
Μετά τη χθεσινή, καταστροφική για πολλούς, ομιλία της νέας διευθύντριας της κεντρικής τράπεζας, εύχεται και ελπίζει κανείς πως οι Η.Π.Α. δεν θα αποκτήσουν την οικονομία εκείνη, την οποία αρχίζει να «ζωγραφίζει» η κυρία Yellen
(To άρθρο αποτελείται από 2 Σελίδες)
Aν και στην αρχή της πρώτης ουσιαστικά ομιλίας της η κυρία Yellen περιορίσθηκε στα αναμενόμενα, στη διατήρηση δηλαδή του ρυθμού μείωσης της ρευστότητας κατά 10 δις $ μηνιαία, καθώς επίσης των μηδενικών βασικών επιτοκίων, έως ότου η ανεργία μειωθεί στο 6,5%, άλλαξε στη συνέχεια – αναφερόμενη σε αύξηση των επιτοκίων, πολύ πιο γρήγορα από όσο υπολογίζουν οι αγορές.
Σε γενικές γραμμές, σύμφωνα με τις προγνώσεις της Fed (γράφημα), η αμερικανική οικονομία στα επόμενα δύο χρόνια θα αναπτυχθεί με βραδύτερο ρυθμό – με την ανεργία να μειώνεται κάπως, καθώς επίσης με τον πληθωρισμό να αυξάνεται γρηγορότερα. Για να αντιμετωπισθεί δε ο πληθωρισμός, θα πρέπει η κεντρική τράπεζα να αυξήσει συντομότερα τα βραχυπρόθεσμα επιτόκια – με τους αναλυτές να τα προβλέπουν στο 1%, στα τέλη του 2015, καθώς επίσης στο 2,25% στα τέλη του 2016.
.
.
Ειδικά η τοποθέτηση της κυρίας Yellen στο τέλος της ομιλίας της, σύμφωνα με την οποία η πρώτη αύξηση των επιτοκίων υπολογίζεται να αποφασιστεί έξι μήνες μετά το τέλος του τρίτου πακέτου ρευστότητας (QE), μετά το Σεπτέμβρη δηλαδή, οδήγησε τους δείκτες των χρηματιστηρίων, καθώς επίσης τις αποδόσεις των αμερικανικών ομολόγων, σε αρνητικά πρόσημα – επειδή η αύξηση των επιτοκίων σημαίνει μείωση της ρευστότητας, οπότε πτώση των τιμών των μετοχών.
.
Η ΕΚΤ
Στην Ευρωζώνη τώρα το βασικό επιτόκιο είναι στο 0,25% από το Νοέμβριο του 2013 – ενώ θα μείνει στα ίδια επίπεδα τουλάχιστον για ένα έτος, εάν δεν μειωθεί στο μηδέν, σύμφωνα με αυτά που έχει μέχρι στιγμής ανακοινώσει η ΕΚΤ.
Η αιτία είναι οι φόβοι αποπληθωρισμού – ο οποίος έχει υποχρεώσει την τράπεζα της Ιαπωνίας να διατηρεί σχεδόν μηδενικό το βασικό της επιτόκιο για 15 συνεχή έτη (από το 1999). Στις Η.Π.Α. το βασικό επιτόκιο διατηρείται πολύ χαμηλά από το 2009 – ενώ τα πραγματικά επιτόκια, αυτά δηλαδή που προκύπτουν μετά την αφαίρεση του πληθωρισμού, είναι και στις τρείς περιοχές σήμερα αρνητικά (γράφημα που ακολουθεί).
.
Τα επίπεδα των πραγματικών επιτοκίων
.
Ο στόχος της υιοθέτησης των μηδενικών ή αρνητικών βασικών επιτοκίων είναι η αύξηση των επενδύσεων εκ μέρους των επιχειρήσεων – αφού το κόστος της χρηματοδότησης τους (τόκοι) είναι χαμηλότερο από τα προβλεπόμενα έσοδα τους. Δυστυχώς όμως, χωρίς αποτέλεσμα μέχρι στιγμής – είτε επειδή πολλές τράπεζες είναι υπερχρεωμένες, είτε επειδή χρηματοδοτούν τα τεράστια χρέη των κρατών, είτε επειδή τοποθετούν τα κεφάλαια τους στα χρηματιστήρια, αναμένοντας καλύτερες αποδόσεις.
Την ίδια στιγμή ο υπόλοιπος ιδιωτικός τομέας (επιχειρήσεις, νοικοκυριά), είτε είναι βυθισμένος στα χρέη, είτε δεν επενδύει λόγω της μειωμένης ζήτησης, είτε προσπαθεί να εξέλθει από την «ύφεση ισολογισμών» (ανάλυση). Εκτός αυτού, ελάχιστοι πλέον οφειλέτες είναι υγιείς, αξιόχρεοι δηλαδή ώστε να μπορούν να δανειστούν χρήματα από τις τράπεζες – ειδικά στις χώρες του νότου και στην Ελλάδα (ανάλυση). Τέλος, δεν έχει ξεπεραστεί το «παράδοξο του Minsky (ανάλυση) από την Ευρώπη και από τις Η.Π.Α., παρά το ότι έχει «μολύνει» σήμερα την Κίνα (γράφημα που ακολουθεί).
.
.
Όλα τα παραπάνω συνηγορούν στο ότι, η ΕΚΤ δεν θα αυξήσει τα βασικά της επιτόκια, όπως πιθανότατα και η Τράπεζα της Ιαπωνίας, καθώς επίσης η Fed, παρά τις χθεσινές δηλώσεις της κυρίας Yellen – πόσο μάλλον εάν ξεσπάσει η αναμενόμενη κρίση στην Κίνα (άρθρο), το νόμισμα της οποίας βρίσκεται πια σε ελεύθερη πτώση.
To άρθρο αποτελείται από 2 Σελίδες (…)
Η ΠΑΓΙΔΑ ΤΩΝ ΧΑΜΗΛΩΝ ΕΠΙΤΟΚΙΩΝ
Όσο μεγαλύτερο χρονικό διάστημα τα βασικά επιτόκια διατηρούνται σε μηδενικά επίπεδα, τόσο πιο επικίνδυνες γίνονται ορισμένες αρνητικές μακροοικονομικές συνέπειες – μεταξύ των οποίων το «κόστος ευκαιρίας της διακράτησης μετρητών».
Ειδικότερα, επειδή για τα μετρητά χρήματα δεν υπάρχει τόκος, ουσιαστικά επίσης όχι για τις προθεσμιακές καταθέσεις, δεν παίζει κανένα ρόλο εάν τα έχει κανείς κατατεθειμένα στην τράπεζα ή εάν τα φυλάει στο σπίτι του – ενώ οι διαδόσεις περί φορολόγησης (δήμευσης) των καταθέσεων, ενισχύουν την τάση των αποταμιευτών να επιλέγουν τη δεύτερη λύση. Το γεγονός αυτό λειτουργεί αρνητικά για τις τράπεζες, ενώ έχει αρκετές άλλες δυσμενείς επιπτώσεις. Σε γενικές γραμμές πάντως, τα χαμηλά επιτόκια έχουν τα παρακάτω «παράπλευρα συμπτώματα»:
.
(α) Οδηγούν τους συνήθως συντηρητικούς επενδυτές, όπως τα συνταξιοδοτικά ταμεία, τις ασφαλιστικές εταιρείες, τους μικρούς καταθέτες κλπ. σε τοποθετήσεις υψηλού ρίσκου – οι οποίες αυξάνουν περισσότερο τις φούσκες στα χρηματιστήρια, στα ακίνητα (φούσκες ακινήτων στη Δανία και στην Ολλανδία σήμερα, ακολουθεί αμέσως μετά η Γερμανία), καθώς επίσης στις αγορές εμπορευμάτων (με καταστροφικά αποτελέσματα για τις τιμές των τροφίμων, ειδικά στις φτωχές χώρες).
(β) Τα ελλείμματα στους προϋπολογισμούς των κρατών μειώνονται πλασματικά – λόγω των χαμηλών επιτοκίων και όχι επειδή αναπτύσσονται υγιώς, παράγοντας πλούτο και περισσότερα έσοδα.
(γ) Όταν οι κεντρικές τράπεζες αγοράζουν μαζικά κρατικά ομόλογα, όπως συμβαίνει με τη Fed, την τράπεζα της Ιαπωνίας και σύντομα με την ΕΚΤ, χάνονται τα σύνορα μεταξύ της πολιτικής χρήματος, καθώς επίσης της δημοσιονομικής πολιτικής.
(δ) Προκαλείται μία αναδιανομή των εισοδημάτων, εις βάρος των καταθετών (δανειστών) και προς όφελος των χρεωστών (financial repression) – γεγονός όχι τόσο αρνητικό, ιδίως επειδή ωφελεί τους νέους εις βάρος των ηλικιωμένων.
(ε) Η εξυγίανση των τραπεζών δυσκολεύει – κάτι που αποτελεί μεγάλο πρόβλημα για το υπερχρεωμένο τραπεζικό σύστημα της Ευρωζώνης (άρθρο).
.
Υπάρχουν αρκετές άλλες αρνητικές επιπτώσεις των χαμηλών επιτοκίων – οπότε θα ήταν ευχής έργο εάν επιστρέφαμε σε φυσιολογικές οικονομικές συνθήκες, πριν είναι πια πολύ αργά. Στα πλαίσια αυτά οφείλουν να βρεθούν άμεσα λύσεις στο θέμα της Ευρωζώνης – η οποία έχει διαχειρισθεί την κρίση πολύ χειρότερα από τις Η.Π.Α.
.
Η ΑΝΕΡΓΙΑ
Ειδικά όσον αφορά τους εργαζόμενους, με την πολιτική λιτότητας χωρίς τη «συνοδεία» αναπτυξιακών μέτρων που επέβαλλε η Γερμανία, η ανεργία έχει εκτοξευθεί στα ύψη. Την ίδια στιγμή, υπάρχουν μεγάλες διαφοροποιήσεις στους βασικούς μισθούς – οι οποίες επιδεινώνουν τα προβλήματα της Ευρωζώνης (γράφημα).
.
Τα επίπεδα του βασικού μισθού ανά χώρα (1η, λευκή στήλη) και η αγοραστική δύναμη της κάθε χώρας (2η στήλη, γκρι-κρεμ-κόκκινη).
(*Πατήστε στην εικόνα για μεγέθυνση)
.
Οφείλουν λοιπόν να βρεθούν άμεσα λύσεις – εάν δεν θέλει κανείς να διαλυθεί η Ευρωζώνη από την ανεργία, από την οικονομική κατάρρευση και από τα υψηλά χρέη. Μία από τις λύσεις αυτές είναι σίγουρα η παρακάτω:
“Η Ευρωζώνη πρέπει να δημιουργήσει έναν κοινό προϋπολογισμό, ο οποίος να είναι της τάξης του 4% του ΑΕΠ της (12,2 τρις € ΑΕΠ, οπότε 0,49 τρις € έσοδα). Το ποσόν αυτό θα έπρεπε να χρηματοδοτηθεί από την φορολόγηση των επιχειρήσεων, σε ευρωπαϊκό επίπεδο – ενώ το σύνολο του οφείλει να εισρεύσει σε ένα κοινό ευρωπαϊκό ταμείο ανεργίας.
Όταν η ανεργία σε μια χώρα της Ευρωζώνης αυξάνεται, τότε θα πρέπει να εισπράττει μεγαλύτερα ποσά από το κοινό ασφαλιστικό ταμείο – έτσι ώστε να μπορεί να την καταπολεμήσει. Με τον τρόπο αυτό τα κράτη θα μπορούν να ανταπεξέρχονται καλύτερα με τις κρίσεις“.
Αντίθετη φυσικά με αυτή τη λύση είναι όπως πάντα η Γερμανία – όπως και με κάθε άλλη, η οποία στοχεύει στην πραγματική ενοποίηση των χωρών της ζώνης του ευρώ.
Το πως αντιλαμβάνεται όμως ένα κοινό μέλλον, χωρίς την τραπεζική, τη δημοσιονομική και την πολιτική ένωση, καθώς επίσης χωρίς την παραμικρή αλληλεγγύη μεταξύ των χωρών-μελών της Ευρωζώνης, ακόμη περισσότερο χωρίς την εξισορρόπηση των ελλειμμάτων και των πλεονασμάτων στα ισοζύγια τρεχουσών συναλλαγών, αποτελεί έναν μεγάλο γρίφο – γεγονός που οδηγεί στο συμπέρασμα ότι, η καλύτερη δυνατή λύση της Ευρωζώνης είναι η «απόσχιση» της Γερμανίας.
