
Δύο από τις θεωρητικές ερμηνείες της ανεργίας, τα οικονομικά αποτελέσματα της, καθώς επίσης οι αρνητικές συνέπειες της και για τους ανθρώπους – στους οποίους η απώλεια της θέσης εργασίας δημιουργεί φόβους και ισχυρές ψυχολογικές πιέσεις
(To άρθρο αποτελείται από 3 Σελίδες)
Η Γερμανία, για την καταπολέμηση της ανεργίας, έχει επιλέξει την αύξηση της ζήτησης μέσω των εξαγωγών, σε συνδυασμό με την αύξηση των αποταμιεύσεων που προέρχονται από τη μειωμένη ζήτηση στο εσωτερικό της – έτσι ώστε οι αποταμιεύσεις να οδηγούνται σε επενδύσεις, κυρίως στην εξαγωγική βιομηχανία της.
Πρόκειται για έναν επιτυχημένο μεν για την ίδια, αλλά «θανατηφόρο» συνδυασμό για τους δήθεν «εταίρους» της («πελάτες» καλύτερα), στους οποίους εξάγει σχεδόν το 60% των προϊόντων της – προκαλώντας την υπερχρέωση τους, καθώς επίσης την καταστροφή χιλιάδων θέσεων εργασίας.
.
ΘΕΩΡΗΤΙΚΕΣ ΕΡΜΗΝΕΙΕΣ
Ουσιαστικά υφίστανται τέσσερις ερμηνείες της ανεργίας, μέσα από τις οποίες επιδιώκεται ταυτόχρονα, ενεργητικά ή παθητικά, η καταπολέμηση της. Στο παρόν κείμενο θα ασχοληθούμε μόνο με τις δύο από αυτές, αφήνοντας τις υπόλοιπες (μαρξιστική και ολοκληρωτική) για το μέλλον.
.
1. Η νεοκλασική θεωρεία
Σύμφωνα με τη νεοκλασική θεωρία, δεν είναι δυνατόν να υπάρξει στην ελεύθερη οικονομία «ακούσια» ανεργία για μεγάλα χρονικά διαστήματα. Επομένως, η ύπαρξη πραγματικής ανεργίας οφείλεται στους εκάστοτε κρατικούς περιορισμούς (συλλογικές συμβάσεις, ταμεία ανεργίας κλπ), οι οποίοι αυξάνουν το κόστος εργασίας, «διαστρεβλώνουν» τις συνθήκες της ελεύθερης αγοράς και μειώνουν τη ζήτηση εργατικού δυναμικού.
Επειδή η ανεργία, όσον αφορά τη συνολική αντιμετώπιση της Οικονομίας, «απεικονίζει» μία ανισορροπία της αγοράς, μπορεί να αντιμετωπισθεί (πάντοτε σύμφωνα με τη νεοκλασική θεωρεία) μόνο με τη μείωση του κόστους εργασίας (μισθών, κρατήσεων, επιδομάτων κλπ) ή με τη μείωση της προσφοράς εργατικού δυναμικού (περιορισμός του αριθμού των εργαζομένων).
Εάν συγκρίνει κανείς μελλοντικά σενάρια, τότε η μείωση των μισθών κατά 1% έχει σαν αποτέλεσμα την αύξηση της απασχόλησης μεταξύ 0,5% και 2%, ανάλογα με την «ελαστικότητα» της ζήτησης εργασίας. Για τη Γερμανία, η μείωση των μισθών κατά 1% αυξάνει την απασχόληση κατά 0,96 φορές (στον κλάδο της επεξεργασίας) για τη Μ. Βρετανία κατά 1,85 και στις Η.Π.Α. (στο βιομηχανικό κλάδο) κατά 1,92 φορές.
Έτσι το πραγματικό κόστος (σε αγοραστική αξία δηλαδή ανά ώρα) εργασίας στις Η.Π.Α., στο βιομηχανικό κλάδο, αυξήθηκε μεταξύ των ετών 1982 και 2002 κατά μόλις 4%, ενώ στην Ολλανδία κατά 20% και στη (δυτική) Γερμανία κατά 38%. Αντίστοιχα αυξήθηκε και ο «παρεχόμενος» χρόνος εργασίας στο ίδιο χρονικό διάστημα, στις Η.Π.Α. κατά 36%, στην Ολλανδία κατά 24% και στη Γερμανία παρέμεινε σταθερός (χωρίς όμως να υπολογίζεται η μεγάλη αύξηση του πληθυσμού στις Η.Π.Α. και η πολύ περιορισμένη στη Γερμανία). Μέχρι εκείνο το σημείο λοιπόν (2002) οι Η.Π.Α. αύξαναν συνεχώς την ανταγωνιστικότητα τους, σε σύγκριση με την Ευρώπη (όχι όμως και με την Κίνα) – γεγονός που τότε προβλημάτισε αρκετά τις ισχυρές χώρες της ΕΕ.
Έτσι, η Γερμανία αποφάσισε τη «συγκράτηση» των μισθών των εργαζομένων της – κάτι που, σε συνάρτηση με την αύξηση της παραγωγικότητας τους, είχε σαν αποτέλεσμα τη μείωση των πραγματικών αμοιβών στη βιομηχανία της χώρας κατά 14% από το χρόνο εισόδου της στην Ευρωζώνη. Αντίθετα στην Ελλάδα, η οποία εισήχθη στο χώρο του Ευρώ δυο χρόνια αργότερα, οι βιομηχανικοί μισθοί παρέμειναν στάσιμοι (μηδενική αύξηση), στην Πορτογαλία αυξήθηκαν κατά 5%, στην Ισπανία κατά 28% και στην Ιταλία κατά 46%.
Οι διαφορές αυτές «συνηγορούν» στη θέση ότι, τα προβλήματα της Ελλάδας επικεντρώνονταν ήδη από το 2008 στο δημόσιο και στους μισθούς των ΔΥ, οι οποίοι σχεδόν τριπλασιάστηκαν – αφού στον ιδιωτικό τομέα οι μισθοί παρέμειναν σταθεροί, μετά την είσοδο της χώρας στην Ευρωζώνη. Από την άλλη πλευρά φυσικά, με βάση την έκφραση «το μη χείρον βέλτιστο», τα χρήματα δεν συσσωρεύτηκαν στους ήδη υπερβολικά πλούσιους, αλλά στα νοικοκυριά των ΔΥ, τα οποία καταναλώνοντας τα για να καλύψουν τις ανάγκες τους, ενίσχυσαν ουσιαστικά την Οικονομία της χώρας (εξ αυτού και μέρος της υψηλής ανάπτυξης της Ελλάδας τα τελευταία έτη).
Στο σημείο αυτό οφείλουμε να επιστήσουμε την προσοχή, όσον αφορά τα μέτρα που λήφθηκαν για μειώσεις μισθών στην Ελλάδα (οι οποίες, παρά το ότι ήταν απαραίτητες για την αποκατάσταση της ισορροπίας ανάμεσα στον ιδιωτικό και δημόσιο τομέα, δεν έπρεπε να είναι απότομες), στο γεγονός ότι, σύμφωνα με τον Keynes, “Το πραγματικό επίπεδο προϊόντος και απασχόλησης εξαρτάται όχι από την ικανότητα για παραγωγή ή από το προϋπάρχων επίπεδο εισοδημάτων, αλλά από τις τρέχουσες αποφάσεις για παραγωγή, οι οποίες με τη σειρά τους εξαρτώνται από τις τρέχουσες αποφάσεις για επένδυση, καθώς επίσης από τις παρούσες προσδοκίες της τρέχουσας και μελλοντικής κατανάλωσης”.
Για παράδειγμα, μπορεί να έχει κανείς σήμερα τη δυνατότητα να καταναλώσει ή να επενδύσει, χωρίς τελικά να το επιχειρεί, επειδή οι προσδοκίες του για το μέλλον (μείωση αμοιβών, ανεργία, χρεοκοπίες) είναι εντελώς απαισιόδοξες. Επομένως, όταν επικρατούν οι αρνητικές ειδήσεις σε σχέση με τις μελλοντικές προοπτικές της οποιασδήποτε Οικονομίας, οι καταναλωτές, οι επιχειρηματίες και οι επενδυτές επιδεινώνουν το πρόβλημα, το οποίο τότε εξελίσσεται σε μία «αυτοεκπληρούμενη προφητεία» (συμβαίνει δηλαδή, επειδή πιστεύουμε ότι θα συμβεί).
Ο μισθολογικός, αθέμιτος ανταγωνισμός της Γερμανίας (ο οποίος όμως ίσως συμβάλλει τελικά και στη δική της «αποβιομηχανοποίηση», κατά το «παράδειγμα» των Η.Π.Α.), είναι απόλυτα υπεύθυνος για την υπερχρέωση του Νότου (έχει το ίδιο αποτέλεσμα με την υπερβολική συγκέντρωση πλούτου σε λίγους και την αναγκαιότητα δανεισμού των υπολοίπων), ενώ είναι μάλλον εγκληματικός για το μέλλον της Ευρώπης.
Περαιτέρω, κατά την κλασική και νεοκλασική θεωρία, το αόρατο χέρι της αγοράς του A.Smith, ο αυτόματος μηχανισμός δηλαδή που καθορίζει τις τιμές, έχει ανάλογη εφαρμογή και στην αγορά εργασίας. Εάν δηλαδή εμφανίζεται υπερπροσφορά εργατικού δυναμικού, τότε οι μισθοί μειώνονται συνεχώς, μέχρι το «οριακό» εκείνο σημείο που θα αυξηθεί η ζήτηση – που θα ισορροπήσουν οι δύο «μεταβλητές». Η ισορροπία αυτή βέβαια «απαιτεί» πολλές φορές την εκούσια «μετανάστευση» του εργατικού δυναμικού, από τις περιοχές της χαμηλής, προς τις περιοχές της υψηλής ζήτησης.
Κάτι τέτοιο όμως είναι μεν εφικτό εντός του ίδιου κράτους (από περιοχή σε περιοχή), πολύ πιο δύσκολο εντός μίας διακρατικής ένωσης (όπως η ΕΕ) και σχεδόν αδύνατο σε παγκόσμια κλίμακα – γεγονός που αναδεικνύει ένα από τα τεράστια προβλήματα της παγκοσμιοποίησης, πολύ περισσότερο μετά την κατάρρευση του «υπαρκτού» σοσιαλισμού και την είσοδο στην καπιταλιστική «αγορά» εκατομμυρίων νέων εργαζομένων.
Φυσικά, από την πλευρά της προσφοράς, δεν είναι μόνο «υπεύθυνοι» οι μισθοί για τη ρύθμιση της αγοράς εργασίας, αλλά και οι κρατικοί μηχανισμοί – οι οποίοι πολλές φορές εμποδίζουν τη δημιουργία νέων επιχειρήσεων, στη θέση παλαιοτέρων, στα πλαίσια των απαιτούμενων «δομικών» αλλαγών της Οικονομίας. Για παράδειγμα, η εμμονή στη λειτουργία μη ανταγωνιστικών βιομηχανιών (όπως η κλωστοϋφαντουργία στην Ελλάδα), οι οποίες ενίοτε προστατεύονται από τα κράτη, παρά το ότι παράγουν ζημίες.
Περαιτέρω, με στόχο την καταπολέμηση της ανεργίας, η νεοκλασική σχολή (ορισμένες από τις μεθόδους της οποίας έχουν επιβληθεί από το ΔΝΤ με το χειρότερο δυνατό τρόπο στην Ελλάδα), προτείνει κυρίως τα εξής:
.
(α) Κατάργηση της υποχρέωσης πληρωμής συμφωνημένων μισθών, οι οποίοι καθορίζονται από τις εκάστοτε συλλογικές συμβάσεις, στην περίπτωση που η επιχείρηση ή ο κλάδος αντιμετωπίζουν προβλήματα ανταγωνισμού.
(β) Το ύψος των χρημάτων που λαμβάνουν οι άνεργοι από το ταμείο ανεργίας οφείλει να είναι τόσο χαμηλό, όσο για να συμφέρει την ανάληψη μίας θέσης εργασίας, με μικρότερο μισθό από την προηγούμενη.
(γ) Ελαστικότητα του χρόνου εργασίας, με μείωση του σε περιόδους που δεν υπάρχει ανάγκη και αύξηση του όταν διαφοροποιούνται οι συνθήκες. Η συγκεκριμένη «μέθοδος» περιορίζει τον κίνδυνο απολύσεων, όταν η Οικονομία ευρίσκεται σε ύφεση.
(δ) Κατάργηση των «εξωτερικών» ρυθμίσεων και αλλαγές στην αγορά εργασίας – για παράδειγμα, κατάργηση της νομοθεσίας για την προστασία έναντι απολύσεων και τη διευκόλυνση της σύναψης συμβάσεων περιορισμένου χρόνου εργασίας.
.
To άρθρο αποτελείται από 3 Σελίδες (…)
2. Η θεωρία του Keynes
Σύμφωνα με τη θεωρία του Keynes, ένα μέρος της ανεργίας οφείλεται στην «ελλειμματική» ζήτηση για αγαθά και υπηρεσίες. Η αιτιολογία της ανάγεται στο γεγονός ότι, οι μισθοί των εργαζομένων (το ύψος τους επίσης) δεν αποτελούν μόνο κόστος για τις επιχειρήσεις, αλλά λειτουργούν και σαν «αγοραστική δύναμη».
Επομένως, η «απαίτηση» της ελεύθερης αγοράς για χαμηλούς μισθούς, μειώνει την αγοραστική δύναμη των καταναλωτών (άρα την παραγωγή, τις επενδύσεις, το ΑΕΠ κλπ), οπότε χρειάζεται ένας «αντισταθμιστικός» παράγοντας «εξίσωσης» της απώλειας της ζήτησης – μέσω της αύξησης της κατανάλωσης των νοικοκυριών που «εφοδιάζουν» οι επιχειρήσεις ή της επέκτασης των εξαγωγών.
Για παράδειγμα, η Γερμανία έχει επιλέξει την αύξηση της ζήτησης μέσω των εξαγωγών, σε συνδυασμό με την αύξηση των αποταμιεύσεων που προέρχονται από τη μειωμένη ζήτηση στο εσωτερικό της – έτσι ώστε οι αποταμιεύσεις να οδηγούνται σε επενδύσεις, κυρίως στην εξαγωγική βιομηχανία της. Πρόκειται για έναν επιτυχημένο μεν για την ίδια, αλλά «θανατηφόρο» συνδυασμό για τους δήθεν «εταίρους» της («πελάτες» καλύτερα), στους οποίους εξάγει σχεδόν το 60% των προϊόντων της – προκαλώντας την υπερχρέωση τους, καθώς επίσης την καταστροφή χιλιάδων θέσεων εργασίας.
Λογικά λοιπόν, η μείωση των μισθών δεν δημιουργεί από μόνη της νέες θέσεις εργασίας ενώ, ανάλογα με την πτώση του επιπέδου των τιμών και με το επιτόκιο δανεισμού, «επηρεάζεται» η ζήτηση για επενδύσεις – με την πτώση των τιμών να οδηγεί συχνά την Οικονομία σε αποπληθωρισμό. Η θεωρία του οικονομολόγου τεκμηριώνεται σε γενικές γραμμές ως εξής:
.
(α) «Εμπειρικά» οι μισθοί είναι ανελαστικοί – δηλαδή, δεν μειώνονται όταν αυξάνεται η ανεργία. Ένας από τους λόγους είναι αναμφίβολα οι συλλογικές συμβάσεις, οι οποίες προσδιορίζουν τα χαμηλότερα επιτρεπόμενα επίπεδα αμοιβών. Ακόμη όμως και να μην υπήρχαν, οι εργαζόμενοι αντιδρούν έντονα σε μειώσεις του «ονομαστικού» μισθού τους (παραδόξως όχι του πραγματικού, αυτού δηλαδή που εκφράζεται με την αγοραστική δύναμη – γεγονός που συνηγορεί υπέρ του πληθωρισμού, της αύξησης δηλαδή των τιμών των προϊόντων, για τη «διόρθωση» των μισθών).
Εν τούτοις, σε περιόδους χρεοκοπίας, όπως αυτή που βιώνουμε τα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα, οι εργαζόμενοι φαίνεται να συμβιβάζονται ακόμη και με τις μειώσεις των ονομαστικών αμοιβών τους – γεγονός που θέτει σε αμφιβολία τη θεωρεία του Keynes, στο συγκεκριμένο σημείο.
(β) Ο μισθός δεν είναι μόνο ένα «μέγεθος», αλλά χρησιμεύει επίσης στη δημιουργία «κινήτρων» για τους εργαζομένους. Έτσι λοιπόν μπορεί να είναι λογική η αύξηση του επάνω από το «σημείο ισορροπίας» για την επιχείρηση ή το κράτος, εάν λειτουργήσει ως κίνητρο για την αύξηση της παραγωγικότητας.
(γ) Ο μισθός καθορίζει το βιοτικό επίπεδο των εργαζομένων με αποτέλεσμα, πολλές φορές να αναζητείται δεύτερη απασχόληση, για την εξισορρόπηση τυχόν μειώσεων του. Αυτό αυξάνει με τη σειρά του την προσφορά στην αγορά εργασίας, οπότε απαιτούνται περεταίρω μειώσεις για την εξισορρόπηση της.
(δ) Η αγορά εργασίας δεν είναι «ομοιογενής», αλλά τοπική και κλαδική οπότε, μπορεί να μειώνονται οι αμοιβές σε μία περιοχή, λόγω υφιστάμενης «τοπικής» ανεργίας, ενώ ταυτόχρονα να αυξάνονται σε κάποια άλλη. Στην περίπτωση αυτή, είτε οφείλουν να μεταναστεύσουν οι εργαζόμενοι για την εύρεση υψηλότερα αμειβόμενων θέσεων εργασίας, είτε να μεταφέρουν οι επιχειρήσεις την παραγωγή τους στις περιοχές χαμηλότερου κόστους εργασίας (όπως συμβαίνει με πολλές βιομηχανίες της Β. Ελλάδας, οι οποίες έχουν μεταφερθεί στις γειτονικές χώρες φθηνού εργατικού δυναμικού και μειωμένης φορολογίας).
Εάν όμως οι «συντελεστές παραγωγής» δεν είναι ευέλικτοι, δεν μετακινούνται δηλαδή εύκολα από περιοχή σε περιοχή (πόσο μάλλον στις σημερινές, παγκοσμιοποιημένες συνθήκες), τότε οι μειωμένοι μισθοί δεν εξαλείφουν την ανεργία.
(ε) Η αγορά εργασίας είναι μία «δευτερογενής» αγορά. Δηλαδή, η εργασία δεν καλύπτει, όπως ένα προϊόν, μία συγκεκριμένη ανάγκη, δεν εργάζεται κανείς για την εργασία – η εργασία «πηγάζει» ουσιαστικά από τη συνολική ζήτηση για αγαθά και υπηρεσίες. Επομένως η άποψη των κλασικών, σύμφωνα με την οποία η ανεργία οφείλεται στην ανισορροπία μεταξύ ζήτησης και προσφοράς εργασίας, δεν είναι ολοκληρωμένη, αφού δεν συμπεριλαμβάνει τη ζήτηση για προϊόντα και υπηρεσίες.
.
Σε γενικές γραμμές λοιπόν η ανεργία, κατά τον Keynes, οφείλεται σε ένα σφάλμα της ζήτησης (εποχιακό, αναπτυξιακό κλπ), οπότε για την καταπολέμηση της προτείνονται «αντικυκλικά» δημοσιονομικά μέτρα (κρατικά έργα κλπ) – τα οποία εμποδίζουν τη μείωση της ζήτησης, μέσω της μη αύξησης της ανεργίας σε περιόδους ύφεσης. Αντίθετα, η Αυστριακή σχολή προτείνει μείωση των φόρων για την αύξηση της ζήτησης. Η δική μας άποψη ευρίσκεται εν μέρει στην ανάλυση μας «Δημιουργία πλούτου».
Συνεχίζοντας, η «ελλειμματική» ζήτηση, η οποία προκαλεί ανεργία, μπορεί να οφείλεται και σε πολλούς άλλους διαφορετικούς παράγοντες, όπως για παράδειγμα στον «καταναλωτικό κορεσμό». Εν τούτοις, ο συνολικός κορεσμός μίας Οικονομίας δεν μπορεί να τεκμηριωθεί πειστικά, επειδή ακριβώς η ακούσια ανεργία συμβαδίζει με μη ικανοποιημένες καταναλωτικές επιθυμίες – οι οποίες αποδεικνύουν ότι, η συνολική παραγωγική ικανότητα της Οικονομίας δεν είναι «κορεσμένη». Στο σημείο αυτό υπεισέρχεται η «παγίδα της ζήτησης» στην Οικονομία, επειδή
.
(α) από τη μία πλευρά αυτοί που διαθέτουν υψηλά εισοδήματα δεν μπορούν να αυξήσουν περεταίρω την κατανάλωση τους (δημιουργώντας την ανάγκη νέων επενδύσεων, αυξημένης απασχόλησης κλπ), οπότε κερδοσκοπούν ή αποταμιεύουν «αναγκαστικά», αφαιρώντας αγοραστική δύναμη,
(β) ενώ, από την άλλη πλευρά, οι εισοδηματικά ασθενέστεροι (μεμονωμένα άτομα ή ολόκληρες χώρες) δεν μπορούν να καλύψουν τις καταναλωτικές επιθυμίες τους και αναγκάζονται να χρεωθούν για να το κάνουν (η ουσιαστική αιτία της κρίσης των ενυπόθηκων δανείων χαμηλής εξασφάλισης στις Η.Π.Α.).
.
Στηριζόμενα λοιπόν στη θεωρία του Keynes τα «δυτικά» κράτη, προσπάθησαν να καταπολεμήσουν τη μείωση της ζήτησης σε περιόδους ύφεσης, μέσω της αύξησης των δημοσίων δαπανών. Η μέθοδος αυτή ουσιαστικά έχει «χρεοκοπήσει» ήδη από τη δεκαετία του ΄70 όταν, μεταξύ άλλων, αποδείχθηκε ότι, οι Πολιτικοί δεν ήταν σε θέση να σταματήσουν τα δημόσια προγράμματα, μετά την πάροδο της ύφεσης και την ανάπτυξη της Οικονομίας. Πολύ περισσότερο αφού, εάν το πρόβλημα οφειλόταν σε πολύ υψηλούς μισθούς ή σε περιορισμένη ευελιξία της αγοράς εργασίας, οι δημόσιες δαπάνες δεν συντελούσαν καθόλου στην επίλυση του.
Οι λύσεις που προτείνει η θεωρία του Keynes είναι αποτελεσματικές σε περιόδους απότομης πτώσης της ζήτησης – όπως για παράδειγμα κατά τη διάρκεια της Μεγάλης Ύφεσης του 1929. Εάν όμως είναι υπεύθυνη η «ελλειμματική» προσφορά για την ανεργία, όπως για παράδειγμα συμβαίνει όταν οι μισθοί είναι υπερβολικά υψηλοί ή η φορολογία πολύ μεγάλη, τότε η αύξηση των δημοσίων δαπανών όχι μόνο δεν βοηθάει, αλλά είναι εντελώς αντιπαραγωγική – επιτυγχάνεται δηλαδή ακριβώς το αντίθετο.
Περαιτέρω, στις σημερινές συνθήκες της «άναρχης παγκοσμιοποίησης» απαιτείται επειγόντως μία καινούργια οικονομική θεωρεία. Η θεωρεία αυτή θα πρέπει, μεταξύ άλλων, να δίνει ικανοποιητικές απαντήσεις στα παρακάτω ερωτήματα:
.
”Πότε οι μισθοί είναι πολύ υψηλοί ή η φορολογία υπερβολικά μεγάλη; Δεν αποτελούν και τα δύο «συγκριτικά» μεγέθη; Συγκρινόμενοι οι «δυτικοί» μισθοί με τους ασιατικούς (μέχρι πρόσφατα, οι συγκρίσεις αφορούσαν την Ευρώπη και τις Η.Π.Α.), δε είναι απίστευτα υψηλοί;
.
Οι μισθοί δεν καθορίζουν τελικά τις υπόλοιπες αξίες (ακίνητα, χρεόγραφα κλπ) – κατ’ επακόλουθο, τις υφιστάμενες εγγυήσεις του υπάρχοντος, αλλά και του νέου δανεισμού; Συγκρινόμενη η φορολογία διαφόρων χωρών μεταξύ τους (για παράδειγμα η Ελληνική με τη Βουλγάρικη) δεν είναι εντελώς μη ισορροπημένη; Τέλος, πως είναι δυνατόν να αυξηθούν οι δημόσιες επενδύσεις (ακόμη και αν ήταν παραγωγικές), όταν τα περισσότερα δυτικά κράτη είναι πλέον κάτι περισσότερο από υπερχρεωμένα;
Ειδικά όσον αφορά την ανεργία, δεν είναι (δυστυχώς) μονόδρομος η καταπολέμηση της μέσω του πληθωρισμού; (εάν αυξάνονται οι μισθοί λιγότερο από τις τιμές, τότε συνεχίζει μεν η ονομαστική αύξηση τους, αλλά μειώνεται η πραγματική, με αποτέλεσμα την «ελαστικοποίηση» τους, χωρίς κοινωνικές αναταραχές και εξεγέρσεις).
Είναι δυνατόν όμως να αποδώσει ο περιορισμένος πληθωρισμός, «εν μέσω» της σύγχρονης παγκοσμιοποίησης και του εξουθενωτικού μισθολογικού ανταγωνισμού της Κίνας; Πόσο μάλλον όταν εμφανέστατα «δυσλειτουργεί» το χρηματοπιστωτικό σύστημα, οι επενδύσεις είναι πολλαπλάσιες των αποταμιεύσεων (ενάντια στη θέση του Keynes: «Οι αποταμιεύσεις είναι, και πρέπει να είναι, ίσες με τις επενδύσεις»), ενώ η παγκοσμιοποίηση έχει «διαστρεβλώσει» εντελώς τη φύση τους, αφού οι επενδύσεις διενεργούνται μακριά από εκεί που δημιουργούντα οι αποταμιεύσεις;
Τι σημαίνει αλήθεια για την αγορά εργασίας όταν, για παράδειγμα, η Κίνα δανείζει στις Η.Π.Α. το ποσόν των 2 τρις $ και οι αμερικανοί επενδύουν αυτά τα 2 τρις $ πίσω στην Κίνα; Μήπως πως τόσο ο τόκος, όσο και η εργασία προσελκύονται από την παραγωγή και όχι από την κατανάλωση – επιταχύνοντας την παρακμή της καταναλωτικής χώρας και ενισχύοντας την άνοδο της παραγωγικής;”
ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΑ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ ΤΗΣ ΑΝΕΡΓΙΑΣ
Το κόστος της ανεργίας είναι ένας αρκετά σημαντικός παράγοντας, ενώ ευρίσκεται στην πλευρά των εξόδων του προϋπολογισμού της εκάστοτε χώρας, αποτελώντας ένα μεγάλο ποσοστό του (για παράδειγμα, στον ομοσπονδιακό προϋπολογισμό της Γερμανίας το 2009, ύψους περίπου 280 δις €, ανερχόταν στο 45%). Από την άλλη πλευρά, το ύψος της ανεργίας δεν αποτελεί μόνο κόστος, αλλά και «διαφυγούσα» ωφέλεια, αφού αναδεικνύει έναν μη εκμεταλλεύσιμο οικονομικό πόρο, ο οποίος θα μπορούσε να αυξήσει σημαντικά το ΑΕΠ.
Δυστυχώς φαίνεται πως η Ευρωζώνη δεν κατανοεί το μέγεθος του προβλήματος, κρίνοντας από το ότι η ανεργία έχει εκτοξευθεί στα ύψη (γράφημα), ενώ επιμένει στην πολιτική λιτότητας χωρίς αναπτυξιακά μέτρα – γεγονός που οδηγεί στο συμπέρασμα ότι θα διαλυθεί, μέσα από τη ραγδαία άνοδο των ακροδεξιών δυνάμεων, του ρατσισμού, των εθνικιστικών αντιπαλοτήτων κοκ.
.
Ευρωζώνη – Αριθμός ανέργων στις χώρες της ένωσης
.
Ολοκληρώνοντας, ο κάθε άνεργος συνιστά μία διπλή επιβάρυνση για το κράτος, επειδή αφενός μεν δεν συμμετέχει στη χρηματοδότηση του «ασφαλιστικού», αφετέρου δε λόγω του ότι «αφαιρεί» ασφαλιστικούς πόρους, από τη στιγμή εκείνη και μετά που εγγράφεται στο ταμείο ανεργίας.
.
ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ ΤΗΣ ΑΝΕΡΓΙΑΣ ΣΤΟΝ ΑΝΘΡΩΠΟ
Οι επιπτώσεις της ανεργίας στον άνθρωπο είναι πάρα πολλές – ειδικά αυτές της «μακροπρόθεσμης». Ουσιαστικά διακρίνονται σε
.
(α) Φυσικές, όπως για παράδειγμα η απαξίωση των κεκτημένων δεξιοτήτων του ανέργου, η κοινωνική-πολιτισμική απομόνωση του και η απώλεια του βιοτικού επιπέδου του (φτώχεια). Σε πολλές περιπτώσεις επιδρά και στις επόμενες γενιές, επειδή τα παιδιά των ανέργων έχουν αρνητικές προϋποθέσεις για να αναπτυχθούν υγιώς – πνευματικά και σωματικά.
.
(β) Ψυχοκοινωνικές, επειδή για τους περισσότερους ανθρώπους η εργασία αποτελεί έναν «ψυχοκοινωνικό» σταθεροποιητικό παράγοντα, ο οποίος καθορίζει τη «δομή» της καθημερινότητας τους (πρόγραμμα) και τον κοινωνικό τους περίγυρο.
Στις πιο φτωχές χώρες, οι υλικές ανάγκες ευρίσκονται στο «προσκήνιο» της ανεργίας, ενώ στις πλουσιότερες οι «ψυχοκοινωνικές» επιδράσεις της. Στα ψυχολογικά επακόλουθα προσμετρούνται η απογοήτευση (frustration), η απώλεια της ελπίδας, η μείωση της αυτοπεποίθησης (καταλυτικός παράγοντας, αφού προάγει την απώλεια της υπευθυνότητας του ατόμου, τόσο στους γύρω του, όσο και απέναντι στον ίδιο του τον εαυτό), καθώς επίσης η «συνθηκολόγηση» (resignation).
Επειδή η προσωπική επιτυχία και η κοινωνική αναγνώριση εξαρτώνται άμεσα από την επαγγελματική απόδοση, εκλείπει από τον άνεργο η επιβεβαίωση του περιβάλλοντος του – άρα το κίνητρο (motivation) «επανόδου» του (restart), το οποίο πολύ δύσκολα μπορεί να αναπληρώσει μόνος του (με δική του «ενέργεια»).
Εκτός αυτού είναι το αντικείμενο κριτικής της Πολιτείας του, η οποία συχνά χαρακτηρίζει τους ανέργους «οκνηρούς» για να αποφύγει τις δικές της ευθύνες, δημιουργώντας έτσι ένα κλίμα «διάκρισης» και άνισης μεταχείρισης των ανέργων. Το ίδιο συμβαίνει και σε επίπεδο κρατών, όπως σήμερα όπου, οι πλεονασματικές χώρες της ΕΕ, για να αποφύγουν τις δικές τους ευθύνες, κατηγορούν τις ελλειμματικές για κακή οργάνωση, οκνηρία, φοροδιαφυγή κλπ, δημιουργώντας έτσι ένα κλίμα «φυλετικών διακρίσεων», ρατσισμού δηλαδή με «ολοκληρωτική» χροιά.
Οι ψυχολογικές συνέπειες της ανεργίας είναι πάρα πολλές, μεταξύ των οποίων το υπερβολικό άγχος (stress), η κατάθλιψη, οι εξαρτήσεις από διάφορες ουσίες, τα συμπλέγματα, η απελπισία, η απώλεια της χαράς της ζωής, καθώς επίσης ο αυξημένος κίνδυνος αυτοκτονίας – όπως φαίνεται από την Ελλάδα, στον πίνακα που ακολουθεί.
.
Ελλάδα – Αριθμός και ποσοστό αύξησης των αυτοκτονιών
.
Ειδικά όσο αφορά τους νέους, η ανεργία τους στερεί επί πλέον το μέσον για την αναζήτηση και την εξεύρεση της ταυτότητας τους. Τέλος, η υψηλή ανεργία έχει αρνητικά επακόλουθα και για τους εργαζομένους, αφού ο φόβος απώλειας της θέσης εργασίας τους δημιουργεί φόβους και ισχυρές ψυχολογικές πιέσεις.
.
(γ) Σωματικές, αφού οι πιθανότητες απώλειας της υγείας αυξάνονται ανάλογα με τη διάρκεια του χρόνου παραμονής ενός ατόμου στην ανεργία. Οι άνεργοι έχουν τετραπλάσιο ρίσκο επιδείνωσης της υγείας τους, σε σχέση με τους εργαζομένους. Σύμφωνα δε με μία επίσημη έρευνα, οι άνεργοι άνδρες παραμένουν στα νοσοκομεία το διπλό χρονικό διάστημα από τους εργαζομένους (οι γυναίκες 1,7 φορές), ο προσδοκώμενος χρόνος ζωής μειώνεται ανάλογα με τη διάρκεια της ανεργίας που έχει προηγηθεί, ενώ υπάρχουν σοβαρές υπόνοιες, οι οποίες συσχετίζουν την ανεργία με την εμφάνιση επικίνδυνων ασθενειών.
Τα παιδιά ανέργων γονέων επιβαρύνονται ιδιαίτερα, όσον αφορά την νοητική τους ανάπτυξη, καθώς επίσης την «γλωσσολογική» τους πρόοδο. Απέναντι στην ανεργία αντιδρούν συχνά με δειλία και «συνθηκολόγηση», ενώ διακρίνονται από μειωμένη αυτοσυγκέντρωση, από έντονα προβλήματα συμπεριφοράς και από συναισθηματική «αστάθεια». Εν τούτοις, όλα αυτά τα αρνητικά συμπτώματα εμφανίζονται μόνο στα παιδιά γονέων με περιορισμένη μόρφωση, ενώ τα άτομα με υψηλή μόρφωση μπορούν να ανταπεξέλθουν πολύ καλύτερα με όλους τους προβληματισμούς που συνεπάγεται η ανεργία.
.
ΕΠΙΛΟΓΟΣ
Ολοκληρώνοντας το θέμα, δεν μπορούμε παρά να συμπεράνουμε ότι, η ανεργία αποτελεί το νούμερο ένα πρόβλημα της εκάστοτε κοινωνίας – κατ’ επακόλουθο οι υφέσεις, οι οποίες την προκαλούν κατά κύριο λόγο, όπως και η κακή διαχείριση των δημοσίων Οικονομικών, με όλα όσα «συνδυαστικά» κάτι τέτοιο συνεπάγεται.
Επομένως, όλες οι προσπάθειες της Πολιτείας πρέπει να επικεντρώνονται στην εξάλειψη όλων των μορφών της ανεργίας – κατά πολύ λιγότερο σε όλα τα υπόλοιπα όπως, για παράδειγμα σήμερα, στα ελλείμματα, τα οποία φαίνεται να αποτελούν, δυστυχώς, τη μοναδική «φροντίδα» της κυβέρνησης και Τρόικας (πρωτογενές πλεόνασμα).
.
Διαβάστε το πρώτο μέρος της ανάλυσης: Το τέρας της ανεργίας (α)
.
