Site icon The Analyst

Ανάγκη συναίνεσης

Ελλάδα-Εξ.

Tο ζητούμενο είναι η επιλογή των σωστών λύσεων και η απόρριψη των λανθασμένων, χωρίς να εμποδίζεται κανείς από κομματικούς φραγμούς – με γνώμονα το κοινό καλό και το κοινό συμφέρον, το οποίο δεν πρέπει φυσικά να είναι εις βάρος κανενός 

(To άρθρο αποτελείται από 2 Σελίδες)

.

Η κυβέρνηση έχει απόλυτο άδικο όσον αφορά τις αδιαφορία της για αναπτυξιακά μέτρα, την υπερβολική φορολόγηση, τη λεηλασία της ιδιωτικής περιουσίας, την εκποίηση της δημόσιας, τις δυνατότητες διατήρησης του (πλασματικού) πρωτογενούς πλεονάσματος και άλλα πολλά – έχει δίκιο όμως, όταν επικεντρώνεται στο κόστος εξυπηρέτησης του δημοσίου χρέους, υποσχόμενη ότι θα εγκριθεί:

.

(α)  η επιμήκυνση του χρόνου αποπληρωμής σε πάνω από πενήντα έτη, με δόσεις που θα μπορούσαν να πληρώνονται στο μέλλον και

(β)  η περαιτέρω μείωση των επιτοκίων, έτσι ώστε οι ετήσιοι τόκοι να μην ξεπερνούν τα 3 δις ή το 6,5% περίπου των εσόδων του τακτικού προϋπολογισμού (47 δις €).

.

Εάν δε κατάφερνε να εξασφαλίσει μία περίοδο χάριτος για την πληρωμή των δόσεων, η οποία ενδεχομένως θα ήταν 3-5 έτη, τότε θα είχε κάνει πράγματι το καλύτερο δυνατόν για τη χώρα, στο συγκεκριμένο τομέα.

Οι απαιτήσεις τώρα που ακούγονται, σχετικά με μία τρίτη διαγραφή χρέους υψηλότερη από το 70% του ΑΕΠ, έτσι ώστε ο δείκτης χρέους προς ΑΕΠ να είναι χαμηλότερος του 100%, θα ήταν ευχάριστο μεν να «ευοδωθούν», αλλά μάλλον απίθανο – αφού, σε μία τέτοια περίπτωση, όλες οι χώρες της Ευρωζώνης με δημόσιο χρέος άνω του 100% του ΑΕΠ (Ιταλία, Πορτογαλία, Ιρλανδία, Κύπρος και Βέλγιο – γράφημα), θα ζητούσαν κάτι ανάλογο.

.

E.E. – χρέη ανά χώρα (1ο τρίμηνο 2013)

.

Με δεδομένο δε το ότι, μόνο το ποσόν για την Ιταλία θα υπερέβαινε τα 700 δις € (χωρίς να υπολογίσουμε τα τεράστια κρυφά χρέη της), τα οποία θα έπρεπε να επιβαρύνουν τους δανειστές της, κυρίως της γαλλικές τράπεζες, δεν φαίνεται να έχει λογική μία τέτοιου είδους απαίτηση.

Περαιτέρω η αξιωματική αντιπολίτευση, ο ηλικιωμένος υποψήφιος ευρωβουλευτής της για να είμαστε αντικειμενικοί, έχει επίσης απόλυτο δίκιο, όταν αναφέρεται στην ανάγκη εσωτερικού δανεισμού της χώρας, αρκεί να εννοεί ότι,

.

(α) ο εσωτερικός αυτός δανεισμός θα γινόταν με τη μορφή της πώλησης εγγυημένων ομολόγων εκ μέρους του δημοσίου (τα ομόλογα που εξέδωσε η Ισπανία, απλά και μόνο με  ρήτρα πληθωρισμού, έγιναν ανάρπαστα) – καταναγκαστικά όσον αφορά την αγορά τους από αυτούς που έχουν μεγάλες καταθέσεις και

(β)  τα έσοδα από την πώληση αυτών των ομολόγων θα διατίθεντο αποκλειστικά και μόνο για δημόσιες επενδύσεις, έτσι ώστε να δημιουργηθούν συνθήκες ανάπτυξης στην Ελλάδα – μέσω των οποίων θα μπορούσε να καταπολεμηθεί η τεράστια ανεργία και να πληρώνονται οι δόσεις εξυπηρέτησης του χρέους.

.

Φυσικά δε θα πρέπει να επιβαρυνθούν οι Έλληνες, ειδικά αυτοί που διαθέτουν καταθέσεις άνω των 100 χιλιάδων € (είτε εντός, είτε εκτός Ελλάδος) – αφού είναι εντελώς άδικο να ζητείται η μονομερής επιβάρυνση των «άλλων», με διαγραφές χρεών, με επιμηκύνσεις, με χαμηλότερα επιτόκια κλπ., χωρίς να συμμετέχουν οι εγχώριοι επενδυτές πουθενά («τα δικά σας δικά μας και τα δικά μας δικά μας»).

Συνεχίζοντας, δίκιο έχει επίσης το ΚΚΕ, όταν ισχυρίζεται πως είναι αδύνατον να αναβιώσει ο παραγωγικός ιστός της χώρας, τον οποίο κατέστρεψε εντελώς η πολιτική που επέβαλλε το ΔΝΤ σε στενή συνεργασία με τη Γερμανία, εάν η Ελλάδα παραμείνει μέλος του ευρώ και της ΕΕ.

Εκτός του ότι οι αριστερές λύσεις δεν είναι συμβατές με την ΕΕ (άρθρο), όπως δυστυχώς ισχυρίζεται η ερμαφρόδιτη αριστερά, η αδυναμία της χώρας να αναπτύξει την παραγωγική της βιομηχανία, ακόμη και αν διέθετε τα απαιτούμενα κεφάλαια, είναι εύλογη επειδή

.

(α)  χωρίς εισαγωγικούς δασμούς και χωρίς την προστασία των νέων βιομηχανιών που θα δημιουργούνταν, θα ήταν αδύνατον να εκτεθούν στο διεθνή ανταγωνισμό (άρθρο) και

(β) η ΕΕ απαγορεύει τους δασμούς, τις επιδοτήσεις των εξαγωγικών επιχειρήσεων και γενικότερα την προστασία τους – ενώ το ισχυρό ευρώ είναι ανασταλτικός παράγοντας, όσον αφορά κυρίως τις εξαγωγές σε τρίτες χώρες.

.

To άρθρο αποτελείται από 2 Σελίδες (…)

Βέβαια, για όλους όσους δεν πιστεύουν στην κεντρικά κατευθυνόμενη οικονομία, αφενός μεν επειδή δεν έχει λειτουργήσει αποτελεσματικά πουθενά, αφετέρου μη έχοντας εμπιστοσύνη στις ικανότητες «αυτοδιάθεσης» των λαών, λόγω του χαμηλού ακόμη μορφωτικού επιπέδου τους, η γενικότερη κομμουνιστική θεωρία δεν είναι αποδεκτή – χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι δεν ισχύουν τα παραπάνω.

Πόσο μάλλον εάν επιτυγχανόταν μία συμφωνία με την ΕΕ, όσον αφορά την προστασία των εγχωρίων βιομηχανιών, για τουλάχιστον πέντε έτη – η επιδότηση τους,  καθώς επίσης η επιλεκτική υιοθέτηση δασμών, για ορισμένα προϊόντα, με επί πλέον όφελος  να μην αυξηθεί ξανά το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών (όπως συμβαίνει ήδη – γράφημα).

.

Ελλάδα – ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών (σε εκ. ευρώ)

.

Τέλος, τουλάχιστον στον προβληματισμό των παράνομων μεταναστών (άρθρο), τα δυσμενή επακόλουθα του οποίου είχε τονίσει ακόμη και ο Μαρξ (αθέμιτος ανταγωνισμός, μείωση των μισθών κλπ.), αλλά και

.

(α)  στην ανάγκη επίτευξης συνθηκών μίας όσο το δυνατόν μεγαλύτερης αυτάρκειας σε μία χώρα, έτσι ώστε να μην απειλείται η εθνική της κυριαρχία καθώς επίσης

(β)  στην αποδοχή μεν της λειτουργίας της ελεύθερης αγοράς, αλλά με αυστηρούς ελέγχους της από το κράτος,

.

έχουν δίκιο ορισμένες εθνικιστικές παρατάξεις – πάντοτε από οικονομικής πλευράς και όχι από πολιτικής (ανάλυση), υπό την απαραίτητη προϋπόθεση να μην λειτουργούν εκτός των πλαισίων του ήθους, του σεβασμού των άλλων και του νόμου.

Συμπερασματικά λοιπόν, όλα τα πολιτικά κόμματα και όλες οι οικονομικές θεωρίες έχουν να προτείνουν κάποιες λύσεις στα προβλήματα που αντιμετωπίζει μία χώρα, όπως η Ελλάδα σήμερα.

Επομένως, το ζητούμενο είναι η επιλογή των σωστών λύσεων και η απόρριψη των λανθασμένων, χωρίς να εμποδίζεται κανείς από τους κομματικούς φραγμούς και τις εκάστοτε αυθαιρεσίες – με γνώμονα το κοινό καλό και το κοινό συμφέρον, το οποίο δεν πρέπει φυσικά να είναι εις βάρος κανενός (είτε πρόκειται για μία άλλη χώρα, είτε για διαφορετικές κοινωνικές ομάδες – ανάλυση).

Αυτό λοιπόν που λείπει είναι η συναίνεση τόσο στο εσωτερικό της πατρίδας μας, όσο και στο εξωτερικό – χωρίς την οποία είναι αδύνατον ποτέ να ξεφύγει η Ελλάδα, αλλά και η υπόλοιπη Δύση, από την κρίση χρέους, στην οποία έχει βυθιστεί.

 .

Υστερόγραφο: Τον Απρίλιο του 2009 είχαμε γράψει, μεταξύ άλλων, στο άρθρο μας Ευρωπαϊκή λύση» τα παρακάτω – τα οποία υπενθυμίζουμε εδώ. Φυσικά έκτοτε οι συνθήκες άλλαξαν πολλές φορές, η χώρα οδηγήθηκε στα νύχια του ΔΝΤ κοκ. Εν τούτοις, ορισμένα πράγματα παρέμειναν επίκαιρα – όπως η ανάγκη επαναβιομηχανοποίησης της Ελλάδας. Το κείμενο ήταν τότε το εξής:

“Είναι αδύνατον να εξέλθουμε από τα προβλήματα της οικονομίας μας, ακόμη και αν δεν υπήρχε η παγκόσμια οικονομική κρίση, εάν είχαμε την καλύτερη κυβέρνηση του κόσμου, τον ικανότερο λαό, εάν κατορθώναμε να μειώσουμε την όποια φοροδιαφυγή, να περιορίσουμε τη σπατάλη του Δημοσίου κοκ.

Επομένως, όχι μόνο είναι αδύνατο να αποπληρώσουμε τα χρέη μας ή να μειώσουμε το έλλειμμά μας, αλλά ούτε καν να σταματήσουμε τη συνεχή αύξηση τους – τουλάχιστον μέχρι το σημείο που δεν θα μπορούμε πια να τα πληρώσουμε, μην κατορθώνοντας κάποια στιγμή στο εγγύς μέλλον να εξασφαλίσουμε τον περαιτέρω δανεισμό μας.

Τι θα έπρεπε να κάνουμε λοιπόν, εάν δεν θέλαμε να αφήσουμε τα πράγματα στην τύχη τους, να υποδουλωθούμε ή να χρεοκοπήσουμε ανεπιστρεπτί; Πως θα έπρεπε να ενεργήσουμε, για να αμβλύνουμε κάπως τις παρενέργειες του χρέους, να βρούμε το χρόνο για να επιλύσουμε σωστά τα διαρθρωτικά προβλήματα της χώρας μας και να μην υποκύψουμε στο μοιραίο;

Ο J. M. Keynes, κατά τη διάρκεια της διεθνούς συνόδου των Βερσαλλιών το 1919, με αντικείμενο τον τρόπο που θα έπρεπε να συμπεριφερθούν οι νικήτριες δυνάμεις του πρώτου παγκοσμίου πολέμου απέναντι στην ηττηθείσα Γερμανία (η Ελλάδα σήμερα έχει επίσης ηττηθεί – έχει χάσει δηλαδή «κατά κράτος» τη μάχη της ανταγωνιστικότητας, όπως πολλές άλλες «δυτικές» χώρες), είπε τα εξής:

 .

«Απαιτήθηκαν 160 δις γερμανικά μάρκα για αποζημιώσεις πολέμου. Η δυνατότητα της Γερμανίας να πληρώσει 160 δις ή, έστω, 100 δις, είναι ανύπαρκτη – δεν βρίσκεται δηλαδή εντός των πλαισίων του εφικτού, με βάση έναν λογικό υπολογισμό. Αυτοί οι οποίοι πιστεύουν ότι θα μπορούσε η Γερμανία να πληρώνει κάθε χρόνο πολλά δις Μάρκα για να εξοφλήσει, θα έπρεπε να μας εξηγήσουν, μέσω ποιών ακριβώς εμπορευμάτων θα ακολουθούσαν αυτές οι πληρωμές κατά τη γνώμη τους και σε ποιες ακριβώς Αγορές θα μπορούσαν να πουληθούν αυτά τα εμπορεύματα. Μέχρι να μπορέσουν να εκφραστούν με μεγαλύτερη ακρίβεια και να τεκμηριώσουν αντικειμενικά τις αποφάσεις τους, απαιτώντας πράγματα που είναι δυνατόν να επιτευχθούν, δεν μπορούν να κερδίσουν την εμπιστοσύνη μας». Κανένας δεν τον άκουσε δυστυχώς, με αποτέλεσμα να ακολουθήσει το κραχ του 1929 και ο δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος.

 .

Κατ’ επέκταση, αν και όχι κατ’ αναλογία, η ερώτηση που οφείλουμε να θέσουμε σε σχέση με τη χώρα μας και στην οποία θα πρέπει να απαντήσει η Ευρώπη, εάν δεν θέλουμε να αναλωνόμαστε συνεχώς στην περιγραφή προβλημάτων ή θεωρητικών λύσεων, αλλά στις δυνατότητες πρακτικής επίλυσης τους, είναι κατά κάποιον τρόπο αυτή που έκανε τότε ο Keynes:

Μέσω της πώλησης ποιών ακριβώς εμπορευμάτων θα μπορέσουμε να μειώσουμε το χρέος και τα ελλείμματα μας, καθώς επίσης σε ποιες ακριβώς Αγορές θα μπορούσαν να πουληθούν αυτά τα εμπορεύματα; Εμείς θέλουμε να δουλέψουμε παραγωγικά, δεν είμαστε «οκνηροί», δεν μας αρέσει να χρωστάμε, δεν επιθυμούμε να είμαστε υπόλογοι σε κανέναν και προφανώς δεν θέλουμε να πουλήσουμε τη δημόσια περιουσία μας. Πώς να το κάνουμε όμως πρακτικά, όταν μας έχουν αφαιρεθεί όλα τα εργαλεία χειρισμού της οικονομίας μας από την ΕΚΤ, ενώ ταυτόχρονα αποκλειόμαστε από όλες τις αγορές του εξωτερικού, σιγά-σιγά και από αυτές της ίδιας μας της χώρας;

Εάν οι Ευρωπαίοι εταίροι μας δεν μας εξασφαλίζουν τις αγορές τους για τα προϊόντα μας αυξάνοντας το ΑΕΠ μας (οπότε θα μπορούσε να μειωθεί αναλογικά το χρέος μας), μας αποκλείουν σταδιακά από τη δική μας (Lidl, Aldi, Makro, Media Markt, Vinci, Hochtief, Carrefour, Unilever, αεροδρόμια, λιμάνια, τηλεπικοινωνίες κλπ), δεν στέλνουν τους πολίτες τους να κάνουν διακοπές στην Ελλάδα, δεν χρησιμοποιούν τη ναυτιλία μας για τις μεταφορές τους, δεν κάνουν ευρύτερα χρήση του τομέα των υπηρεσιών μας,

δεν επενδύουν σε παραγωγικές μονάδες για να αυξήσουν την ανταγωνιστικότητα μας (αλλά μόνο εκμεταλλεύονται τις ανόητες καταναλωτικές μας επιδόσεις), δεν προστατεύουν ενεργά (με δικό τους πολεμικό εξοπλισμό) τα σύνορα μας, δεν μας προσφέρουν χαμηλά επιτόκια και δεν ενδιαφέρονται για την επίλυση των προβλημάτων μας, για τι ακριβώς τους χρειαζόμαστε;”

Φυσικά και είμαστε εγκλωβισμένοι στο ευρώ ενώ, ακόμη και αν δεν είμαστε, δεν θα θέλαμε να εγκαταλείψουμε την Ευρωζώνη και την ΕΕ – για πολλούς διαφορετικούς λόγους. Εν τούτοις, δεν φτάνει μόνο να θέλουμε αλλά και να μπορούμε”.

.

Βασίλης Βιλιάρδος, για το Analyst.gr

Επισκεφθείτε το Blog του συγγραφέα. Πατήστε εδώ.

Exit mobile version