Site icon The Analyst

Οι έμποροι της ελπίδας

Ελπίδες-για-την-Ελλάδα-Εξ

Ελπίδες-για-την-Ελλάδα

Οι εναλλακτικές λύσεις της Ελλάδας πριν και μετά τη Μεγάλη Προδοσία, το έωλο διαπραγματευτικό της χαρτί, οι πραγματικές δυνατότητες αύξησης των μισθών, καθώς επίσης οι επιταγές χωρίς αντίκρισμα των εκάστοτε διεκδικητών της εξουσίας – η ερμηνεία του κραχ

(To άρθρο αποτελείται από 3 Σελίδες)

.

Η με μεγάλη απόσταση πρώτη προτεραιότητα της Ελλάδας οφείλει να είναι η εκδίωξη του ΔΝΤ σήμερα, όπου υπάρχει ίσως η ευκαιρία – πριν ακόμη εκτελέσει την αποστολή του, τη λεηλασία της ιδιωτικής και δημόσιας περιουσίας των Ελλήνων, η οποία δεν έχει ακόμη ξεκινήσει“.

.

Ανάλυση

Όταν μία χώρα είναι υπερχρεωμένη, πόσο μάλλον όταν τοποθετηθεί σκόπιμα, δόλια ή/και ανόητα στο στόχαστρο των αγορών, με τη βοήθεια της τεχνητής διόγκωσης των ελλειμμάτων της, όπως συνέβη με την Ελλάδα, έχει δύο μόνο λύσεις στη διάθεση της:

.

(α)  Μία οδύνη δίχως τέλος, γεγονός που σημαίνει το δανεισμό της από το ΔΝΤ, με αντάλλαγμα τα γνωστά μνημόνια που την υποχρεώνουν να εκποιήσει τη δημόσια περιουσία της, καθώς επίσης την ιδιωτική μέσω της υπερβολικής φορολόγησης, αφού προηγηθεί η μεθοδική απαξίωση τους.

(β)  ‘Ένα οδυνηρό τέλος, με την επιλογή της χρεοκοπίας, της αθέτησης πληρωμών δηλαδή, μέσω της οποίας υποχρεώνονται εκείνοι οι πιστωτές, οι οποίοι δεν έχουν στην κατοχή τους ομόλογα Αγγλικού Δικαίου, να συμβιβαστούν με τη διαγραφή ενός μεγάλου μέρους των απαιτήσεων τους.

.

Η Αργεντινή, αφού προηγουμένως λεηλατήθηκε από το ΔΝΤ, αποφάσισε να πιεί το «πικρό χάπι», εκδιώκοντας το μετά από μερικά χρόνια – δεν είχε όμως το πρόβλημα του κοινού νομίσματος, ούτε υπέγραψε τη θανατική καταδίκη της (PSI).

Κρίνοντας δε από τη μετέπειτα εξέλιξη του ΑΕΠ της (γράφημα), τα κατάφερε σε κάποιο βαθμό – αν και στη συνέχεια απομονώθηκε, έκανε μία σειρά από λάθη, υπέπεσε στην παγίδα του πληθωρισμού και βρέθηκε απροετοίμαστη απέναντι σε μία σειρά πιστωτών της, οι οποίοι υποστηρίζονται ανοιχτά από τα δικαστήρια των Η.Π.Α. Το τέλος της περιπέτειας της είναι ακόμη άγνωστο – προβλέπεται πάντως ξανά οδυνηρό.

 .

 .

Η Ελλάδα, ο πρωθυπουργός της καλύτερα επέλεξε, ερήμην των Πολιτών και συνεργαζόμενος κρυφά με το ΔΝΤ, τη «λύση» της οδύνης χωρίς τέλος – κλείνοντας σταδιακά όλες τις «εξόδους κινδύνου», με τελευταία την υπογραφή του PSI.

Σήμερα, το μοναδικό διαπραγματευτικό χαρτί της χώρας, από μία άλλη κυβέρνηση, θα ήταν η στάση πληρωμών. Κάτι τέτοιο ήταν ασφαλώς εφικτό το 2010, όταν οι ξένες τράπεζες, καθώς επίσης οι κερδοσκόποι, είχαν στα χέρια τους τα ελληνικά ομόλογα, εθνικού Δικαίου – ενδεχομένως με την υιοθέτηση τότε της δραχμής (σενάριο), εάν δημιουργούταν προβλήματα από την ΕΚΤ στη χρηματοδότηση των τραπεζών, οι οποίες ήταν ακόμη υγιέστατες.

Θα ήταν επίσης εφικτό πριν από την υπογραφή του PSI, με το οποίο οι ελληνικές τράπεζες χρεοκόπησαν, ενώ τα νέα ομόλογα έγιναν αγγλικού δικαίου, εγγυημένα και μη μετατρέψιμα σε δραχμές – οπότε έκλεισε ο τελευταίος δρόμος διαφυγής και η χώρα μας υποθηκεύθηκε. Απλούστερα, χρεοκοπεί μία επιχείρηση πριν υποθηκεύσει όλα της τα περιουσιακά στοιχεία – αφού θα ήταν ανόητο να το κάνει μετά, ειδικά όταν αξίζουν πολύ περισσότερο από τις υποθήκες.

Επομένως, το δήθεν διαπραγματευτικό χαρτί είναι μετά το PSI ανύπαρκτο – κάτι που σημαίνει πως η μονομερής αλλαγή πολιτικής είναι δυστυχώς αυτοκτονική, αδύνατη και μη ρεαλιστική. Οι «παλικαρισμοί» και οι «ηρωισμοί» λοιπόν του τύπου “σκίζω τα μνημόνια” ή “υποχρεώνω τους δανειστές (τα κράτη-μέλη της Ευρώπης πλέον, κατά 87%) σε διαγραφή χρέους“, είναι απλά για εσωτερική κατανάλωση – για την επόμενη υφαρπαγή ή υπεξαίρεση της εξουσίας, με υποσχέσεις ή δεσμεύσεις που είναι εκ των πραγμάτων αδύνατον να τηρηθούν, από τους αδίστακτους εμπόρους της ελπίδας.

Κοστίζουν δε τεράστια ποσά στη χώρα, όπως φάνηκε από την κατακόρυφη αύξηση των επιτοκίων δανεισμού, από την κατάρρευση του χρηματιστηρίου (όπου συνέχισε η απαξίωση των ελληνικών επιχειρήσεων), από την επανάληψη των συζητήσεων περί εξόδου της Ελλάδας από την Ευρωζώνη, οι οποίες τοποθετούν την πατρίδα μας ξανά στο στόχαστρο των αγορών κοκ.

Πόσο μάλλον όταν είναι με επιείκεια ανόητη η επιμονή στη διαγραφή του μεγαλύτερου μέρους του δημοσίου χρέους ταυτόχρονα με την προσπάθεια εκδίωξης του ΔΝΤ – η οποία προϋποθέτει την επάνοδο της Ελλάδας στις αγορές. Πως είναι δυνατόν να μειωθούν τα επιτόκια δανεισμού μίας χώρας, η οποία αναφέρεται δημόσια σε διαγραφή χρέους; Ποιός θα την δάνειζε, γνωρίζοντας προκαταβολικά πως δεν θα πληρωνόταν; Δεν “βάζουμε έτσι τα χεράκια μας να βγάλουμε μόνοι μας τα ματάκια μας“, κατά τη γνωστή έκφραση;

To άρθρο αποτελείται από 3 Σελίδες (…)

Όσον αφορά την πρόωρη αλλαγή της κυβέρνησης απλά και μόνο για την αλλαγή, οφείλουμε να θυμηθούμε τι ακριβώς συνέβη το 2009, όταν επαναλήφθηκε η ίδια διαδικασία. Εάν τότε είχαμε επιλέξει την ίδια κυβέρνηση, την οποία «κατακεραυνώσαμε» επειδή αναφέρθηκε στο πάγωμα των μισθών, καθώς επίσης στον περιορισμό των παροχών του δημοσίου, ίσως δεν θα είχαμε καταλήξει στη χρεοκοπία και στα νύχια του ΔΝΤ – αφού ασφαλώς δεν θα διόγκωνε, όπως η επόμενη, τα ελλείμματα και δεν θα «προπαγάνδιζε» εναντίον της Ελλάδας στις αγορές, τοποθετώντας την στο επίκεντρο του διεθνούς κυκλώνα.

Προφανώς δεν ήταν μία καλή κυβέρνηση, το αντίθετο μάλιστα. Εν τούτοις, συγκρινόμενη με την επόμενη, ήταν πολύ πιο ασφαλής για την Ελλάδα. Το «δις εξαμαρτείν» λοιπόν νομίζουμε πως δεν είναι σωστό να χαρακτηρίσει ακόμη μία φορά τις επιλογές Πολιτών που σίγουρα έχουν «ωριμάσει βίαια» – μετά από το τρομακτικό, επώδυνο βύθισμα της οικονομίας τους στο ναδίρ.

Όταν μετά από τόσες δοκιμασίες δε είμαστε ακόμη βυθισμένοι στην κρίση, ενώ διαφαίνεται αμυδρά μία έξοδος κινδύνου, ένα παράθυρο στο τούνελ, είναι παράλογο να κάνουμε ότι μπορούμε για να το σφραγίσουμε ερμητικά μόνοι μας. Θυμίζει εκείνους τους επενδυτές στα χρηματιστήρια οι οποίοι, ενώ έχουν διατηρήσει τις μετοχές τους στο χαρτοφυλάκιο τους παρά τη ραγδαία πτώση των τιμών, τις ξεπουλούν στο κατώτατο σημείο του κύκλου – λίγο πριν δηλαδή αρχίσουν ξανά να αυξάνονται οι τιμές τους.

.

Οι μισθοί

Συνεχίζοντας, σε σχέση με την πολιτική λιτότητας που εφαρμόζουν οι Η.Π.Α., καθώς επίσης αναφορικά με την ανάγκη αύξησης των μισθών, η οποία είναι ασφαλώς απαραίτητη για να επιστρέψει μία χώρα στην ανάπτυξη, τα εξής:

Με τα συνεχή πακέτα ρευστότητας η Fed επιδιώκει την ανάληψη δανείων από τις εμπορικές τράπεζες, έτσι ώστε αυτές να δανείσουν την πραγματική οικονομία – διευκολύνοντας την επιστροφή της χώρας στην ανάπτυξη. Οι εμπορικές τράπεζες όμως δεν μπορούν να διαθέσουν τα περισσότερα δάνεια που τους δίνονται στις μεγάλες επιχειρήσεις, τις οποίες εμπιστεύονται, επειδή η εσωτερική ζήτηση για τα προϊόντα τους παραμένει αναιμική, όπως επίσης οι εξαγωγές τους – η εξωτερική ζήτηση δηλαδή.

Για παράδειγμα, ακόμη και όταν προσφέρονται πολύ φθηνά δάνεια σε μία επιχείρηση που κατασκευάζει ψυγεία, για να αυξήσει την παραγωγή της (προσφορά), η επιχείρηση δεν τα παίρνει – επειδή τα περισσότερα ψυγεία που θα παρήγαγε τότε, θα έμεναν απούλητα. Η αιτία είναι το ότι, τα φτωχότερα μέρη του πληθυσμού, τα οποία χρειάζονται ψυγείο, δεν έχουν τα χρήματα για να τα αγοράσουν, λόγω του ότι έχουν μειωθεί οι πραγματικοί μισθοί τους (γράφημα στην ανάλυση μας) – ενώ τα πολύ πλούσια κοινωνικά στρώματα, τα οποία έχουν γίνει ακόμη πλουσιότερα, διαθέτουν αρκετά ψυγεία και δεν χρειάζονται άλλα.

Στο παρελθόν, οι εισοδηματικά ασθενέστεροι κάλυπταν τη διαφορά των μισθών με τις ανάγκες τους, δανειζόμενοι από τις τράπεζες. Μετά το ξέσπασμα της κρίσης όμως, είτε οι τράπεζες δεν τους δανείζουν πλέον, λόγω των τεράστιων επισφαλειών που έχουν συσσωρευτεί στους ισολογισμούς τους, είτε οι ίδιοι δεν θέλουν άλλα δανεικά (ανάλυση).

Επομένως, τα επί πλέον χρήματα που δανείζει η Fed οδηγούνται μέσω των τραπεζών στα «χρηματιστηριακά καζίνο», υποδαυλίζοντας ξανά και ξανά το άγριο παιχνίδι – το κερδοσκοπικό όργιο που διαπιστώνεται στα περισσότερα, με νομοτελειακή κατάληξη το κραχ.

.

Η διόγκωση του ισολογισμού της FED (μπλε γραμμή) και η αντίστοιχη εξέλιξη του δείκτη S&P 500 των ΗΠΑ.

.

Εύλογα λοιπόν η Ευρώπη, η ΕΚΤ καλύτερα, είναι συγκρατημένη, όσον αφορά την υιοθέτηση αυτών των «μονεταριστικών μέτρων» ανάπτυξης, μέσω της αύξησης της προσφοράς – πόσο μάλλον αφού έχουν εφαρμοσθεί και αποτύχει επίσης, από την Ιαπωνία. Η λύση εν προκειμένω είναι η ανάπτυξη μέσω της αναθέρμανσης της ζήτησης – ειδικά επειδή η υπερχρέωση της Δύσης δεν επιτρέπει την «κεϋυνσιανή» μέθοδο της αύξησης των δημοσίων δαπανών, όπως συμπεραίνεται και από τις Η.Π.Α., στις οποίες οι δαπάνες του κράτους περιορίζονται δραστικά (γράφημα στην ανάλυση μας).

Οφείλουν λοιπόν να αυξηθούν οι μισθοί των εργαζομένων, έτσι ώστε να ακολουθήσει η κλιμάκωση της ζήτησης, η κατανάλωση δηλαδή, η οποία θα δημιουργήσει την ανάγκη νέων επενδύσεων (παραγωγή περισσότερων ψυγείων), οπότε την αύξηση του ΑΕΠ (ΑΕΠ = Κατανάλωση + Επενδύσεις + Δημόσιες Δαπάνες + {Εξαγωγές – Εισαγωγές}).

Οι μισθοί όμως δεν αυξάνονται απλά και μόνο επειδή το επιθυμούμε, εάν βέβαια δεν θέλουμε να προκαλέσουμε τεράστιες ζημίες στην οικονομία μας. Για παράδειγμα, δεν είναι τόσο απλή η αύξηση των βασικών αμοιβών στα 761 € που ακούγεται – αφού πολύ σωστά θα έλεγε κάποιος, “γιατί να μην αυξηθούν στα 1.500 €, έτσι ώστε να υπάρξει ακόμη μεγαλύτερη ζήτηση, αφού αυτό είναι το ζητούμενο;

.

Η παραγωγικότητα

Στο απώτερο παρελθόν, σε μία ανάλυση μας πριν το ξέσπασμα της κρίσης (2009), η οποία ευρίσκεται στο βιβλίο της «τριλογίας» μας «Η κρίση των κρίσεων», είχαμε υπολογίσει τη «λανθάνουσα ανεργία» στην Ελλάδα περίπου στο 40% – συγκρίνοντας απλά την παραγωγικότητα μας (ΑΕΠ / εργατικό δυναμικό), με αυτήν της Ολλανδίας.

Φυσικά ο αριθμός ήταν υπερβολικός, αφού δεν είναι ίσως απαραίτητο να είμαστε τόσο παραγωγικοί, όσο οι Ολλανδοί – οι εξαγωγές των οποίων υπερβαίνουν τα 576 δις $, έναντι μόλις 30,39 δις $ της Ελλάδας (2013).

Εν τούτοις η ανταγωνιστικότητα μας, η οποία δεν είναι μόνο το αποτέλεσμα των επενδύσεων αλλά, επίσης, του ύψους των μισθών, δεν μπορούσε να είναι τόσο χαμηλή – οπότε εύλογα το εμπορικό μας ισοζύγιο (Εξαγωγές – εισαγωγές) ήταν σε τέτοιο βαθμό ελλειμματικό, συμβάλλοντας στην υπερχρέωση της χώρας μας.

Οι μισθοί λοιπόν δεν μπορεί να υπολογίζονται τυχαία, με την έννοια «γιατί όχι 1.500, 761 αντί 500 κοκ.», αλλά πρέπει να είναι ανάλογοι με την παραγωγικότητα των εργαζομένων – όταν δεν θέλει κανείς να οδηγήσει μία χώρα στην οικονομική της καταστροφή. Εάν δε αυξηθούν οι μισθοί, χωρίς την παράλληλη αύξηση της παραγωγικότητας των εργαζομένων, τότε απλά θα κλείσουν οι επιχειρήσεις – «παράγοντας» εκατοντάδες χιλιάδες ανέργους.

Αυτός ήταν ένας από τους βασικούς λόγους που υιοθετήθηκε η εσωτερική υποτίμηση (μείωση των ονομαστικών αμοιβών), αντί της μείωσης των πραγματικών αμοιβών μέσω της υποτίμησης του νομίσματος (όταν είχαμε ακόμη τη δραχμή) ή του πληθωρισμού (μείωση της αγοραστικής αξίας των χρημάτων).

Σήμερα, οι μισθοί των Ελλήνων, συγκριτικά με την παραγωγικότητα τους, έχουν φτάσει ξανά στα ίδια επίπεδα, με αυτά της Γερμανίας (γράφημα) – έχουν σχεδόν «συγκλίνει» δηλαδή, μετά τις υπερβολικές αυξήσεις τους στο παρελθόν (πάντοτε σε σχέση με την παραγωγικότητα), με τους γερμανικούς.

 .

 .

Επομένως, θα μπορούσε να ισχυρισθεί κανείς πως είναι ανελαστικοί, πως δεν είναι δυνατόν να αυξηθούν, οπότε είναι όνειρο θερινής νύχτας η «επιδότηση» της ανάπτυξης, μέσω της ανόδου των μισθών – η οποία θα δημιουργούσε ζήτηση, κατανάλωση και ανάγκη επενδύσεων.

Εν τούτοις, γνωρίζοντας πως οι μισθοί των Γερμανών είναι στα επίπεδα του 2000, πως είναι λοιπόν πολύ χαμηλοί σε σχέση με την αισθητά υψηλότερη ανταγωνιστικότητα τους, θα ήταν εύλογη η αύξηση τους – οπότε θα μπορούσαν να ακολουθήσουν και οι μισθοί των Ελλήνων, των Πορτογάλων κοκ. ανάλογα.

Αυτό ακριβώς είναι το θέμα, για το οποίο κατηγορείται η Γερμανία – η οποία δεν θέλει να αυξήσει τους μισθούς των εργαζομένων της, θεωρώντας πως έτσι θα μειωνόταν η ανταγωνιστικότητα της διεθνώς. Επειδή δε εφαρμόζει μία άθλια «μερκαντιλιστική πολιτική» (άρθρο), θεωρεί πως όλες οι άλλες χώρες της Ευρωζώνης θα πρέπει να κάνουν το ίδιο – κάτι που είναι αδύνατον να επιτραπεί από τα υπόλοιπα κράτη του πλανήτη.

Ολοκληρώνοντας, για το λόγο αυτό διατυπώσαμε την άποψη πως θα ήταν καλύτερα να αποχωρήσει η Γερμανία από την Ευρωζώνη (άρθρο), παραμένοντας φυσικά εντός της ΕΕ, έτσι ώστε να μην διαλυθεί το ευρώ. Σε μία τέτοια περίπτωση, οι μισθοί των Ελλήνων, όπως επίσης των άλλων κρατών, θα συνέκλιναν με αυτούς της Γαλλίας – στην οποία ακολουθούν πιστά την παραγωγικότητα των εργαζομένων, σύμφωνα με όλες τις στατιστικές.

Θα μπορούσαν λοιπόν να αυξηθούν, δημιουργώντας τις προϋποθέσεις μεγαλύτερης κατανάλωσης, διενέργειας επενδύσεων, αύξησης του ΑΕΠ, αύξησης των εσόδων του δημοσίου με μικρότερους συντελεστές φορολόγησης, διατήρησης του κράτους προνοίας  κοκ.

Υπενθυμίζουμε εδώ πως τόσο στην Ελλάδα, όσο και στην Ευρώπη, δεν υπάρχει κυρίως πρόβλημα χρηματοδότησης, αλλά έλλειψης αξιόχρεων οφειλετών, οι οποίοι να θέλουν ταυτόχρονα να δανειστούν – γεγονός που κορυφώθηκε μετά το ξέσπασμα της κρίσης.

.

Επίλογος

Όλοι εμείς οι Έλληνες πρέπει να αποφασίσουμε πως ακριβώς βλέπουμε το μέλλον της χώρας μας, ανεξάρτητα από την πολιτική μας ιδεολογία, συμπεριλαμβάνοντας τους κινδύνους από τη γεωπολιτική μας θέση – χωρίς να επηρεαζόμαστε από τους εκάστοτε δημαγωγούς οι οποίοι, με στόχο κάθε φορά την υφαρπαγή της εξουσίας, μοιράζουν κενές, μη ρεαλιστικές υποσχέσεις, τις οποίες σχεδόν ποτέ δεν τηρούν.

Επιταγές χωρίς αντίκρισμα που μάταια προσπαθούμε κάθε φορά να εξαργυρώσουμε, οπισθογραφώντας τες ξανά και ξανά από καινούργιους «ψεύτες» – οι οποίοι δεν διστάζουν να παραπλανήσουν τους συμπολίτες τους, εάν κάτι τέτοιο τους διευκολύνει στην εκπλήρωση των φιλοδοξιών τους.

Σε κάθε περίπτωση, είναι απαράδεκτο οι Έλληνες Πολίτες να κατηγορούνται για δειλία ή για μη ανάληψη «πολιτικού ρίσκου», αφού ευρίσκονται με την πλάτη στον τοίχο, προδομένοι και «εκβιάσιμοι», γνωρίζοντας πως η μοναδική εναλλακτική λύση, το περίφημο «διαπραγματευτικό χαρτί», είναι η αυτοκτονία.

Σιωπούν λοιπόν εκκωφαντικά, υπομένοντας χιλιάδες μαρτύρια και περιμένοντας υπομονετικά την κατάλληλη ευκαιρία – για να επιβάλλουν την αρμόζουσα τιμωρία στους υπευθύνους της τραγωδίας, καθώς επίσης τη θέληση τους.

Έως εκείνη τη στιγμή, όπου θα αποκατασταθούν οι Θεσμοί και θα υιοθετηθεί σταδιακά η Άμεση Δημοκρατία, είναι προφανές πως μόνο οι κυβερνήσεις μεγάλου συνασπισμού μπορούν να μας οδηγήσουν στην έξοδο από την κρίση – χωρίς να χαθεί η ευκαιρία που μας δίνεται σήμερα, εάν πράγματι η Ευρωζώνη έχει αποφασίσει να εκδιώξει το ΔΝΤ από την «επικράτεια» της, βάζοντας παράλληλα τη Γερμανία «στη θέση της».

Αναγκάζοντας την δηλαδή είτε να αποχωρήσει από την Ευρωζώνη, είτε να συμφωνήσει με την πολιτική που επιθυμούν όλοι οι υπόλοιποι (αύξηση των μισθών των εργαζομένων της, ήπια λιτότητα για όλα τα κράτη-μέλη, μαζί με αναπτυξιακά μέτρα).

.

.

Exit mobile version