμπρόθεσμα τόσο τα χρήματα, όσο και τους τόκους.

Ως εγγύηση δε για την «πιστοληπτική ικανότητα» του πελάτη της, απαιτεί εμπράγματα περιουσιακά του στοιχεία – υποθήκη σε κάποιο ακίνητο του ή οτιδήποτε άλλο. Σε ορισμένες βέβαια περιπτώσεις, αρκείται με την διαπίστωση πως ο οφειλέτης έχει έναν μισθό επαρκή, για να εξοφλεί τα χρέη του (κέρδη η επιχείρηση) – αν και ο κίνδυνος εδώ είναι μεγαλύτερος.

Σε περιόδους ανάπτυξης, οι δυνατότητες των οφειλετών να τιμούν τις υποχρεώσεις τους δεν αποτελούν συνήθως πρόβλημα – μεταξύ άλλων, επειδή αυξάνεται συνεχώς η αξία των παγίων περιουσιακών στοιχείων (ακίνητα, μετοχές κλπ.), όπως επίσης τα κέρδη των επιχειρήσεων και οι αμοιβές των εργαζομένων. Είναι εύλογο λοιπόν το γεγονός ότι, οι τράπεζες εγκρίνουν όλο και περισσότερα δάνεια, χωρίς να είναι τόσο προσεκτικές, όσο οφείλουν.

.

Το τέλος της ουτοπίας

Η παραπάνω διαδικασία «πιστωτικής επέκτασης» συνεχίζεται, έως ότου κάποια στιγμή η δυνατότητα αποπληρωμής των οφειλετών φτάνει στα ανώτατα όρια της – πόσο μάλλον όταν οι μισθοί των εργαζομένων, στην κατανάλωση των οποίων στηρίζεται ουσιαστικά η ανάπτυξη, δεν συμβαδίζουν με την αύξηση της παραγωγικότητας τους, οπότε καλύπτονται τα κενά με συνεχώς αυξανόμενα καταναλωτικά και λοιπά δάνεια.

Η αισιοδοξία τότε καταρρέει ξαφνικά, για λόγους που δεν είναι πάντοτε πιστοποιήσιμοι, οπότε διαπιστώνεται μία έντονη αντιστροφή της τάσης: όπως συμπεραίνεται από την ανάγνωση του παραδόξου του Minsky, στο οποίο έχουμε ήδη αναφερθεί (ανάλυση). Εκείνη ακριβώς τη στιγμή, αρχίζει η πτώση των τιμών των περιουσιακών στοιχείων, όπως των ακινήτων και των μετοχών, ενώ μειώνονται παράλληλα τα έσοδα των επιχειρήσεων ή των εργαζομένων.

Αμέσως μετά οι οφειλέτες αδυνατούν να εξυπηρετήσουν τις υποχρεώσεις τους, με εύλογο  αποτέλεσμα το ξέσπασμα μίας οικονομικής κρίσης – όπως συνέβη στις Η.Π.Α. το 2007, καθώς επίσης στην Ευρώπη και στην Ελλάδα αργότερα. Ο πυρήνας της κρίσης είναι σχεδόν πάντοτε οι τράπεζες, οι οποίες έρχονται αντιμέτωπες με σωρεία επισφαλειών – με δάνεια δηλαδή, τα οποία αδυνατούν να εισπράξουν, οπότε κινδυνεύουν να χαρακτηρισθούν ως αφερέγγυες ή χρεοκοπημένες.

Εάν η κρίση αυτή είναι «συστημική», με την έννοια πως εάν καταρρεύσουν οι τράπεζες, τότε δεν είναι δυνατή η επιβίωση του συνόλου της οικονομίας, υποχρεώνεται το κράτος να τις διασώσει – στην προσπάθεια του να εμποδίσει την «πυρηνική σύντηξη» του κυκλοφοριακού συστήματος της οικονομίας, οπότε τη χρεοκοπία του.

Οι Πολίτες φυσικά αδυνατούν να το κατανοήσουν, ενοχοποιώντας συνήθως τις κυβερνήσεις, οι οποίες χρησιμοποιούν τα δικά τους χρήματα «για να χρηματοδοτήσουν τους άθλιους, χρεοκοπημένους τραπεζίτες» – έχοντας σε μεγάλο βαθμό δίκιο, εάν οι τράπεζες έχουν χάσει τα κεφάλαια τους κερδοσκοπώντας ή παρέχοντας απρόσεκτα δάνεια, με τεράστια επιτόκια συγκριτικά με τις εγγυήσεις που διαθέτουν στις κεντρικές (συχνά πάνω από 500%).

Σε κάθε περίπτωση, με τον τρόπο αυτό μεταφέρονται οι υποχρεώσεις των τραπεζών στον ισολογισμό του κράτους – ή απ’ ευθείας στον προϋπολογισμό, εάν το κράτος αυξάνει τα κεφάλαια τους, όπως συνέβη στην Ελλάδα (το έλλειμμα της χώρας μας το 2013 αυξήθηκε ξανά, επειδή χρηματοδοτήθηκαν οι τράπεζες). Επομένως, τα δημόσια χρέη εκρήγνυνται, με την κλιμάκωση τους να εντείνεται ακόμη περισσότερο από τα αποτελέσματα της ύφεσης – λόγω της οποίας μειώνονται τα δημόσια έσοδα και αυξάνονται οι δαπάνες (επιδόματα ανεργίας κλπ.).

Τα υψηλά δημόσια χρέη λοιπόν δεν είναι συχνά η αιτία, αλλά το επακόλουθο της κρίσης – με εξαίρεση εδώ την Ελλάδα, το ιδιωτικό χρέος της οποίας ήταν σχετικά χαμηλό, ενώ οι τράπεζες της χρεοκόπησαν κυρίως από τη διαγραφή χρέους το 2011 (PSI).

Αντίθετα, σε χώρες όπως οι Η.Π.Α., η Ισπανία, η Μ. Βρετανία και η Ιρλανδία, τα ιδιωτικά χρέη ήταν αυτά που προκάλεσαν την κρίση – με το δημόσιο χρέος της Ιρλανδίας να εκτοξεύεται μέσα σε μία νύχτα στο 100% του ΑΕΠ, από 30% προηγουμένως, επειδή το κράτος (οι Πολίτες) ανέλαβε τα τεράστια χρέη των τραπεζών, εκβιαζόμενο από την Κομισιόν με έξοδο από την Ευρωζώνη.

.

Η επόμενη ημέρα

Υπάρχουν άφθονα ιστορικά παραδείγματα, τα οποία αφορούν την παραπάνω διαδικασία: η Μεγάλη Ύφεση στις Η.Π.Α., οι κρίσεις της Λατινικής Αμερικής μετά το 1982, το κραχ της Ιαπωνίας το 1990, η ασιατική κρίση το 1997/98 κοκ. Σχεδόν πάντοτε, η αιτία ήταν η συσσώρευση υπερβολικών χρεών στον ιδιωτικό τομέα – κάποιες λιγότερες φορές η υπερχρέωση του δημοσίου, λόγω της διαφθοράς των πολιτικών, της φοροδιαφυγής ή της αδυναμίας ελέγχου και είσπραξης φόρων.

Αφού όμως διαπιστωθεί η υπερχρέωση και ξεσπάσει η κρίση, θα πρέπει φυσικά να επιλυθούν τα προβλήματα. Το θέμα στην προκειμένη περίπτωση δεν είναι άλλο, από τον τρόπο που θα επιλεχθεί, για να επιτευχθεί η μείωση των χρεών – τα οποία δεν είναι δυνατόν να συνεχίσουν να επιβαρύνουν την οικονομία.

Αυτό που φυσικά ενδιαφέρει είναι ο περιορισμός του χρέους ως προς το ΑΕΠ – όπου είτε πρέπει να μειωθεί ο αριθμητής του κλάσματος {Χρέος / ΑΕΠ}, είτε να αυξηθεί ο παρανομαστής. Εννοούμε πάντοτε το συνολικό χρέος μίας οικονομίας και όχι το δημόσιο – το οποίο, στην περίπτωση των Η.Π.Α., είναι 375%  (375 / 100), ενώ της Ελλάδας 267% (2011, γράφημα).

.

 .

Συνεχίζοντας στο θέμα μας, ουσιαστικά υπάρχουν μόνο οι εξής τέσσερις δυνατότητες για να μειωθεί το χρέος:

(α)  Οι οφειλέτες αποπληρώνουν τα δάνεια τους με χαμηλότερο ρυθμό, αλλά σταθερά – όπου ουσιαστικά μειώνεται ο αριθμητής του κλάσματος. Η επιμήκυνση του χρόνου εξόφλησης με χαμηλά επιτόκια, είναι ίσως εδώ ο ιδανικότερος τρόπος – αφού το χρέος των οφειλετών μειώνεται ουσιαστικά με τεχνητό τρόπο, χωρίς όμως να προκαλούνται ανυπέρβλητες ζημίες στους δανειστές.

(β)  Οι οφειλέτες δηλώνουν μαζικά αδυναμία εξόφλησης των δανείων τους (χρεοκοπία) – οπότε οι τράπεζες είναι υποχρεωμένες να τα αποσβέσουν από τους Ισολογισμούς τους, με κίνδυνο να χρεοκοπήσουν, να επέμβει το κράτος για να τις διασώσει, να αυξηθούν ως εκ τούτου τα δημόσια χρέη κοκ. Εκτός εάν φυσικά έχουν στη διάθεση τους εγγυήσεις, όπως για παράδειγμα ακίνητα, τα οποία κατάσχουν και πλειστηριάζουν, για να μειώσουν ή για να αποφύγουν εντελώς τις ζημίες τους.

Εάν το ίδιο το κράτος δηλώσει αδυναμία εξόφλησης των χρεών του, τότε οι δανειστές του θα πρέπει να αποσβέσουν τα χρέη του (μέρος ή ολόκληρα πάντοτε) από τους ισολογισμούς τους, κινδυνεύοντας να χρεοκοπήσουν και αυτοί.

Εκτός εάν, όπως ακριβώς και οι τράπεζες, διαθέτουν εγγυήσεις, τις οποίες μπορούν να κατάσχουν «έναντι» – κάτι που μάλλον έχει συμβεί με την Ελλάδα, στα πλαίσια της διαγραφής του χρέους της (PSI, 2011).

Επομένως, είναι πλέον στο έλεος των δανειστών της, ενώ εμείς τότε, ακριβώς για το λόγο αυτό, είμαστε αντίθετοι με τη διαγραφή – σήμερα επίσης, γνωρίζοντας δυστυχώς πως θα απαιτηθούν δυσανάλογα ανταλλάγματα, επειδή δεν υπάρχει πουθενά δωρεάν γεύμα.

Εάν βέβαια η διαγραφή δεν απαιτούσε δυσανάλογα ανταλλάγματα, θα είμαστε ανόητοι εάν υποστηρίζαμε πως δεν θα έπρεπε να επιδιωχθεί και να επιτευχθεί – από όποιον έχει την ικανότητα που ισχυρίζεται.

(γ)  Η κυβέρνηση του κράτους προσπαθεί, με τη βοήθεια των διαρθρωτικών αλλαγών, να επιταχύνει την οικονομική ανάπτυξη – οπότε να αυξήσει τον παρανομαστή του κλάσματος {Χρέος / ΑΕΠ}.

(δ)  Το κράτος επιδιώκει, με τη βοήθεια της κεντρικής τράπεζας (η Ευρωζώνη με την ΕΚΤ), να αυξήσει τον πληθωρισμό – οπότε την ονομαστική αύξηση του ρυθμού ανάπτυξης (ονομαστική = πραγματική + πληθωρισμός). Φυσικά αυτό είναι εις βάρος των αποταμιευτών – γεγονός που αιτιολογεί την αντίθεση της Γερμανίας, αφού τα περιουσιακά στοιχεία των πολιτών της είναι κυρίως σε μετρητά χρήματα

Εδώ στόχος είναι επίσης η αύξηση του παρανομαστή του κλάσματος, με τη βοήθεια της εκτύπωσης νέων χρημάτων, τα οποία όμως οφείλουν να εισρεύσουν στην πραγματική οικονομία (επιχειρήσεις νοικοκυριά) – όχι να μείνουν στις τράπεζες αδιάθετα ή να κατευθυνθούν στα χρηματιστήριο, δημιουργώντας επικίνδυνες φούσκες (όπως συμβαίνει σήμερα, κυρίως στις Η.Π.Α.).

.

.

Ουσιαστικά λοιπόν υπάρχουν μόνο οι τέσσερις παραπάνω τρόποι, ο καθένας εκ των οποίων όμως έχει απρόβλεπτες ή δυσμενείς συνέπειες – τις οποίες πρέπει να προσπαθήσει να προβλέψει κανείς και να «ζυγίσει» σωστά, έτσι ώστε να μην οδηγηθεί στην καταστροφή. Με το θέμα αυτό θα ασχοληθούμε στο δεύτερο μέρος της ανάλυσης, η οποία βασίσθηκε στην έρευνα του οικονομικού ινστιτούτου που προαναφέραμε, καθώς επίσης στην περιληπτική παρουσίαση της από ξένο συνάδελφο (Ditti).

Ελπίζουμε δε να γίνει αντιληπτός ο προβληματισμός, τον οποίο οφείλουν να «συμμερίζονται» όλες οι πολιτικές δυνάμεις της χώρας – αφού δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να διασπείρουν ψευδείς ελπίδες ή να αναλαμβάνουν ψηφοθηρικές προεκλογικές δεσμεύσεις χωρίς αντίκρισμα.

Φυσικά, τόσο όσον αφορά το δημόσιο χρέος της πατρίδας μας, όσο και τους δανειολήπτες των τραπεζών, οι οποίοι βιώνουν ακούσια τεράστια μαρτύρια – οι περισσότεροι από αυτούς λόγω της πολιτικής λιτότητας, σε συνδυασμό με τη «δολοφονία» των αμοιβών ή των εσόδων για τοις επιχειρήσεις. Από γεγονότα δηλαδή που δεν μπορούσαν σε καμία περίπτωση να προβλέψουν.

.

.

.

Exit mobile version