
Όλες οι προσπάθειες της Πολιτείας πρέπει να επικεντρώνονται στην εξάλειψη της ανεργίας – κατά πολύ λιγότερο στα ελλείμματα και στο πρωτογενές πλεόνασμα, το οποίο φαίνεται να αποτελεί δυστυχώς τη μοναδική φροντίδα της κυβέρνησης και της Τρόικας
(To άρθρο αποτελείται από 3 Σελίδες)
.
“Μία από τις πιο θλιβερές συνέπειες της ανεργίας είναι η κατακόρυφη αύξηση των αυτοκτονιών – ενώ συνήθως ο ακριβής αριθμός των αυτοκτονιών δεν απεικονίζεται στις επίσημες στατιστικές, οι οποίες τις παρουσιάζουν 15-20 φορές μικρότερες από το κανονικό τους μέγεθος.
Στα ψυχολογικά επακόλουθα της ανεργίας προσμετρούνται η απογοήτευση, η απώλεια της ελπίδας, η βαριά κατάθλιψη, η μείωση της αυτοπεποίθησης (εξαιρετικά «καταλυτικός παράγοντας», αφού προάγει την απώλεια της υπευθυνότητας του ατόμου, τόσο στους γύρω του, όσο και απέναντι στον ίδιο του τον εαυτό), καθώς επίσης η «συνθηκολόγηση» (resignation)”.
.
Ανάλυση
Για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα, οι Η.Π.Α. είχαν τη δυνατότητα να χρεώνονται όλο και περισσότερο, χωρίς να «τιμωρούνται» καθόλου από τις αγορές – αφού το ισχυρό νόμισμα τους προσέλκυε «δανειστές» από ολόκληρο τον πλανήτη. Το ακριβό δολάριο έκανε πιο φθηνές τις τιμές των εισαγομένων προϊόντων από την Ασία, περιορίζοντας τον πληθωρισμό – ταυτόχρονα όμως λειτουργούσε αρνητικά στις εξαγωγές αμερικανικών αγαθών. Έτσι, ακόμη και το 2008, οι Η.Π.Α. εισήγαγαν πολύ περισσότερα εμπορεύματα, από αυτά που εξήγαγαν – με αποτέλεσμα να «αναρριχηθεί» το έλλειμμα του εμπορικού ισοζυγίου τους στο τεράστιο αρνητικό ύψος των -700 δις $ (γράφημα).
.
ΗΠΑ – Εμπορικό Ισοζύγιο 2008-2010 (σε εκ. δολάρια Αμερικής)
.
Φυσικά, κάτω από αυτές τις προϋποθέσεις, «υπέφερε» ο παραγωγικός τομέας, με εξαιρετικά δυσμενείς επιπτώσεις για το σύνολο της Οικονομίας της χώρας – ιδιαίτερα για την απασχόληση. Από την αρχή της δεκαετίας του ’80 χανόταν ετήσια περί τις 250.000 θέσεις εργασίας στη βιομηχανία, ενώ το 2008 μόλις το 8% των αμερικανών εργάζονταν σε κάποιο εργοστάσιο. Το μερίδιο της παραγωγής στο ΑΕΠ της χώρας μειώθηκε κάτω από το 12%, με όλο και περισσότερους εργαζομένους να απασχολούνται στο χρηματοπιστωτικό τομέα – διαχειριζόμενοι τις συνεχώς αυξανόμενες «ροές» των ξένων επενδυτικών κεφαλαίων.
Μόλις το 1998, τα κέρδη από το βιομηχανικό κλάδο συμμετείχαν στο σύνολο της Οικονομίας με 25% – αντίστοιχα με 25% συμμετείχαν και τα κέρδη από τον χρηματοπιστωτικό τομέα. Πέντε χρόνια αργότερα, η εικόνα άλλαξε εντελώς: ο χρηματοπιστωτικός τομέας αύξησε την κερδοφορία του στο 43% του ΑΕΠ, ενώ ο βιομηχανικός τομέας «συρρικνώθηκε» κάτω από το 10% του ΑΕΠ.
Ο τότε πρόεδρος της Fed λοιπόν, ο κ. A. Greenspan, διαπιστώνοντας (2002) πως, παρά το ότι η «κρίση του διαδικτύου» (2000) είχε καταπολεμηθεί με σχετική επιτυχία, η ανεργία «επέμενε», διατήρησε χαμηλά τα βασικά επιτόκια – ενάντια στη θεωρία που απαιτεί την αύξηση τους, όταν αναθερμανθεί η Οικονομία. Το τελικό αποτέλεσμα ήταν η κρίση που βίωσε η χώρα το 2008, όπου τα χαμηλά επιτόκια όχι μόνο δεν επέδρασαν θετικά στην αγορά εργασίας, αλλά «κατέστρεψαν» πολλά εκατομμύρια υφιστάμενες θέσεις απασχόλησης, «απογειώνοντας» στην κυριολεξία την ανεργία στη χώρα.
Το «τέχνασμα» λοιπόν, με το οποίο θεώρησαν οι Η.Π.Α. ότι έλυσαν «κομψά» το πρόβλημα, προσφέροντας «φθηνά» δάνεια όχι μόνο σε ελεύθερους επαγγελματίες ή σε δημοσίους υπαλλήλους, αλλά και σε εισοδηματικές τάξεις, οι οποίες δεν κέρδιζαν αρκετά χρήματα από την εργασία τους (καθαρίστριες, ανειδίκευτους εργάτες κλπ), για να αγοράσουν σπίτια ή αυτοκίνητα, ενισχύοντας την εσωτερική κατανάλωση και καταπολεμώντας το πρόβλημα της μειωμένης ζήτησης (το οποίο προήλθε από την συγκέντρωση κεφαλαίων σε λίγους, με κορεσμένες ανάγκες – ο αριθμός των υπερβολικά πλουσίων, των «ultra high net worth individuals», διπλασιάστηκε μεταξύ των ετών 1997-2007, ενώ συνέχισε να αυξάνεται παγκοσμίως, όπως φαίνεται στο γράφημα που ακολουθεί), δεν επέδωσε τα αναμενόμενα.
.
Top 12 χώρες του κόσμου – Συνολικός αριθμός πολιτών με την μεγαλύτερη περιουσία το έτος 2010.
(*Πατήστε στην εικόνα για μεγέθυνση)
.
Συνεχίστε στη 2η σελίδα (…)
Κάποια στιγμή αποδείχθηκε ότι οι νέοι οφειλέτες δεν μπορούσαν να εξοφλήσουν ούτε τους τόκους των δανείων τους, οπότε κατέρρευσε η «υπερβολή» (έσπασε η φούσκα), αναγκάζοντας το κράτος να επενδύσει πολλά δισεκατομμύρια δολάρια των αμερικανών φορολογουμένων, για να μην χρεοκοπήσουν οι τράπεζες – οι οποίες όμως, στη συνέχεια, όχι μόνο δεν διέθεσαν τα χρήματα που έλαβαν στην πραγματική αγορά, αλλά ούτε καν άλλαξαν τις συνήθειες τους, επενδύοντας επαυξημένα στις παγκόσμιες χρηματιστηριακές αγορές.
Σήμερα οι αμερικανοί, κατανοώντας τα τεράστια σφάλματα του παρελθόντος, τα οποία προκάλεσαν την «εξαγωγή θέσεων εργασίας» στις χώρες φθηνού εργατικού δυναμικού (Κίνα κλπ), με τη βοήθεια της τεχνολογίας και του διαδικτύου, είναι αντιμέτωποι με πολλαπλά προβλήματα. Ειδικά το διαδίκτυο δεν αύξησε τελικά την παραγωγικότητα, όπως αναμενόταν, αλλά μάλλον την καταναλωτική συμπεριφορά – ενώ λειτούργησε «προσθετικά» στην αλόγιστη μεταφορά της βιομηχανικής παραγωγής σε άλλες χώρες.
Για παράδειγμα, ένα αδύναμο δολάριο θα μπορούσε μεν να αυξήσει τις εξαγωγές αμερικανικών προϊόντων, επιβοηθώντας τις βιομηχανικές επενδύσεις στο εσωτερικό, ταυτόχρονα όμως θα αύξανε τις τιμές των εισαγομένων, αφενός δημιουργώντας μεγάλο πληθωρισμό, αφετέρου μη εξασφαλίζοντας άμεσα θέσεις εργασίας – αφού οι επενδύσεις απαιτούν χρόνο και «ανάκτηση» της χαμένης ανταγωνιστικότητας, η οποία δεν είναι καθόλου απλή διαδικασία.
Το αδύναμο όμως δολάριο θα είχε και άλλες παρενέργειες, όπως για παράδειγμα τον κίνδυνο απώλειας της θέσης του σαν παγκόσμιο αποθεματικό νόμισμα και την αύξηση του κόστους της ενέργειας, η οποία είναι απαραίτητη για τη βιομηχανική παραγωγή. Έτσι αιτιολογείται η ξαφνική στροφή προς την «πράσινη ενέργεια» – η οποία προφανώς δεν οφείλεται σε περιβαλλοντικές «ευαισθησίες», αλλά στην προσπάθεια δημιουργίας νέων θέσεων εργασίας, ταυτόχρονα με την ανάγκη απεξάρτησης της χώρας από τις «συμβατικές» μορφές ενέργειας.
Από την άλλη πλευρά, τόσο η Κίνα (κυρίως), όσο και οι υπόλοιποι «ανταγωνιστές» των Η.Π.Α., δεν φαίνονται διατεθειμένοι να εισάγουν αμερικανικά προϊόντα, θυσιάζοντας παραγωγικές θέσεις εργασίας. Έχοντας πλέον διδαχθεί από την κρίση, διαπίστωσαν προφανώς το τεράστιο ειδικό βάρος της εργασίας και τα μεγάλα προβλήματα που μπορεί να προκαλέσει στην Οικονομία – αν όχι στην κοινωνική ζωή γενικότερα. Κατάλαβαν ότι είναι προτιμότερο να παράγει κανείς αυτά που καταναλώνει, ακόμη και αν κάποιες φορές δεν το επιτυγχάνει με χαμηλότερο ή με ίσο κόστος, συγκριτικά με άλλες χώρες, αφού σε τελική ανάλυση το κόστος της ανεργίας υπερβαίνει την ωφέλεια από τις χαμηλές τιμές των εισαγομένων προϊόντων.
.
ΗΠΑ-Κίνα – Εμπορικό Ισοζύγιο
.
Έχοντας λοιπόν την ίδια άποψη όσον αφορά τη σπουδαιότητα, το «ειδικό βάρος» καλύτερα της απασχόλησης στην οικονομική και κοινωνική ζωή, κρίνουμε σκόπιμο να αναλύσουμε γενικότερα το πρόβλημα της ανεργίας – τις διάφορες μορφές της, τις θεωρητικές ερμηνείες της, τα οικονομικά αποτελέσματα της, καθώς επίσης τις επιδράσεις της στον άνθρωπο.
.
Είδη Ανεργίας
Θεωρώντας ότι, ο βασικός υπαίτιος της ανεργίας είναι η υπερβολική συγκέντρωση κεφαλαίων σε λίγους, η οποία «εκτρέφει» κυρίως το χρηματοπιστωτικό κλάδο, εις βάρος όλων των υπολοίπων, διακρίνουμε τις παρακάτω «μορφές» της – οι οποίες μπορούν να εμφανισθούν σε ένα κράτος είτε μεμονωμένα, είτε συνδυαστικά:
.
(α) Ανεργία «τριβής»: Δημιουργείται λόγω της μετάβασης από μία θέση εργασίας σε κάποια άλλη, είναι μικρής διάρκειας, ενώ δεν μπορεί να αποφευχθεί ακόμη και σε εποχές πλήρους απασχόλησης – «θεραπεύεται» από τη βελτίωση της οργάνωσης ή της πρόβλεψης.
(β) Εποχιακή ανεργία: Οφείλεται στις επιδράσεις του κλίματος κατά τη διάρκεια του έτους (εμφανίζεται, για παράδειγμα, στη γεωργία ή στον τουρισμό), καθώς επίσης στις λοιπές αυξομειώσεις της ζήτησης – καταπολεμάται με τη βοήθεια της οργάνωσης, αλλά και της τεχνολογίας (χειμερινός τουρισμός, θερμοκήπια κλπ).
(γ) Αναπτυξιακή ανεργία: Οφείλεται στην «παρενέργειες» των συνήθων ανοδικών και καθοδικών οικονομικών κύκλων, ενώ ακολουθεί τις «εναλλαγές» στη ζήτηση και στην προσφορά. Για παράδειγμα, σε περιόδους οικονομικής ανάπτυξης οι εταιρείες προσλαμβάνουν νέο προσωπικό, ενώ το απολύουν κατά τη διάρκεια υφέσεων – η ευελιξία στο χρόνο εργασίας και η κρατική επιδότηση της μειωμένης απασχόλησης, αντιμετωπίζουν αποτελεσματικά το πρόβλημα.
(δ) Δομική ανεργία: Είναι το δυσμενές αποτέλεσμα δομικών (διαρθρωτικών) κρίσεων μεγάλης διάρκειας, οι οποίες επιδρούν άμεσα στην αγορά εργασίας. Το είδος αυτό της ανεργίας έχει πολλά «παράγωγα», μεταξύ των οποίων τα εξής:
1. Τη δομική ανεργία, η οποία οφείλεται στο ότι, οι υπάρχουσες θέσεις εργασίας απαιτούν διαφορετικές ικανότητες/δεξιότητες, από αυτές που διαθέτουν το συγκεκριμένο χρονικό διάστημα οι εργαζόμενοι – αντιμετωπίζεται με την έγκαιρη επανεκπαίδευση τους.
2. Τη δομική ανεργία που προέρχεται από την αντικατάσταση θέσεων εργασίας από τις μηχανές – από την ανάπτυξη της τεχνολογίας καλύτερα και από τον «αυτοματισμό», ο οποίος αυξάνει την παραγωγικότητα των επιχειρήσεων. Το είδος αυτό της ανεργίας μπορεί να καταπολεμηθεί μόνο με μία συνεχή οικονομική ανάπτυξη, ελάχιστου ύψους 1,5% επί του ετησίου πραγματικού ΑΕΠ. Επομένως, όταν η ανάπτυξη είναι αρνητική, όπως συμβαίνει σήμερα, καταστρέφονται χιλιάδες θέσεις εργασίας, «ανατροφοδοτώντας» το ευρύτερο πρόβλημα της Οικονομίας.
3. Τη «θεσμική» δομική ανεργία: Οφείλεται στην εργατική νομοθεσία όταν, για παράδειγμα, οι μηνιαίες πληρωμές από τα ταμεία ανεργίας είναι αρκετά υψηλές, λειτουργώντας «απαγορευτικά» – αποτελώντας αντικίνητρο καλύτερα στην αναζήτηση μίας λιγότερο αποδοτικής θέσης εργασίας (χαμηλότερο ημερομίσθιο, μικρότερες παροχές κλπ). Η λύση εδώ είναι προφανώς η αλλαγή της νομοθεσίας.
Συνεχίστε στη 3η σελίδα (…)
(ε) Κρυφή ανεργία: Η συγκεκριμένη μορφή ανεργίας έχει αρκετά «παράγωγα» (για παράδειγμα, αυτούς που δεν δηλώνονται άνεργοι στα ταμεία, όσους εκπαιδεύονται για την ανάληψη άλλου είδους εργασίας κλπ), με κυριότερο όμως την υποαπασχόληση αυτών που διαθέτουν θέσεις εργασίας. Για παράδειγμα, όταν ο παραγωγικός χρόνος αποτελεί μόνο ένα μέρος του καθημερινού ωραρίου, με τον υπόλοιπο να διατίθεται σε άλλους σκοπούς (σκόπιμη χρονική καθυστέρηση στην εκπλήρωση των εργασιών, μεγάλα διαλλείματα κλπ).
Το είδος αυτό της ανεργίας είναι όχι μόνο «ύπουλο», αφού «κρύβει» ένα υπάρχων πρόβλημα, αλλά και εξαιρετικά επικίνδυνο, τόσο για τις επιχειρήσεις, όσο και για την Οικονομία εν γένει. Η μέτρηση της κρυφής ανεργίας βασίζεται στη σύγκριση των παραγομένων ποσοτήτων προϊόντων ή υπηρεσιών, μεταξύ περισσοτέρων του ενός «εργασιακών σημείων». Για παράδειγμα και σε επίπεδο χωρών, θα αναφέρουμε μέρος ενός παλαιότερου άρθρου μας (από το 2008), από το οποίο φαινόταν από τότε το ύψος της κρυφής ανεργίας στη χώρα μας:
.
“Για να τεκμηριώσουμε το συμπέρασμα μας, παραθέτουμε έναν πρώτο «βοηθητικό» πίνακα, στον οποίο αναγράφεται η παραγωγικότητα της χώρας μας (ΑΕΠ δια του αριθμού των εργαζομένων), σε σύγκριση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες «παρόμοιου μεγέθους» (κατάταξη ανάλογα με τον αριθμό των εργαζομένων):
.
| ΧΩΡΕΣ |
Εργαζόμενοι |
ΑΕΠ* |
Εξαγωγές * |
Παραγ/Εργ. |
| Ολλανδία |
7,50 εκ. |
644,6 δις |
465,30 δις |
85.947 |
| Ελλάδα |
4,94 εκ. |
237,9 δις |
25,76 δις |
48.158 |
| Σουηδία |
4,66 εκ. |
394,5 δις |
176,5 δις |
84.657 |
| Αυστρία |
3,56 εκ. |
328,4 δις |
158,30 δις |
92.247 |
| Δανία |
2,90 εκ. |
268,8 δις |
102,10 δις |
92.690 |
| Φιλανδία |
2,68 εκ. |
210,5 δις |
92,62 δις |
78.545 |
| Νορβηγία |
2,50 εκ. |
284,0 δις |
136,10 δις |
113.699 |
* 2007 σε δις $ , f.o.b. Πληροφορίες: ip Πίνακας: Β. Βιλιάρδος ( σε $)
.
Όπως διαπιστώνουμε από τον ανωτέρω πίνακα, εάν αυξάναμε την παραγωγικότητα του «εργατικού μας δυναμικού», έστω στα επίπεδα της Ολλανδίας, το ΑΕΠ μας σχεδόν θα διπλασιαζόταν – με αποτέλεσμα να λυνόταν ως δια μαγείας όλοι οι υπόλοιποι προβληματισμοί μας.
Αντίστροφα, εάν «μειώναμε» το εργατικό μας δυναμικό, «εξισώνοντας» το με αυτό της Ολλανδίας (διαιρώντας το ΑΕΠ μας με την παραγωγικότητα της Ολλανδίας – 237,9 δις διά 85.947), τότε θα καταλήγαμε σε περίπου 2,77 εκ. εργαζομένους. Τόσοι Ολλανδοί εργαζόμενοι δηλαδή θα χρειάζονταν για να παράγουν το δικό μας ΑΕΠ οπότε, ο υπερβάλλων αριθμός (4,94 μείον 2,77), τα 2,17 εκ. δηλαδή, αντικατοπτρίζουν ουσιαστικά τον απόλυτο αριθμό της «κρυφής ανεργίας» στη χώρα μας – με «όρους Ολλανδίας».
Το ύψος της ανεργίας αυτής (επί των εργαζομένων και όχι επί του συνολικού πληθυσμού), είναι ποσοστιαία 43,9% – υποθέτοντας ότι η «φυσιολογική» ανεργία, την οποία δεν συμπεριλαμβάνουμε στη μέτρηση μας, είναι η ίδια και στις δύο χώρες (αν και στην Ολλανδία το 2007 ήταν 4,5%, ενώ στην Ελλάδα 8,4%).
Τέλος, εάν υποθέσουμε πως ο μέσος μισθός ενός Ολλανδού εργαζόμενου είναι 1000 €, ενώ ενός Έλληνα έστω 800 €, θα διαπιστώσουμε ότι, το εργατικό «κόστος» για μία ελληνική επιχείρηση είναι, παρ’ όλα αυτά, πολύ υψηλότερο, αφού έχει «ενσωματωμένη ανεργία» (υποαπασχόληση) ύψους 43,9%. Δηλαδή, τα 800 € είναι ουσιαστικά 1.151 € για τον Έλληνα επιχειρηματία (800 Χ 1,439) – οι αριθμοί είναι ενδεικτικοί και όχι απόλυτοι, ενώ επιφυλασσόμαστε για τυχόν αριθμητικά λάθη”.
.
Δυστυχώς, τα τότε συμπεράσματα μας (2008), σύμφωνα με τα οποία η ανεργία θα μπορούσε να φτάσει έως και στο 43,9% επιβεβαιώθηκαν σε μεγάλο βαθμό – αφού έχει ξεπεράσει ουσιαστικά το 30%, εάν προσμετρήσει κανείς, ως οφείλει, τους χιλιάδες ελεύθερους επαγγελματίες και ιδιοκτήτες μικρομεσαίων επιχειρήσεων, οι οποίοι οδηγήθηκαν στη χρεοκοπία.
Ολοκληρώνοντας οφείλουμε να σημειώσουμε ότι, οι στατιστικές που αφορούν την ανεργία σε διάφορες χώρες, δεν είναι μεταξύ τους συγκρίσιμες – αφού η κάθε μία από αυτές έχει διαφορετικά κριτήρια «εγγραφής ανέργων».
Για παράδειγμα, εάν στην Ολλανδία εργάζεται κάποιος έστω και μία ώρα την εβδομάδα, δεν θεωρείται άνεργος «στατιστικά», ενώ σε άλλες χώρες απαιτούνται τουλάχιστον 15 ώρες εβδομαδιαίας εργασίας, για τον «αποχαρακτηρισμό» του ως ανέργου. Πάντως, σύμφωνα με επίσημες έρευνες, τα άτομα με μειωμένες δεξιότητες (απολυτήριο Γυμνασίου κλπ) έχουν 2,5 φορές μεγαλύτερο ρίσκο να καταστούν άνεργοι, από τα περισσότερο εκπαιδευμένα – στους νέους το ρίσκο είναι τρεις φορές μεγαλύτερο.
.
- Διαβάστε το δεύτερο μέρος της ανάλυσης: Το τέρας της ανεργίας β’
