Site icon The Analyst

Η τρομοκρατία της ενημέρωσης

Τρομοκρατία-μέσων-Εξ.

Τρομοκρατία-μέσων

Γνωρίζοντας κανείς πως η επίλυση της κρίσης είναι αδύνατη, εάν δεν επιστρέψει η αισιοδοξία, έστω σε κάποιο βαθμό, αδυνατεί να κατανοήσει γιατί τα μέσα μαζικής ενημέρωσης επιμένουν τόσο πολύ στις αρνητικές αναφορές τους

(To άρθρο αποτελείται από 2 Σελίδες)

.

Υπάρχουν ασφαλώς πολλές «κακές» ειδήσεις, όσον αφορά τόσο την Ελλάδα, όσο και την παγκόσμια Οικονομία, τις οποίες δεν είναι αρνητικό να γνωρίζει κανείς. Ειδικά όταν είναι σωστά αναλυμένες και ρεαλιστικές – όπως, για παράδειγμα, το προβλεπόμενο τέλος του παιχνιδιού (the game is over) για την Ιαπωνία, η οποία πιθανότατα θα βυθιστεί ξανά στην ύφεση, παρά τις αγωνιώδεις προσπάθειες της φιλόδοξης κυβέρνησης της.

Η κατάρρευση των τιμών των μετοχών στη Wall Street, η οποία συμπεραίνεται με βάση τις εμπειρίες από το παρελθόν (γράφημα), δεν είναι επίσης παράλογη. Η μέθοδος αντιμετώπισης της κρίσης βέβαια είναι εκ διαμέτρου αντίθετη με αυτήν του 1930, χωρίς όμως αυτό να εγγυάται τίποτα – ειδικά όταν ο βαριά ασθενής συνεχίζει να είναι ακόμη ετοιμοθάνατος, παρά τις πολλαπλές «ενέσεις κορτιζόνης» που του χορηγήθηκαν.

 .

Η μεγάλη πτώση του δείκτη Dow Jones το 1930 – όπως και τότε, έτσι και σήμερα, η σημασία που δίνεται στις προειδοποιήσεις ήταν ελάχιστη (παρ’όλο που σήμερα οι προειδοποιήσεις φθάνουν στο βαθμό της τρομοκρατίας), ενώ όταν πλέον ακολούθησε η πτώση των δεικτών, ήταν πλέον πολύ αργά.

 .

Εν τούτοις, υπάρχουν και καλές ειδήσεις, ιδιαίτερα για την Ευρωζώνη και την Ελλάδα (άρθρο), εάν προσεγγίσει κανείς αυτά που συμβαίνουν από μία διαφορετική οπτική γωνία. Όταν δε γνωρίζει πως η επίλυση της κρίσης είναι αδύνατη εάν δεν επιστρέψει η αισιοδοξία, έστω σε κάποιο βαθμό, τότε αδυνατεί να κατανοήσει γιατί τα μέσα μαζικής ενημέρωσης επιμένουν τόσο πολύ στις αρνητικές αναφορές τους.

Απλά και μόνο το ότι, με το συγκεκριμένο τρόπο κερδίζουν την προσοχή του κοινού τους, ενδεχομένως νέους «οπαδούς», δεν μπορεί να δικαιολογήσει τη στάση τους. Άλλωστε, όση ακροαματικότητα ή αναγνώστες και αν εξασφαλίσουν, δεν πρόκειται να αντιμετωπίσουν τα οικονομικά τους προβλήματα – η επίλυση των οποίων απαιτεί την αύξηση της ευημερίας των ανθρώπων, στους οποίους απευθύνονται. Η τρομοκρατία που ασκούν κλιμακώνει την εύλογη απαισιοδοξία, εκμηδενίζει τις όποιες προοπτικές για το μέλλον και τελικά οδηγεί τις κοινωνίες στο γκρεμό, μαζί με αυτούς που τις «ενημερώνουν».

.

Η γερμανική υστερία

Συνεχίζοντας, επειδή δεν θέλουμε να επικεντρωνόμαστε στην Ελλάδα, εάν άκουγε κανείς τα γερμανικά ΜΜΕ την προηγούμενη εβδομάδα, θα πίστευε πως τα πρόσφατα μέτρα της ΕΚΤ ξάφνιασαν τους ειδικούς, παρά το ότι ήταν γνωστά από αρκετό καιρό πριν.

Επίσης πως επίκειται ένας καταστροφικός υπερπληθωρισμός, ότι τα χαμηλά επιτόκια, σε συνδυασμό με την αύξηση της ποσότητας χρήματος θα «ληστέψουν» τους γερμανούς αποταμιευτές, πως ο διοικητής της ΕΚΤ ενδιαφέρεται αποκλειστικά και μόνο για τη διάσωση της πατρίδας του, τη Ιταλίας κοκ.

Ο διοικητής της ΕΚΤ όμως, στη συνέντευξη Τύπου που έδωσε στις 4 Σεπτεμβρίου του 2014, παραλέχθηκε πως ο πληθωρισμός έχει πάψει πλέον να είναι «αγκυροβολημένος» στο 2%, με την πτωτική, μεσοπρόθεσμη τάση του να είναι πλέον αναμφισβήτητη. Επομένως, τα μέτρα που αποφασίσθηκαν, δεν ήταν ούτε υπερβολικά, ούτε μη αναμενόμενα. Πόσο μάλλον όταν η μείωση των βασικών επιτοκίων από το 0,15% στο 0,05% είναι ασφαλώς συμβολική, αφού ουσιαστικά δεν αλλάζει τίποτα.

Ο διπλασιασμός δε του «επιτοκίου τιμωρίας» στο -0,2% για τα χρήματα που «παρκάρουν» οι εμπορικές τράπεζες στην ΕΚΤ, μπορεί να θεωρηθεί μόνο ως μία «κραυγή απόγνωσης» της κεντρικής τράπεζας, παρά ως ένα «θαυματουργό μέτρο». Δεν είναι δηλαδή σε καμία περίπτωση ένα φάρμακο που θα θεράπευε «ως δια μαγείας» την έλλειψη εμπιστοσύνης των ευρωπαϊκών τραπεζών μεταξύ τους, με αποτέλεσμα να αρχίσουν να δανείζουν η μία την άλλη – ή να αυξήσουν τις πιστώσεις τους προς την πραγματική οικονομία.

Η κριτική λοιπόν που θα έπρεπε ίσως να ασκηθεί στην ΕΚΤ, όφειλε να αφορά την ανεπάρκεια των μέτρων που λήφθηκαν, όσον αφορά την καταπολέμηση του αποπληθωρισμού. Σε καμία περίπτωση τους κινδύνους υπερπληθωρισμού που δήθεν ενέχει, πόσο μάλλον με στόχο την τρομοκράτηση των Ευρωπαίων, η οποία έχει ξεπεράσει ήδη αρκετά τα ανώτατα όρια της ανευθυνότητας.

Περαιτέρω, «έξαλλα» τα γερμανικά ΜΜΕ, μαζί με την «άμεμπτη ηθικά» κεντρική τράπεζα της χώρας, η οποία ευτυχώς για τους Γερμανούς είναι κρατική και όχι ιδιωτική όπως η ΤτΕ, κατήγγειλαν το διοικητή της ΕΚΤ, ισχυριζόμενα πως προσπαθεί να διασώσει χρεοκοπημένες χώρες, όπως η Ελλάδα και η Ιταλία, με την αγορά «δανειακών τίτλων» των εμπορικών τραπεζών (ABS).

Η ΕΚΤ βέβαια δεν σχεδιάζει να αγοράσει επικίνδυνα αξιόγραφα, αλλά «χαρτιά» υψηλής πιστοληπτικής αξιολόγησης, με στόχο να αυξήσει τη ρευστότητα των τραπεζών – έτσι ώστε αυτές να δανείσουν την πραγματική οικονομία. Εάν όμως η ΕΚΤ αρνηθεί να υιοθετήσει τα συγκεκριμένα μέτρα, λόγω ρίσκου, τότε πώς θα μπορούσε να απαιτήσει από τις εμπορικές τράπεζες να αναλάβουν κινδύνους, τους οποίους η ίδια θα θεωρούσε υπερβολικούς;

Η κινδυνολογία λοιπόν, καθώς επίσης η κριτική των ΜΜΕ, χωρίς μέτρο και λογική στην κεντρική τράπεζα, η οποία προσπαθεί μόνη της να καλύψει τα τεράστια κενά της ανεπαρκούς πολιτικής ηγεσίας της Ευρωζώνης, όχι μόνο δεν βοηθάει κανέναν αλλά, αντίθετα, επιδεινώνει σε μεγάλο βαθμό τα προβλήματα του κοινού νομίσματος.

To άρθρο αποτελείται από 2 Σελίδες (…)

Οι αστέρες οικονομολόγοι

Μία δεύτερη πηγή τρομοκρατίας, η φωνή της οποίας εντείνεται ξανά από τα ΜΜΕ, είναι ορισμένοι οικονομολόγοι της Γερμανίας οι οποίοι, αντί να «μάχονται» για την  χώρα τους με οικονομικά κριτήρια, όπως αρμόζει στο επάγγελμα τους, επιλέγουν τα νομικά – κυρίως τις απαγορεύσεις της συμφωνίας του Μάαστριχτ, οι οποίες αφορούν την αλληλεγγύη των κρατών μεταξύ τους.

Ειδικότερα, ο κ. H.W. Sinn ο οποίος, μεταξύ άλλων ανοησιών, έχει «προτείνει» την έξοδο της Ελλάδας από το ευρώ, έτσι ώστε να εξυγιανθεί μέσω της υιοθέτησης της δραχμής (!), κατηγόρησε με άρθρο του την ΕΚΤ (πηγή), ισχυριζόμενος πως η σχεδιαζόμενη αγορά ιδιωτικών ομολόγων είναι παράνομη – επειδή πρόκειται για μία «καλυμμένη» κρατική χρηματοδότηση, η οποία απαγορεύεται στην κεντρική τράπεζα.

Επειδή λοιπόν απαγορεύθηκε στην ΕΚΤ από το Συνταγματικό Δικαστήριο της Γερμανίας να αγοράζει κρατικά ομόλογα, ο καθηγητής οικονομικών του πανεπιστημίου του Μονάχου πιστεύει ότι, η απόφαση αυτή συμπεριλαμβάνει κάθε είδους μέτρα «ποσοτικής διευκόλυνσης», τα οποία θα έκρινε απαραίτητα η ΕΚΤ, για την επιστροφή της Ευρωζώνης σε πορεία ανάπτυξης (μέσω του περιορισμού των μακροπρόθεσμων επιτοκίων κλπ.).

Με την ίδια ελαφρότητα ο «οικονομικός αστέρας» αντικρούει τους φόβους της ΕΚΤ, όσον αφορά τους κινδύνους αποπληθωρισμού, ισχυριζόμενος πως αφενός μεν αυξάνονται οι τιμές των προϊόντων, αφετέρου ότι οι μειώσεις των τιμών είναι απαραίτητες στην ευρωπαϊκή περιφέρεια, για την αύξηση της ανταγωνιστικότητας της!

Δεν αναφέρει βέβαια πως σε μία τέτοια περίπτωση, οι τιμές των προϊόντων στη Γερμανία θα αυξάνονταν πολύ περισσότερο, για να εξισορροπηθούν οι αποπληθωριστικές τάσεις, οι οποίες θα προέρχονταν από τη Νότια Ευρώπη.

Αποσιωπά δε το γεγονός ότι, η αποπληθωριστική πολιτική της Γερμανίας, η οποία δρομολογήθηκε το 2000 (σημαντικές μειώσεις των πραγματικών αμοιβών των εργαζομένων κλπ.), ήταν αυτή που οδήγησε την ευρωπαϊκή περιφέρεια στην παγίδα – με αποτέλεσμα να μειώνονται σήμερα ακόμη και οι ονομαστικές αμοιβές των εργαζομένων.

Ανόητη είναι επίσης η έμμεση αναφορά του στο ότι, στόχος της ΕΚΤ είναι να μεταφερθούν τα χρήματα των ευρωπαίων φορολογουμένων, στους δανειστές των χωρών της νοτίου Ευρώπης – στα «δυστυχή άτομα και στις κακόμοιρες επιχειρήσεις», σύμφωνα με τα λόγια του, σε ελεύθερη μετάφραση.

Όλα αυτά δεν συντελούν σίγουρα στη σωστή ενημέρωση του γερμανικού λαού, ο οποίος δεν είναι φυσικά εξοικειωμένος με τα οικονομικά, ούτε γνωρίζει τις ακριβώς επιδιώκει ο καθένας, με τις δημόσιες αναφορές του. Αντίθετα, δημιουργεί δικαιολογημένα εχθρότητα στους περισσοτέρους Γερμανούς, οι οποίοι δεν ανησυχούν λιγότερο για το μέλλον τους από τους Έλληνες ή από τους Ιταλούς.

.

Η πραγματικότητα

Ειδικά στο θέμα των επιτοκίων, είναι αυτονόητο το ότι, δεν αποτελούν πρόβλημα για τους μικρούς καταθέτες – για την πλειοψηφία δηλαδή των ανθρώπων, οι αποταμιεύσεις των οποίων είναι αρκετά περιορισμένες, ενώ δεν ζουν σίγουρα από τους τόκους.

Αποτελούν όμως πρόβλημα για τις μεγάλες ασφαλιστικές εταιρείες, καθώς επίσης για τους επαγγελματίες επενδυτές οι οποίοι, διαχειριζόμενοι τις περιουσίες των πλουσίων, τοποθετούν ένα μεγάλο μέρος τους σε έντοκες τραπεζικές καταθέσεις.

Ειδικά αυτοί οι επενδυτές, σε αντίθεση με τους κερδοσκόπους, δεν βλέπουν με καθόλου καλό μάτι το μηδενισμό των επιτοκίων, καθώς επίσης την «εκτύπωση» νέων χρημάτων – επειδή αφενός μεν μειώνονται τα εισοδήματα τους, αφετέρου η αγοραστική αξία των χρημάτων τους.

Γνωρίζοντας δε την ευαισθησία του γερμανικού λαού, ο οποίος αφενός μεν έχει βιώσει δύο καταστροφικούς υπερπληθωρισμούς, αφετέρου διατηρεί ένα μεγάλο μέρος των περιουσιακών του στοιχείων με τη μορφή καταθέσεων (40,1% – γράφημα), προσπαθούν να τον «ξεσηκώσουν» με διάφορους τρόπους.

 .

Η κατανομή της περιουσίας των Γερμανών, όπου «Geldvermogen» το ποσοστό της περιουσίας υπό την μορφή χρημάτων (1991 στο 35,8%, 2011 στο 40,1%).

 .

Ένας από αυτούς είναι οι αναφορές ορισμένων οικονομολόγων που προβάλλονται από τα ΜΜΕ, τα οποία έτσι και αλλιώς υπηρετούν την ελίτ (εξαγορασμένοι χειραγωγείς), όπως συμβαίνει σε πολλές άλλες χώρες.

Η διαδικασία αυτή θα μπορούσε να εμποδιστεί από τους οικονομολόγους που δεν ευρίσκονται «στο μισθολόγιο της ελίτ». Οι περισσότεροι όμως από αυτούς δεν έχουν καμία διάθεση να τοποθετηθούν στο στόχαστρο, μαχόμενοι εναντίον ενός πανίσχυρου εχθρού. Αυτό σημαίνει όμως με τη σειρά του πως τελικά θα υπερισχύσει ο παραλογισμός, αντί της λογικής – οπότε ότι, το μέλλον της Ευρωζώνης θα γίνει ακόμη πιο αβέβαιο.

Exit mobile version