
Οι σύγχρονοι οικονομικοί πόλεμοι διαφέρουν σημαντικά από τους συμβατικούς (σύγχρονους και μη), καθώς τα θύματα είναι πολλά (περιθωριοποίηση), ενώ τα πραγματικά κεφαλαιακά αποθέματα (υλικά) και οι υποδομές δεν παρουσιάζουν ζημίες.
(To άρθρο αποτελείται από 2 Σελίδες)
.
Η Ευρώπη κατάφερε να αναπτυχθεί περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη ήπειρο, κυριαρχώντας στον πλανήτη για πολλούς αιώνες. Οι ερμηνείες της εξέλιξης αυτής, το που στηριζόταν δηλαδή, είναι συνήθως οι εξής:
.
(α) Στους τεχνολογικούς νεωτερισμούς οι οποίοι, με τη μορφή της βιομηχανικής επανάστασης μετά το 18ο αιώνα, αύξησαν σε μεγάλο βαθμό την παραγωγικότητα και εξ αυτής τα εισοδήματα στην Ευρώπη.
(β) Στους θεσμούς, στη δημιουργία του Κράτους Δικαίου, καθώς επίσης στην προστασία της ατομικής ιδιοκτησίας – ενέργειες που εξασφάλισαν την εξέλιξη και την πρόοδο της οικονομίας.
.
Όμως, παρά το ότι τα παραπάνω επιτεύγματα είναι πολύ σημαντικά, δεν μπορούν να εξηγήσουν ικανοποιητικά την ιλιγγιώδη άνοδο της Ευρώπης, συγκριτικά για παράδειγμα με την Κίνα – μία άνοδος που ξεκίνησε, σύμφωνα με τους ιστορικούς, το έτος 1350, όπου η επιδημία της πανώλης οδήγησε στο θάνατο ένα πολύ μεγάλο μέρος του πληθυσμού της ηπείρου μας (από το ένα τρίτο έως και το 50% σε πολλές χώρες).
Εκείνη την εποχή, κατά την οποία η ανάπτυξη της οικονομίας στηριζόταν κυρίως στο συντελεστή «Φύση» (γη), ενώ το κατά κεφαλήν εισόδημα ήταν η συνάρτηση του λόγου των διαθέσιμων (αγροτικών) εκτάσεων, με τον πληθυσμό που ζούσε επάνω σε αυτές, η επιδημία σήμαινε το εξής:
Όλοι όσοι κατάφεραν να επιβιώσουν από το «μαύρο τέρας» ήταν πλουσιότεροι, με αυξημένο το κατά κεφαλήν εισόδημα τους – επειδή η πανώλη είχε οδηγήσει στο θάνατο «μόνο» τους ανθρώπους, χωρίς να επηρεάσει καθόλου τα διαθέσιμα «κεφαλαιακά αποθέματα».
Βέβαια, μία αύξηση του κατά κεφαλήν εισοδήματος, η οποία στηρίζεται σε τέτοιου είδους «προϋποθέσεις», δεν έχει συνήθως διάρκεια – επειδή, όταν ο πληθυσμός επανέρχεται σε φυσιολογικά επίπεδα, το εισόδημα μειώνεται ξανά, στα προηγούμενα επίπεδα ισορροπίας του.
Εν τούτοις, δεν συνέβη κάτι τέτοιο στην Ευρώπη, αφού το κατά κεφαλήν εισόδημα συνέχισε να αυξάνεται τους επόμενους αιώνες – λόγω του ότι, σύμφωνα με τους ιστορικούς, οι πόλεμοι ακολούθησαν τη θανατηφόρο επιδημία.
Αναλυτικότερα, το αυξημένο κατά κεφαλήν εισόδημα, μετά την επιδημία της πανώλης, ήταν αρκετά υψηλότερο, από το επίπεδο διαβίωσης του εναπομείναντος πληθυσμού. Το γεγονός αυτό επέτρεψε στα κράτη να αυξήσουν σημαντικά τη φορολογία – όπου το 70% έως 80% των φόρων εκείνη την εποχή (1500) χρησιμοποιούταν για τη χρηματοδότηση των στρατιωτικών δαπανών.
Οι υψηλότεροι φόροι λοιπόν έδωσαν τη δυνατότητα σε πάρα πολλά μικρά κράτη της Ευρώπης να αυξήσουν δραματικά τις δαπάνες εξοπλισμού τους – προκαλώντας ένα αγώνα δρόμου μεταξύ τους, ο οποίος κλιμάκωνε συνεχώς τη στρατιωτική τους δύναμη.
Οι ιστορικοί (Voiglander & Voth) μας προειδοποιούν βέβαια ότι, δεν πρέπει να συνδέουμε σήμερα τους πολέμους με την αύξηση του βιοτικού επιπέδου – επειδή, κρίνοντας από τις εξελίξεις μετά το 1800, οι σύγχρονοι πόλεμοι οδηγούν στο θάνατο πολύ λιγότερους ανθρώπους, καταστρέφοντας παράλληλα τις υποδομές, καθώς επίσης τα κεφαλαιακά αποθέματα των κρατών.
Φυσικά όμως αναφέρονταν στους συμβατικούς σύγχρονους πολέμους και όχι στους οικονομικούς, όπου τα θύματα είναι πολλά (περιθωριοποίηση), ενώ τα πραγματικά κεφαλαιακά αποθέματα (υλικά) και οι υποδομές δεν παρουσιάζουν ζημίες.
Αυτός είναι και ο βασικός λόγος που η Ελίτ προάγει ουσιαστικά τους πολέμους αυτούς, καθώς η αύξηση του αριθμού των θυμάτων που προκαλεί ο πόλεμος, είναι άμεσα ανάλογη της αύξησης του πλούτου της.
.
Η χρηματοδότηση των οικονομικών πολέμων
Στα πλαίσια αύτα, προβλέπονται πολυάριθμοι νέοι νόμοι, καθώς επίσης κάθε είδους μέτρα, με στόχο τη μεταβίβαση του κόστους της κρίσης (του οικονομικού πολέμου δηλαδή), καθώς επίσης των δημοσίων χρεών στους Πολίτες – ενώ οι τράπεζες κοινωνικοποιούν τις ζημίες τους με τη βοήθεια της πολιτικής, η οποία «εξυπηρετεί» ανάλογα και τις μεγάλες επιχειρήσεις.
Για παράδειγμα, όλα τα ομόλογα των χωρών της Ευρωζώνης διαθέτουν πλέον μία ρήτρα δήμευσης ή αυτόματου κουρέματος. Ειδικότερα, όλα τα ομόλογα που εκδίδονται μετά το 2013 έχουν στις προϋποθέσεις τους, στο «σώμα» τους δηλαδή, την ονομαζόμενη «Ρήτρα Συλλογικής Δράσης» (Collective Action Clause). Η ρήτρα αυτή καθιστά δυνατή την αλλαγή των προϋποθέσεων έκδοσης των ομολόγων εκ των υστέρων – εάν συμφωνεί το 75% των επενδυτών.
Σε μία τέτοια περίπτωση, εάν συμφωνήσει το 75% στη διαγραφή ενός μέρους της αξίας τους, για παράδειγμα, ή στο μηδενισμό των επιτοκίων τους (αποδόσεων), τότε η συμφωνία είναι δεσμευτική για όλους τους υπολοίπους κατόχους των ομολόγων. Με τον τρόπο αυτό είναι δυνατόν οι ιδιοκτήτες των ομολόγων να χάσουν αναδρομικά, σε περίπτωση ανάγκης, τα χρήματα τους, χωρίς να απαιτείται η συμφωνία τους – επομένως, να δημευθούν ακούσια τα περιουσιακά τους στοιχεία.
Φυσικά αρκετοί θα έλεγαν πως δεν έχουν στην κατοχή τους ομόλογα του δημοσίου. Ξεχνούν όμως ή δεν γνωρίζουν πως οι ασφάλειες ζωής που τυχόν έχουν συνάψει, τα συνταξιοδοτικά τους ταμεία, τα επενδυτικά κεφάλαια που ενδεχομένως συμμετέχουν κοκ., έχουν στα χαρτοφυλάκια τους ομόλογα του δημοσίου – οπότε είναι και οι ίδιοι έμμεσοι ιδιοκτήτες, χωρίς καν να το γνωρίζουν.
Με δεδομένο δε το ότι, αρκετές κεντρικές τράπεζες της Ευρωζώνης διαχειρίζονται χρήματα ασφαλιστικών ή συνταξιοδοτικών ταμείων, δημοσίων οργανισμών κοκ., τα οποία συνήθως τοποθετούν σε ομόλογα του δημοσίου (ακόμη και όταν γνωρίζουν πως θα κουρευτούν, όπως στο παράδειγμα της ΤτΕ), η ρήτρα έχει ιδιαίτερη σημασία – πόσο μάλλον όταν τα ελλείμματα και τα χρέη πολλών χωρών, έχουν ξεφύγει από τον έλεγχο.
To άρθρο αποτελείται από 2 Σελίδες (…)
Δήμευση καταθέσεων
Στη περίπτωση τώρα, που μια χώρα δεν καταφέρει να «επιβιώσει» από τις οικονομικές επιθέσεις που δέχεται χρηματοδοτώντας τις προσπάθειές τις με έμμεσους τρόπους (όπως αναφέραμε στο παραπάνω παράδειγμα), προωθείται το σχέδιο Β, δηλαδή η άμεση πλέον «χρηματοδότηση» ή αλλιώς, η δήμευση καταθέσεων.
Σύμφωνα με την τακτική που ακολουθείται, η Ευρώπη λόγου χάρη θα επιβάλλει βήμα προς βήμα τη φορολογία των καταθέσεων – κατά τουλάχιστον 10%, όπως πρότεινε το ΔΝΤ ήδη από το 2013. Στην προκειμένη περίπτωση, η Ισπανία αποτελεί το πειραματόζωο – όπως στο παρελθόν η Κύπρος και προηγουμένως, για άλλους λόγους, η Ελλάδα.
Συνεχίζοντας, εάν αδιαφορήσουν όλες οι υπόλοιπες χώρες σχετικά με το τι συμβαίνει στην Ισπανία, θεωρώντας πως η φωτιά αφορά το γείτονα και θα σταματήσει στο σπίτι του, η δήμευση θα αρχίσει να επιβάλλεται στη μία μετά την άλλη – σταδιακά και με συνεχώς υψηλότερους συντελεστές.
Φυσικά θα αφορά μόνο τις κατώτερες εισοδηματικές τάξεις, τους μικρούς καταθέτες δηλαδή, όπως συμβαίνει και με όλους σχεδόν τους υπόλοιπους άμεσους φόρους – αφού η ελίτ διαθέτει χιλιάδες τρόπους και προνόμια, τα οποία την διευκολύνουν στην νόμιμη αποφυγή των φόρων.
Σε κάθε περίπτωση, η επιβολή της νέας φορολόγησης είναι ένας πολύ κακός οιωνός – αφού, όταν υιοθετηθεί για πρώτη φορά, μπορεί στη συνέχεια να αυξάνεται κατά το δοκούν. Πόσο μάλλον όταν το μεγάλο πλεονέκτημα του κράτους εδώ έγκειται στο ότι, έχει τη δυνατότητα να εισπράττει το φόρο απ’ ευθείας από τις τράπεζες – χωρίς να περιμένει τις φορολογικές δηλώσεις των Πολιτών του.
Παράλληλα όμως, η δήμευση καταθέσεων, αποτελεί κακό οιωνό και όσον αφορά την «έκβαση του πολέμου», αφού υποδηλώνει μια μορφή ήττας και την ανάγκη για άμεση πλέον δέσμευση πόρων με αντισυνταγματικό και αντιδημοκρατικό τρόπο.
.
Επίλογος
Η συνεχιζόμενη συσχέτιση και αλληλοεξάρτηση της οικονομικής «κρίσης» που έχει δημιουργηθεί μεταξύ ΗΠΑ και Ευρώπης, υποδηλώνει πως η Ελίτ διατηρεί κυρίαρχη επιρροή στις δύο αυτές ηπείρους. Αντιθέτως, η Ρωσία και η Κίνα, με κεντρικά κατευθυνόμενες οικονομίες και διοίκηση, δεν έχουν επιτρέψει (ίσως ακόμη) την είσοδο της.
Ο επικοινωνιακός και οικονομικός πόλεμος που βρίσκεται σε εξέλιξη, είναι σχεδόν αποκλειστικό δημιούργημα της Ελίτ, με σκοπό την περαιτέρω αύξηση του πλούτου και της επιρροής της.
Στα πλαίσια αυτά, η «διάσωση» των Τραπεζών, θυμίζει περισσότερο την αναχρηματοδότηση των οικονομικών όπλων μαζικής καταστροφής, παρά τη διατήρηση του τραπεζικού συστήματος με απώτερο σκοπό τη προώθηση της ανάπτυξης και η ευημερίας των λαών.
.
Ευρωζώνη – δάνεια προς τον ιδιωτικό τομέα
.
Αυτό άλλωστε επιβεβαιώνεται και από το γεγονός, πως τα δάνεια προς επιχειρήσεις είναι ελάχιστα σε σύγκριση με τη χρηματοδότηση που έχουν λάβει οι Τράπεζες. Και κατ’ επέκτασιν δεν μπορεί κανείς παρά να συμπεράνει, πως ο πόλεμος χάνεται και πως η δήμευση της περιουσίας των πολιτών θα συνεχιστεί.
.
