
Η καταπολέμηση της θανατηφόρου ασθένειας της συνεχούς μείωσης των τιμών, απαιτεί μία «θεραπεία σοκ» η οποία, εάν δεν αποφασιστεί έγκαιρα, δεν έχει πιθανότητες επιτυχίας – ενώ τα μετρητά χρήματα είναι βασιλιάς σε μία τέτοια εποχή
(To άρθρο αποτελείται από 3 Σελίδες)
.
“Τον Ιούνιο του 1989 στην Αργεντινή, με το μηνιαίο πληθωρισμό να ξεπερνάει το 100%, η λαϊκή οργή ήταν έτοιμη να εκραγεί. Ήδη τον Απρίλιο, όπου στο εθνικό νομισματοκοπείο της χώρας είχε εξαντληθεί το χαρτί που τύπωνε χρήματα, οι πελάτες ενός σούπερ μάρκετ στην πρωτεύουσα της, είχαν αναποδογυρίσει τα καρότσια με τα ψώνια, μόλις η διεύθυνση ανακοίνωσε από το μικρόφωνο πως όλες οι τιμές θα αυξάνονταν αμέσως και αυτομάτως κατά 30%.
Εντός του Ιουνίου, επί δύο ημέρες, τα πλήθη στη δεύτερη μεγαλύτερη πόλη της Αργεντινής βρισκόταν σε κατάσταση αμόκ, έχοντας ξεσπάσει σε έκτροπα και λεηλασίες, αφήνοντας πίσω τους τουλάχιστον δεκατέσσερις νεκρούς. Εν τούτοις, όπως και στη δημοκρατία της Βαϊμάρης, οι μεγάλοι χαμένοι εξ αιτίας του υπερπληθωρισμού δεν ήταν οι κοινοί εργάτες, οι οποίοι είχαν καλύτερη τύχη αφού οι μισθοί τους αυξάνονταν ανάλογα με τις τιμές, αλλά όσοι βασίζονταν σε σταθερές αμοιβές.
Για παράδειγμα, οι δημόσιοι υπάλληλοι, οι συνταξιούχοι, καθώς επίσης όλοι όσοι ζούσαν από τους τόκους και τις αποταμιεύσεις τους, επειδή τα χρήματα έχαναν ραγδαία την αγοραστική τους αξία. Όπως ακριβώς δε συνέβαινε τη δεκαετία του 1920 στη Γερμανία, ωφελημένοι ήταν κυρίως όσοι είχαν δανειστεί μεγάλα ποσά, αφού ο πληθωρισμό εξάλειφε ουσιαστικά τα χρέη τους. Μεταξύ αυτών των ωφελημένων ήταν και το κράτος, αλλά μόνο για εκείνο το τμήμα του χρέους του που ήταν εκφρασμένο σε εθνικό νόμισμα.
Επειδή όμως το μεγαλύτερο μέρος του ήταν σε ξένο συνάλλαγμα, όπως το συνολικό εξωτερικό χρέος, η ωφέλεια ήταν περιορισμένη. Σε κάθε περίπτωση, το εξωτερικό χρέος, από 46 δις $ το 1983 ή 40% του ΑΕ, έφτασε στα 65 δις $ το 1989. Την επόμενη δεκαετία ξεπέρασε τα 155 δις $, οπότε η χώρα χρεοκόπησε“.
.
Ανάλυση
Ξεκίνησα με την παραπάνω εισαγωγή, για να δείξω πως ο υπερπληθωρισμός δεν αποτελεί ένα σημαντικά μικρότερο πρόβλημα για την οικονομία μίας χώρας, σε σχέση με τον αποπληθωρισμό.
Στο πρώτο μέρος τώρα του κειμένου (Αποπληθωρισμός, η θανατηφόρα νόσος), αναφέρθηκα στον «αποπληθωρισμό της ζήτησης», εξηγώντας πως αυτός είναι η εξαιρετικά επικίνδυνη, συχνά θανατηφόρα ασθένεια μίας οικονομίας. Αντίθετα, ο αποπληθωρισμός της προσφοράς, σε συνθήκες πλήρους απασχόλησης, θεωρείται θετικό νέο για ένα κράτος.
Αναφέρθηκα επίσης στη σημασία των πραγματικών επιτοκίων καταθέσεων ή δανεισμού, αφού αυτά είναι που διαδραματίζουν το σημαντικότερο ρόλο. Ολοκλήρωσα δε το κείμενο, γράφοντας πως η συμβατική νομισματική πολιτική έχει φτάσει πια στο τέλος της, αφού έχουν σχεδόν μηδενιστεί τα βασικά επιτόκια, οπότε η μοναδική πλέον δυνατότητα των κεντρικών τραπεζών είναι η υιοθέτηση μη συμβατικών μέτρων, με απροσδιόριστα αποτελέσματα.
Αυτό κάνουν ήδη οι Η.Π.Α., μετά το ξέσπασμα της χρηματοπιστωτικής κρίσης, «τρέμοντας» κυριολεκτικά μήπως ανεβούν τα επιτόκια δανεισμού τους (ομόλογα), αφού οι τόκοι απορροφούν ένα τεράστιο μέρος των εσόδων τους (880 δις $, διάγραμμα). Με δεδομένο δε το ότι, αναφέρονται έντεχνα σε έναν πλασματικό ρυθμό ανάπτυξης, μέσω της συνεχούς χειραγώγησης των στατιστικών, επειδή θέλουν να δημιουργήσουν «πληθωριστικές προσδοκίες» στους Πολίτες τους (ερμηνεία στη συνέχεια του κειμένου), βαδίζουν ήδη στην κόψη του ξυραφιού.
.
ΗΠΑ – οι καθαροί ετήσιοι τόκοι ύψους 880 δις $, που απορροφούν ένα τεράστιο μέρος των εσόδων της χώρας. Αντίστοιχα 240 δις $, αποτελούν τις ετήσιες δαπάνες για κρατικές υπηρεσίες όπως η NASA, το FBI, οι φυλακές κλπ.
.
Συνεχίζοντας, δεν πρέπει να παραλειφθεί το ότι, ο αποπληθωρισμός της ζήτησης οφείλεται κυρίως στη συγκέντρωση πλούτου, στα χέρια μίας μικρής μειοψηφίας (1%). Επομένως, στην λανθασμένη αναδιανομή των εισοδημάτων από τους φτωχούς στους πλούσιους, την οποία διευκόλυναν τα καινούργια, μη συμβατικά μέτρα των κεντρικών τραπεζών.
Εδώ εννοώ την «ποσοτική διευκόλυνση» (QE), την οποία ξεκίνησε η Fed, αυξάνοντας την ποσότητα χρήματος, με τελικό αποδέκτη των νέων χρημάτων τις χρηματιστηριακές αγορές και όχι την πραγματική οικονομία (η σχετικά ανάλογη πολιτική που εφαρμόστηκε μετά το 1933, είχε διαφορετικούς αποδέκτες).
Η συγκέντρωση πλούτου στους λίγους, οι οποίοι φυσικά δεν μπορούν να δαπανήσουν τα τεράστια ποσά που έχουν στη διάθεση τους, προφανώς δεν αυξάνει την κατανάλωση. Από την άλλη πλευρά, η απώλεια των εισοδημάτων της πλειοψηφίας των ανθρώπων, έχει σαν αποτέλεσμα τη μείωση της κατανάλωσης, η οποία προκαλεί ουσιαστικά τον αποπληθωρισμό της ζήτησης.
Περαιτέρω τα εξής (2η σελίδα):
To άρθρο αποτελείται από 3 Σελίδες (…)
Ο αποφασιστικός ρόλος των προσδοκιών
Όταν οι κεντρικοί τραπεζίτες αναφέρονται σε κινδύνους πληθωρισμού ή αποπληθωρισμού, προσπαθούν ουσιαστικά να προβλέψουν τη μελλοντική εξέλιξη των τιμών των προϊόντων: των «οικονομικών αντικειμένων» κατά τη δική τους ορολογία. Η αιτία είναι το ότι, σε σχέση με τη διαμόρφωση των τιμών στο μέλλον, δεν έχει πρωταρχική σημασία ο υφιστάμενος πληθωρισμός ή αποπληθωρισμός, επειδή οι μετρήσεις δείχνουν μία εικόνα του παρελθόντος.
Αυτό που έχει σημασία είναι ποιές τιμές θα επικρατήσουν μελλοντικά στις αγορές, όσον αφορά τα προϊόντα και τους μισθούς. Εάν τώρα τα «οικονομικά υποκείμενα» (εργοδότες και εργαζόμενοι) προβλέπουν μία αύξηση της τάξης του 2%, έναν ελαφρύ πληθωρισμό δηλαδή, τότε θα αναμορφώσουν ανάλογα τις τιμές των προϊόντων, καθώς επίσης τους μισθούς.
Το ίδιο συμβαίνει και στην περίπτωση του αποπληθωρισμού, όπου όμως συναντάται ένα επί πλέον πρόβλημα, όπως θα φανεί στο τέλος του συγκεκριμένου μέρους του κειμένου: η ανελαστικότητα των μισθών. Σε κάθε περίπτωση, η εξέλιξη των τιμών στο παρελθόν επηρεάζει μεν σε μεγάλο βαθμό τις μελλοντικές προσδοκίες, εξαρτάται όμως επίσης τόσο από την πολιτική των κεντρικών τραπεζών, όσο και από τον τρόπο, με την οποία την επικοινωνούν.
Το τελευταίο μπορεί να διαπιστωθεί από τον καθένα, εάν ακούσει την εκάστοτε ομιλία ενός κεντρικού τραπεζίτη, την οποία οι αγορές (τα ΜΜΕ κλπ.) προσπαθούν κάθε φορά να ερμηνεύσουν, με στόχο τη σωστή πρόβλεψη των μελλοντικών του κινήσεων.
Περαιτέρω, τόσο οι μη επαναλαμβανόμενες «επιρροές» στις τιμές, από γεγονότα δηλαδή που συμβαίνουν μία μόνο φορά, όσο και οι έντονες διακυμάνσεις τους (όπως, για παράδειγμα, οι καθοδικές και ανοδικές «εξάρσεις» στις τιμές της ενέργειας ή των τροφίμων), επηρεάζουν πολύ λίγο τις μελλοντικές προσδοκίες.
Όταν τώρα η εξέλιξη των τιμών, έτσι όπως προσμετρείται τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο, διαφέρει από αυτήν του παρελθόντος ή από εκείνη που επεδίωκαν οι κεντρικές τράπεζες (για παράδειγμα, η πρόσφατη μεγάλη πτώση του πληθωρισμού της Ευρωζώνης, ο οποίος έχει ξαφνικά μειωθεί σε επίπεδα που πλησιάζουν τον αποπληθωρισμό, διαψεύδοντας ουσιαστικά τις προβλέψεις της ΕΚΤ), τότε συνεχίζει να μην αποτελεί πρόβλημα, εάν θεωρηθεί ως «περιστασιακή».
Δηλαδή, εάν οι προσμονές που αφορούν τη μελλοντική εξέλιξη των τιμών δεν αλλάξουν, παραμένοντας εντός των πλαισίων που έχουν προβλέψει οι κεντρικές τράπεζες, τότε δεν υπάρχει κανένας λόγος ανησυχίας. Προφανώς δε, οι «θεματοφύλακες του νομίσματος» δεν διαφοροποιούν τη μονεταριστική πολιτική τους, αφού πιστεύουν πως η διαπιστούμενη εξέλιξη των τιμών είναι περιστασιακή και μη επαναλαμβανόμενη.
Εάν όμως θεωρήσουν πως η τάση που διαμορφώνεται οδηγεί μελλοντικά σε αποπληθωρισμό, όπως συμβαίνει στην Ευρωζώνη (ή σε έναν συνεχώς μεγαλύτερο πληθωρισμό, όπως τη δεκαετία του 1970), τότε αναφερόμαστε στα «αποτελέσματα δευτέρου γύρου».
Αναλυτικότερα, κατά τη διάρκεια του «πρώτου γύρου», οι περιστασιακές αρχικά διακυμάνσεις των τιμών, οδήγησαν τις επιχειρήσεις να διαμορφώσουν ανάλογα τις τιμές πώλησης τους, καθώς επίσης τους εργαζομένους, όσον αφορά τους μισθούς τους.
Αυτό είχε σαν επακόλουθο (δεύτερος γύρος) τη μείωση του πληθωρισμού, με κατεύθυνση τον αποπληθωρισμό (ή το μεγάλο πληθωρισμό), επειδή η τάση ενισχύθηκε, παύοντας να είναι περιστασιακή. Επομένως, θα πρέπει να καταπολεμηθεί, πριν είναι ακόμη πολύ αργά.
Η καταπολέμηση αυτή γίνεται τόσο πραγματικά (με την αύξηση της ποσότητας χρήματος, με τη μείωση των βασικών επιτοκίων κοκ.), όσο και επικοινωνιακά, με την έννοια πως ο κεντρικός τραπεζίτης θα πρέπει να πείσει: να δημιουργήσει προσδοκίες αντιστροφής της τάσης, οπότε πληθωρισμού.
Απαιτείται λοιπόν μία «θεραπεία σοκ», η οποία είναι πολύ δυσκολότερη στην περίπτωση του αποπληθωρισμού, συγκριτικά με αυτήν του πληθωρισμού. Η αιτία είναι κυρίως το ότι, μία κεντρική τράπεζα μπορεί να αυξάνει τα βασικά επιτόκια της στο διηνεκές και κατά το δοκούν, για να καταπολεμήσει τον πληθωρισμό. Όταν όμως τα μειώνει, με στόχο την καταπολέμηση του αποπληθωρισμού, ο μηδενισμός τους είναι το ανώτατο όριο.
Μπορεί φυσικά να υιοθετήσει μη συμβατικά μέτρα, όπως τα αρνητικά βασικά επιτόκια που ακούγονται σήμερα, αλλά κανένας δεν γνωρίζει τα αποτελέσματα τους. Δύσκολα φυσικά μπορεί να φανταστεί κανείς πως οι καταθέτες θα αποταμίευαν μακροπρόθεσμα τα χρήματα τους, πληρώνοντας ένα ορισμένο επιτόκιο, αντί να εισπράττουν τόκους. Πόσο μάλλον οι εισοδηματικά ισχυροί, οι οποίο έχουν εναλλακτικές επιλογές σε άλλες χώρες του πλανήτη.
.
Η «αποθήκευση» χρημάτων
Όπως αναφέρθηκε στο πρώτο μέρος του κειμένου, ο αποπληθωρισμός, από την οπτική γωνία των ανθρώπων, φαίνεται αρχικά ωφέλιμος, επειδή αυξάνει τα πραγματικά τους εισοδήματα, με την έννοια πως η αγοραστική αξία των χρημάτων τους γίνεται μεγαλύτερη.
Εν τούτοις, ο «πληθωρισμός της ζήτησης», τον οποίο διαπραγματεύομαι εδώ θωρώντας τον θανατηφόρο ασθένεια, δεν προκαλεί μία συγκυριακή πτώση των τιμών, αλλά μία διαρκή, καθώς επίσης μία αναμενόμενη πτώση. Σε αυτή την περίπτωση, το κίνητρο των ανθρώπων να μην δαπανούν τα χρήματα τους, αλλά να τα «αποθηκεύουν» είναι μεγάλο, αφού γίνονται συνεχώς πολυτιμότερα (κερδίζουν σε αξία). Οι επιχειρήσεις με τη σειρά τους έχουν επίσης ένα μεγάλο κίνητρο να αναβάλλουν τις επενδύσεις τους, αφού τα μηχανήματα φθηναίνουν συνεχώς, ενώ η ζήτηση για τα προϊόντα τους μειώνεται.
Οι δύο αυτές συνιστώσες όμως περιορίζουν ακόμη περισσότερο τη συνολική ζήτηση, κλιμακώνοντας την ανεργία. Με απλούστερα λόγια, αυτό που σε ατομικό επίπεδο είναι ορθολογικό οδηγεί, εάν υιοθετηθεί από όλους μαζί, σε μία οικονομική καταστροφή: σε έναν καθοδικό σπειροειδή κύκλο ύφεσης, ο οποίος καταλήγει στο χάος.
Μόνο εάν η κεντρική τράπεζα μπορέσει να δημιουργήσει «πληθωριστικές αναμονές» (όπως η Fed στην ανάλυση «Το αμερικανικό πείραμα»), υπάρχει η δυνατότητα να επιτύχει κάποια θετικά αποτελέσματα. Αυτό προσπαθεί από αρκετό καιρό η Τράπεζα της Ιαπωνίας, χωρίς να τα καταφέρνει, με την ΕΚΤ να την ακολουθεί σήμερα.
Η εναλλακτική λύση είναι η δημοσιονομική πολιτική (ελαφρύνσεις στους φόρους, επιδότηση των επενδύσεων κλπ.), καθώς επίσης η ενδυνάμωση των εξαγωγών, με τη βοήθεια της μείωσης της ισοτιμίας του νομίσματος (κάτι που επίσης υιοθετήθηκε από την Ιαπωνία, ενώ προσπαθεί η ΕΚΤ).
.
Η αύξηση του χρέους
Ο αποπληθωρισμός είναι απόλυτα καταστροφικός, όταν τα χρέη είναι πολύ υψηλά, ενώ η «έλευση» του διευκολύνεται σε χώρες που είναι βυθισμένες σε μία ύφεση ισολογισμών (ανάλυση). Με βάση την προηγούμενη αναφορά μου στα πραγματικά επιτόκια, η αιτία της αύξησης των χρεών σε εποχές αποπληθωρισμού, είναι πολύ απλή: ένας σταθερά μειούμενος πληθωρισμός, πόσο μάλλον ένας αποπληθωρισμός, αυξάνουν τα πραγματικά επιτόκια δανεισμού και επομένως το κόστος για την εξυπηρέτηση των χρεών, σε όρους αγοραστικής αξίας των χρημάτων.
Αυτό σημαίνει πως ένα συνεχώς μεγαλύτερο μέρος του εισοδήματος χρησιμοποιείται για την εξυπηρέτηση του χρέους, με αποτέλεσμα να μειώνεται η κατανάλωση, να αναβάλλονται οι επενδύσεις και να περιορίζεται περαιτέρω η ζήτηση. Ο περιορισμός της ζήτησης είναι επί πλέον σε αυτόν που προκαλείται από τις αιτίες που αναφέρθηκαν παραπάνω.
Η ανελαστική μείωση των ονομαστικών αμοιβών
Συνήθως οι ονομαστικοί μισθοί δεν μειώνονται, κατά τη διάρκεια του αποπληθωρισμού, επειδή οι εργαζόμενοι δεν το αποδέχονται. Μοναδική εξαίρεση εδώ έχουν αποτελέσει το τελευταίο χρονικό διάστημα εκείνες οι χώρες της Ευρωζώνης, στις οποίες εισέβαλλε το ΔΝΤ, επιβάλλοντας την ονομαζόμενη «εσωτερική υποτίμηση».
Σε γενικές γραμμές όμως αυτό δεν συμβαίνει, με αποτέλεσμα να αυξάνεται ακόμη περισσότερο η ανεργία, επειδή για τις επιχειρήσεις οι πραγματικοί μισθοί (ονομαστικοί συν αποπληθωρισμός) αυξάνονται. Αυτό δεν σημαίνει βέβαια πως η λύση στο πρόβλημα του αποπληθωρισμού είναι η μείωση των ονομαστικών αμοιβών ή πως η ανεργία μπορεί να καταπολεμηθεί με αυτόν τον τρόπο.
Η αιτία είναι πως η μείωση των ονομαστικών αμοιβών περιορίζει ακόμη περισσότερο τη ζήτηση, οπότε ουσιαστικά εντείνει το πρόβλημα. Αντίθετα, η ανελαστικότητα των μισθών είναι αυτή που προστατεύει τελικά μία οικονομία, από τον κίνδυνο να αυξάνεται συνεχώς το ποσοστό του αποπληθωρισμού, όπως συμβαίνει με τον πληθωρισμό.
Απλούστερα, ο αποπληθωρισμός σπάνια παρουσιάζει διψήφια ποσοστά, σε αντίθεση με τον πληθωρισμό, τα ποσοστά του οποίου μπορούν να αυξάνονται στο διηνεκές (διψήφια, τριψήφια κλπ.), καταστρέφοντας εντελώς το νόμισμα. Το βασικότερο πρόβλημα λοιπόν του αποπληθωρισμού είναι η ανεργία, ενώ του πληθωρισμού οι τιμές. Στο γράφημα που ακολουθεί φαίνονται μερικά από τα αποτελέσματα του αποπληθωρισμού κατά τη διάρκεια της Μεγάλης Ύφεσης στις Η.Π.Α.
.
Τα αποτελέσματα του αποπληθωρισμού (δείκτης τιμής καταναλωτή, σκούρα κόκκινη γραμμή κάτω κάτω) που έζησαν οι ΗΠΑ τη περίοδο της Μεγάλης Ύφεσης – μεταξύ των οποίων και το μεγαλύτερο πρόβλημα που προκαλεί, την ανεργία (πορτοκαλί γραμμή).
(*Πατήστε στο διάγραμμα για μεγέθυνση)
.
Τελειώνοντας, εδώ ακριβώς διαπιστώνεται πόσο εγκληματική ήταν η πολιτική της εσωτερικής υποτίμησης που επιβλήθηκε στην Ελλάδα, καθαρά από οικονομικής πλευράς, αφού οι ονομαστικοί μισθοί μειώθηκαν, αφαιρώντας από τα ελάχιστα «εργαλεία» καταπολέμησης του αποπληθωρισμού το σημαντικότερο: την ανελαστικότητα των αμοιβών.
.
Επιμύθιο
Σε μία αποπληθωριστική εποχή, το σημαντικότερο περιουσιακό στοιχείο είναι τα μετρητά χρήματα, ενώ συμφέρει η αποπληρωμή των δανείων. Οι περισσότερες άλλες επενδυτικές μορφές ή τοποθετήσεις των χρημάτων είναι ζημιογόνες, ενώ αναφέρονται αναλυτικά στο άρθρο του συναδέλφου «Πληθωρισμός ή αποπληθωρισμός» (Καταθέσεις όψεως και προθεσμιακές, Ομόλογα, Μετοχές, Ακίνητα, Χρυσός και λοιπά ευγενή μέταλλα, Εμπορεύματα, Αμοιβαία κεφάλαια, Διαπραγματεύσιμα αμοιβαία κεφάλαια, Δομημένα προϊόντα και πιστοποιητικά, Ασφάλειες ζωής, Συνταξιοδοτικά ταμεία και συνταξιοδοτικά κεφάλαια).
Για τα κράτη, ιδιαίτερα για τα υπερβολικά χρεωμένα όπως είναι σήμερα η Ελλάδα, ο αποπληθωρισμός είναι καταστροφικός, ειδικά όταν τα ονομαστικά επιτόκια είναι υψηλά, αυξανόμενα ακόμη περισσότερο με την πρόσθεση του ποσοστού του αποπληθωρισμού.
Σε μία τέτοια περίπτωση, τα κράτη είναι εκ των πραγμάτων αδύνατον να εξασφαλίσουν ποτέ ένα ρυθμό ανάπτυξης υψηλότερο των πραγματικών επιτοκίων, έτσι ώστε να μειωθεί το χρέος τους.
Επομένως, τα περί βιωσιμότητας του χρέους σήμερα (πριν από ελάχιστα έτη ήταν ακόμη εφικτή) είναι εντελώς ανεύθυνα, διασπείρουν σκόπιμα ψεύτικες ελπίδες και θα οδηγήσουν τη χώρα στην απόλυτη καταστροφή. Το ίδιο συμβαίνει και με εκείνους τους Έλληνες, οι οποίοι έχουν χρέη, είτε είναι ιδιώτες, εργαζόμενοι ή μη, είτε είναι επιχειρήσεις. Πόσο μάλλον όταν τα επιτόκια δανεισμού στην Ελλάδα συνεχίζουν να είναι αδικαιολόγητα υψηλά, αφενός μεν επειδή αυξάνονται διαρκώς οι επισφάλειες των τραπεζών, αφετέρου επειδή αποτελούν «τοκογλυφική παράδοση» στη χώρα.
Η μοναδική τώρα χώρα της Ευρωζώνης που ωφελείται σήμερα από τον αποπληθωρισμό είναι η Γερμανία, μεταξύ άλλων επειδή οι Πολίτες τους τοποθετούν ανέκαθεν τα χρήματα τους σε μετρητά. Ωφελείται επίσης από τα μέτρα λιτότητας, επειδή θεωρεί πως μόνο έτσι θα μπορέσει νε εισπράξει ένα μέρος των χρημάτων που της οφείλουν οι «εταίροι» της. Ο ορίζοντας της όμως είναι βραχυπρόθεσμος, αφού σε μακροπρόθεσμη βάση, εάν δεν μεσολαβήσουν μεγάλες αλλαγές, θα ζημιωθεί σε βαθμό που ούτε καν το φαντάζεται.
Ολοκληρώνοντας, εάν η Ευρωζώνη συνεχίσει να επιβάλλει τη γνωστή πολιτική λιτότητας χωρίς δημοσιονομικά ή άλλα αναπτυξιακά μέτρα, είναι καταδικασμένη «να διαλυθεί εις τα εξ ων συνετέθη». Πολλές χώρες της δε θα χρεοκοπήσουν νομοτελειακά, όπως επίσης αρκετές επιχειρήσεις και ιδιώτες. Εάν τώρα η προβλεπόμενη διάλυση της Ευρωζώνης συμβεί ανεξέλεγκτα, τα αποτελέσματα της θα είναι καταστροφικά για ολόκληρο τον πλανήτη.
