Site icon The Analyst

Το διπλό μέτωπο του Βουλγαρικού πολέμου

Τεντομένο-σχοινί

Η κεντρική τράπεζα θα έπρεπε να πουλήσει συναλλαγματικά αποθέματα, για να στηρίξει τη σταθερή ισοτιμία του νομίσματος – γεγονός που, σε συνδυασμό με την τραπεζική κρίση, θα την οδηγούσε στα όρια των δυνατοτήτων της

(To άρθρο αποτελείται από 2 Σελίδες)

.

Ο τρόπος, με τον οποίο μπορεί να επιτεθεί κανείς με οικονομικά όπλα εναντίον μίας χώρας, καταστρέφοντας την κυριολεκτικά, είναι σχετικά απλός – όπως φάνηκε πολύ καθαρά στο παράδειγμα της Βουλγαρίας η οποία, για εκείνο το χρονικό διάστημα που εμμένει στην κατασκευή του «ρωσικού» αγωγού, δεν θα είναι καθόλου ασφαλής.

Πόσο μάλλον όταν ο συγκεκριμένος αγωγός (ανάλυση) παρακάμπτει την Τουρκία, φτάνοντας στη Βουλγαρία μέσα από τη Μαύρη Θάλασσα – οπότε τα δυσανάλογα ανταλλάγματα, τα οποία είχαν ζητηθεί εκ μέρους της Τουρκίας, θα χάνονταν εντελώς.

Ουσιαστικά, ο επιτιθέμενος διασπείρει ψευδείς διαδόσεις, συνήθως με τη βοήθεια των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου ή σελίδων του διαδικτύου – οι οποίες «ενημερώνουν» τους Πολίτες για τους κινδύνους χρεοκοπίας μίας ή περισσοτέρων τραπεζών.

Αμέσως μετά, ξεκινούν οι πρώτες τραπεζικές επιθέσεις (Bank run), οι οποίες αυτοτροφοδοτούνται, αφού γίνονται αντιληπτές από όλους τους υπόλοιπους που δεν «ενημερώθηκαν» για το πρόβλημα, από τις χαρακτηριστικές ουρές που δημιουργούνται – με αποτέλεσμα να κορυφώνονται οι αναλήψεις εκ μέρους των καταθετών και να κινδυνεύει να χρεοκοπήσει μία τράπεζα.

Τυχόν χρεοκοπία όμως μίας τράπεζας παρασύρει νομοτελειακά την επόμενη, η οποία την έχει δανείσει – εκτός του ότι οι καταθέτες, οι οποίοι διατηρούν λογαριασμούς σε άλλες τράπεζες, σκέφτονται αργά ή γρήγορα πως και αυτές δεν είναι ασφαλείς, οπότε εντείνουν τις αναλήψεις τους, διευρύνοντας τα προβλήματα.

Θα μπορούσε βέβαια να ισχυρισθεί κανείς πως η επέμβαση της κεντρικής τράπεζας, με στόχο την ενίσχυση της ρευστότητας, καθώς επίσης οι εγγυήσεις της κυβέρνησης, δίνουν τη δυνατότητα σε μία χώρα να αμυνθεί αποτελεσματικά, απέναντι σε μία τέτοια επίθεση. Στο παράδειγμα της Βουλγαρίας, το δημόσιο αναγκάσθηκε να πουλήσει ομόλογα αξίας 630 εκ. € για να ενισχύσει τις τράπεζες, ενώ η Κομισιόν παρείχε εγγύηση ύψους 1,7 δις € για τον ίδιο λόγο.

Εάν συνειδητοποιήσουμε όμως ότι, εντός τεσσάρων μόλις ωρών οι αναλήψεις από την Corpbank ξεπέρασαν τα 400 εκ. €, θα κατανοήσουμε το αστείο μέγεθος των «αντιμέτρων» – παρά το ότι έχουν μέχρι στιγμής λειτουργήσει σε κάποιο σχετικό βαθμό στη Βουλγαρία, καθησυχάζοντας τους καταθέτες.

Συνεχίζοντας η Κομισιόν, χωρίς τις (θεωρητικές) εγγυήσεις της οποίας το τραπεζικό σύστημα της Βουλγαρίας θα είχε  ήδη καταρρεύσει, μετά από τις δύο συνεχόμενες επιθέσεις, αναγκάσθηκε να επέμβει – λόγω του ότι το 70% του συνολικού τραπεζικού συστήματος της χώρας ανήκει σε ευρωπαϊκές τράπεζες.

Ειδικότερα, η μεγαλύτερη τράπεζα της Βουλγαρίας, η Bulbank, η οποία έχει πολύ σημαντικά περιουσιακά στοιχεία, ανήκει στην ιταλική UniCredit – με μερίδιο αγοράς της τάξης του 15%. Η συγκεκριμένη τράπεζα έχει στην ιδιοκτησία της πάγια συνολικής αξίας αρκετά μεγαλύτερης από 6 δις €, διατηρεί 230 υποκαταστήματα και απασχολεί 4.000 εργαζομένους.

Η δεύτερη μεγαλύτερη τράπεζα, η DSK-Bank, ανήκει στην ουγγρική OTPBank, μετά την ιδιωτικοποίηση της το 2003 – κάτι που δεν την κάνει ιδιαίτερα ασφαλή, λόγω των αντιθέσεων της Ουγγαρίας τόσο με το ΔΝΤ, όσο και με την ΕΕ (άρθρο).

Στην Raiffeisen, στην Goldman Sachs της Αυστρίας (άρθρο), ανήκει η έκτη μεγαλύτερη τράπεζα, με περιουσιακά στοιχεία αξίας 3 δις € και 168 υποκαταστήματα. Άλλα τραπεζικά ιδρύματα, τα οποία δραστηριοποιούνται στη χώρα, είναι η γαλλική Societe Generale, καθώς επίσης οι ελληνικές Alpha Bank και Eurobank – ενώ τα μερίδια αγοράς φαίνονται στο γράφημα που ακολουθεί.

 .

Βουλγαρία – Τα μερίδια της τραπεζικής αγοράς της χώρας, που ανήκουν σε διάφορες Τράπεζες

 .

To άρθρο αποτελείται από 2 Σελίδες (…)

Συνεχίζοντας, παρά το ότι ο τραπεζικός τομέας της Βουλγαρίας θεωρείται σχετικά υγιής και σταθερός (γράφημα), με μέσα ίδια κεφάλαια της τάξης του 20%, οι οικονομικές και πολιτικές κρίσεις που κλιμακώνονται, καθώς επίσης οι τραυματικές μνήμες από την τραπεζική κρίση του ΄90, θορύβησαν σημαντικά τους Βούλγαρους καταθέτες – ενώ το Κοινοβούλιο της χώρας ανακοίνωσε προσφυγή σε πρόωρες εκλογές για τον ερχόμενοι Οκτώβρη, επειδή η κυβέρνηση έχασε την πλειοψηφία που είχε.

 .

Δείκτης κεφαλαιακής επάρκειας (μοβ), συντελεστής ρευστότητας (μπλε), καταθέσεις (ανοικτό καφέ γραμμή), δάνεια (κόκκινη γραμμή)

.

Από την άλλη πλευρά, ο κύριος μέτοχος της Corpbank, του οποίου οι μετοχές ουσιαστικά «δημεύθηκαν», μετά την εθνικοποίηση της τράπεζας για να μην χρεοκοπήσει (T. Vassilev), κατηγορείται ως υπεύθυνος για την επίθεση των καταθετών στην τράπεζα του – ενώ θεωρείται ύποπτος για τη σύναψη «συμβολαίου δολοφονίας» ενός βουλευτή.

Η κυβέρνηση δε παρουσιάζεται ως «εξαρτημένη» από τους πλούσιους ολιγάρχες της χώρας, η οικονομική κατάσταση της οποίας είναι εξαιρετικά άσχημη – με κύριο πρόβλημα το ρυθμό ανάπτυξης, ο οποίος παραμένει πολύ χαμηλός.

Ολοκληρώνοντας, ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα της Βουλγαρίας είναι ο περιορισμός του πληθυσμού, λόγω της μαζικής μετανάστευσης – με τους κατοίκους να μειώνονται κατά -4,9%, εντός των τελευταίων πέντε ετών (στα τελευταία 20 χρόνια ο πληθυσμός μειώθηκε στα 7,2 εκ., από 8,5 εκ. προηγουμένως).

.

Η κρίση του 1990

Μετά την κατάρρευση του «ανατολικού μπλοκ», η οικονομική κρίση που ακολούθησε κατάληξε σε μία τραπεζική κρίση – η οποία είχε σαν αποτέλεσμα τη χρεοκοπία 14 τραπεζών, καθώς επίσης το ξέσπασμα ενός υπερπληθωρισμού, ο οποίος οδήγησε σε αυξήσεις τιμών της τάξης του 1.000% το 1997.

Η κυβέρνηση της χώρας, για να καταπολεμήσει τον πληθωρισμό, αποφάσισε να συνδέσει το 1999 το νόμισμα της (Λεβ) με το γερμανικό μάρκο και στη συνέχεια με το ευρώ. Η απόφαση της ήταν σωστή, όπως αποδείχθηκε, αφού η Βουλγαρία ανέκτησε την αξιοπιστία της νομισματικής της πολιτικής – ενώ ο ρυθμός του πληθωρισμού μειώθηκε δραστικά.

Εν τούτοις, μετά την πρόσφατη χρηματοπιστωτική κρίση, η σύνδεση του νομίσματος της με το ευρώ δεν της επέτρεψε να αναπτυχθεί μέσω της υποτίμησης – όπως, για παράδειγμα, η Πολωνία, με αποτέλεσμα να έχουν επιδεινωθεί σημαντικά τα οικονομικά της μεγέθη, ιδίως το εξωτερικό χρέος της (γράφημα).

 .

Βουλγαρία – η εξέλιξη του εξωτερικού χρέους της χώρας

.

Σε αντίθεση με τη Βουλγαρία, η Πολωνία υποτίμησε το νόμισμα της και κατάφερε να αντιμετωπίσει την κρίση – αν και τυχόν επιδείνωση των συνθηκών στην Ουκρανία, καθώς επίσης οι αυξημένες δαπάνες εξοπλισμού που αποφασίστηκαν, θα της δημιουργήσουν μεγάλα προβλήματα.

.

Το δεύτερο μέτωπο του πολέμου

Ενδεχομένως να νομίζουν αρκετοί πως η κρίση στη Βουλγαρία αποτελεί ήδη παρελθόν, μετά την ενίσχυση της από την Κομισιόν, καθώς επίσης μετά από την επιτυχή πώληση ομολόγων του δημοσίου. Εν τούτοις, εάν θεωρήσουμε δεδομένη την οικονομική επίθεση που δέχεται εξ αιτίας του αγωγού, με απώτερο ίσως στόχο τη Ρωσία, τότε θα μπορούσε να ακολουθήσει ένα δεύτερο πολεμικό μέτωπο – η επίθεση στο νόμισμα της.

Το γεγονός της σύνδεσης της ισοτιμίας του στο ευρώ, σε συνδυασμό με τα τραπεζικά, οικονομικά και πολιτικά προβλήματα που αντιμετωπίζει η χώρα, καθιστά το νόμισμα της ιδανικό στόχο επίθεσης – ενώ η προσέλκυση των κερδοσκόπων συναλλάγματος είναι μάλλον βέβαιη, εάν «μυρισθούν αίμα».

Σε μία τέτοια περίπτωση, η κεντρική τράπεζα της χώρας θα έπρεπε να πουλήσει συναλλαγματικά αποθέματα, για να στηρίξει τη σταθερή ισοτιμία του νομίσματος – γεγονός που, σε συνδυασμό με τις ανάγκες των τραπεζών, θα την οδηγούσε στα όρια των δυνατοτήτων της. Πόσο μάλλον όταν η πιστοληπτική αξιολόγηση της χώρας έχει υποτιμηθεί από την S&P, λόγω της πολιτικής αστάθειας.

.

Επίλογος

Το δημόσιο χρέος της Βουλγαρίας είναι μόλις στο 18,9% του ΑΕΠ της, το έλλειμμα του προϋπολογισμού της κάτω από το 1%, ενώ οι τράπεζες της έχουν σχεδόν διπλάσια ίδια κεφάλαια από τις ελληνικές, με ελάχιστες επισφάλειες. Εν τούτοις, η τοποθέτηση της στο στόχαστρο, με αποτέλεσμα την οικονομική επίθεση που δέχεται, της έχει δημιουργήσει ήδη τεράστια προβλήματα – τα οποία θα μπορούσαν να επιδεινωθούν σημαντικά, εάν υπάρξει και δεύτερο μέτωπο, με στόχο το νόμισμα της.

Τα παραπάνω μας οδηγούν στο συμπέρασμα ότι, εάν κηρυχθεί οικονομικός πόλεμος εναντίον μίας χώρας, οι δυνατότητες της να αμυνθεί είναι ελάχιστες – πόσο μάλλον αν ο επιτιθέμενος είναι η υπερδύναμη ή εάν δεν ανήκει σε μία ένωση κρατών, τα οποία μπορούν να την προστατεύσουν, όταν υπάρξει ανάγκη.

Βέβαια, αναρωτιέται κανείς εύλογα, πόσες χώρες μπορεί τελικά να προστατεύσει η υπερχρεωμένη Ευρώπη, στην οποία ελλοχεύει μία τραπεζική βόμβα μεγατόνων – ή για πόσο χρονικό διάστημα θα είναι διατεθειμένες οι πλούσιες χώρες να στηρίζουν τις αδύναμες.

Exit mobile version