
Από την Ουκρανία φαίνεται καθαρά το πως χρησιμοποιούνται από τη Δύση τόσο το ΔΝΤ, όσο και η Παγκόσμια Τράπεζα, καθώς επίσης τα άλλα οικονομικά όπλα, για την επίθεση σε πολλές χώρες – οι επιδρομές του «Ταμείου» στη Λατινική Αμερική
(To άρθρο αποτελείται από 3 Σελίδες)
.
”Η πολιτική που ακολουθεί αυτή τη στιγμή η Δύση στο θέμα της Κριμαίας, της Ουκρανίας γενικότερα, μοιάζει με αυτήν που οι αμερικανοί έχουν «βαφτίσει», σε στιγμές διαύγειας, «Pitbull–Politics» – έννοια που χρησιμοποιείται όταν κάποιος επιτίθεται σε έναν άλλο, με τη ζωώδη σκληρότητα και την πανίσχυρη δύναμη των ενστίκτων. Ουσιαστικά πρόκειται για μία επίθεση με «απογυμνωμένα δόντια» και χωρίς μυαλό, με στόχο την «κατακρεούργηση» του αντιπάλου – χωρίς τον παραμικρό δισταγμό, ενδοιασμό, σύνεση ή σκέψη, σχετικά με τις συνέπειες της συγκεκριμένης συμπεριφοράς.
Δυνάμεις του ΝΑΤΟ τοποθετούνται στα σύνορα της Ρωσίας, προετοιμάζονται οικονομικές κυρώσεις, πυροδοτούνται υβριστικά πυροτεχνήματα, ενώ χαρακτηρίζεται ως Χίτλερ από την αμερικανίδα πρώην υπουργό εξωτερικών ο πρόεδρος της Ρωσίας – ακόμη και ως κόμης Δράκουλας, Στάλιν ή Νέρωνας από κάποιους άλλους.
Εν τούτοις, περισσότερος από το μισό πληθυσμό της κάποτε Σοβιετικής Ένωσης είναι πλέον εκτός της επιρροής του Κρεμλίνου – όπως η Λιθουανία, η Λετονία, η Εσθονία, η Γεωργία, το Καζακστάν, η Μολδαβία κοκ. Συνολικά 14 από αυτές τις χώρες είναι υπέρ της Δύσης, ενώ οι 10 ανήκουν στο ΝΑΤΟ – γεγονός που έχει επιτευχθεί και με τη βοήθεια του ΔΝΤ, το οποίο έχει βάλει στο στόχαστρο και την Ουκρανία. Με εξαίρεση μία μικρής διάρκειας αντιπαράθεση στη Γεωργία, η εισβολή του ΝΑΤΟ στο πρώην σοβιετικό Ράιχ έγινε εντελώς αναίμακτα, κατά τη διάρκεια των τελευταίων είκοσι ετών.
Ο σημερινός πρόεδρος της Ρωσίας ανήκε ανέκαθεν σε αυτούς που δεν συμφωνούσαν με αυτά που συνέβαιναν – έχοντας αναφέρει χαρακτηριστικά ότι, «πρόκειται για τη μεγαλύτερη γεωστρατηγική καταστροφή της νέας εποχής». Αν και προσπάθησε όμως να επιβραδύνει τη «διάβρωση», αρχικά στη Γεωργία και σήμερα στην Ουκρανία, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως εισβολέας, με επεκτατικές διαθέσεις – εάν δεν θέλει βέβαια κανείς να διαστρεβλώσει την πραγματικότητα.
Σε κάθε περίπτωση η πρώην σοβιετική αυτοκρατορία καταρρέει – ενώ εάν υπάρχει κάποιος, ό οποίος θα μπορούσε να επιτύχει το «φύσει αδύνατον», να σταματήσει δηλαδή τη διαδικασία κατάρρευσης και να σταθεροποιήσει τη χώρα του, αυτός είναι ο σημερινός Ρώσος πρόεδρος.
Στα πλαίσια αυτά η Κριμαία, η οποία ανήκει στη Ρωσία όπως η Κύπρος στην Ελλάδα (από τα 240 χρόνια που υπάρχει ως σύγχρονο έθνος, τα 171 ανήκε στη Ρωσία, έχοντας αποδοθεί στην Ουκρανία το 1954 από τον Χρουστσόφ), ενώ αποτελεί τη σημαντικότερη βάση του ρωσικού πολεμικού ναυτικού στη Μαύρη Θάλασσα, είναι αδύνατον να αφεθεί στα χέρια της Δύσης – αφού θα ισοδυναμούσε με την αυτοκτονία της Ρωσίας.
Περαιτέρω, πολλοί θεωρούν πως ο W. Putin ευρίσκεται σε μία ανάλογη κατάσταση με τον J.F. Kennedy το 1962 – όταν η Μόσχα είχε ξεκινήσει να τοποθετεί πυρηνικούς πυραύλους στον «προθάλαμο» των Η.Π.Α., στην Κούβα. Εκείνη την εποχή, ο αμερικανός πρόεδρος είχε αδιαφορήσει εντελώς για την εθνική ανεξαρτησία της Κούβας – αναγκάζοντας τη Σοβιετική υπερδύναμη, μέσω ενός θεαματικού θαλάσσιου αποκλεισμού, να υποχωρήσει.
Είτε το θέλουμε λοιπόν, είτε όχι, ο «χαρακτήρας» (Status) μίας υπερδύναμης απαιτεί να σκέφτεται σε «σφαίρες επιρροής» – ενώ στα σύνορα μίας υπερδύναμης δεν μπορεί να «στήνει τις σκηνές του» ο αντίπαλος. Ο φόβος της περικύκλωσης είναι ενσωματωμένος στο γενετικό κώδικα κάθε ηγεμόνα – ενώ όταν δεν γίνεται αποδεκτή η βιολογία της δύναμης, τότε μπορεί να γίνει κανείς πάστορας, αλλά όχι «πολιτικός πραγματιστής» ή ηγέτης ενός κράτους.
Το να τιμωρηθεί με οικονομικές κυρώσεις για την παραπάνω αυτονόητη θέση του ο ρώσος πρόεδρος δεν είναι καθόλου έξυπνο, δεν θα έχει το αναμενόμενο αποτέλεσμα, ενώ θα σημάνει το ξεκίνημα ενός φαύλου κύκλου αντιμέτρων, με απρόβλεπτα επακόλουθα – χωρίς να αποκλείεται ακόμη και ένας Παγκόσμιος Πόλεμος.
Όσον αφορά δε την οικονομική πλευρά, οι πολυεθνικές επιχειρήσεις, οι τράπεζες της Δύσης, οι κερδοσκόποι, οι εταιρείες αξιολόγησης, το ΔΝΤ κοκ. δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται ως πολεμικά όπλα διείσδυσης και κατάληψης άλλων χωρών – ιδίως όταν πρόκειται για χώρες που ανήκουν στη σφαίρα επιρροής άλλων υπερδυνάμεων. Αντίθετα, πρέπει να προωθούν τη σταθερότητα στον πλανήτη – η συναλλαγματική ισοτιμία της οποίας, το νόμισμα δηλαδή με το οποίο αποκτάται η σταθερότητα, είναι η εμπιστοσύνη“. (ΗΒ με παρεμβάσεις).
.
Ανάλυση
Φαίνεται πλέον καθαρά από την περίπτωση της Κριμαίας το πως χρησιμοποιούνται από τη Δύση τόσο το ΔΝΤ, όσο και η Παγκόσμια Τράπεζα, καθώς επίσης τα άλλα οικονομικά όπλα, για την εισβολή σε πολλές χώρες – μεταξύ των οποίων συμπεριλαμβάνεται και η Ελλάδα, η «προ ΔΝΤ» κυβέρνηση της οποίας οδηγήθηκε στην πτώση της, με μεθόδους σχετικά ανάλογες με αυτές της Ουκρανίας (αν και αρκετά πιο ήπιες, αφού επιλέχθηκε η κατάληψη της εξουσίας από μία «σοσιαλιστική» κυβέρνηση και όχι από ακροδεξιά, με «ναζιστικές καταβολές»).
Ειδικά όσον αφορά τους αρχιερείς της Δύναμης, το ΔΝΤ, λειτουργεί ουσιαστικά σαν μία παγκόσμια αστυνομία, σκοπός της οποίας είναι η παρακολούθηση της συμμόρφωσης στις εντολές της από εκείνες τις χώρες, οι οποίες ζητούν διεθνή οικονομική βοήθεια – έχοντας, σκόπιμα ή μη, οδηγηθεί στον προθάλαμο της χρεοκοπίας.
Όπως έχουμε επισημάνει δε αρκετές φορές, εάν δεν επιτραπεί η εισβολή του ΔΝΤ, τότε ακολουθεί η επίθεση του ΝΑΤΟ – κάτι που συνέβη στο Ιράκ, στην πρώην Γιουγκοσλαβία και στην Ουκρανία σήμερα.
Η εικόνα «μαύρου χιούμορ» αμερικανικού περιοδικού που ακολουθεί είναι χαρακτηριστική – ενώ η εισβολή του ΔΝΤ έχει ουσιαστικά τα ίδια αποτελέσματα στις κοινωνίες, με αυτήν του ΝΑΤΟ (κατεστραμμένα νοσοκομεία, εξαθλιωμένοι πολίτες, κλειστά σχολεία, χρεοκοπημένες επιχειρήσεις, ανεργία, πείνα, αρρώστιες, αύξηση της θνησιμότητας, εγκληματικότητα κοκ.)
.
.
Έχοντας αναφερθεί στο παρελθόν διεξοδικά στην εισβολή του ΔΝΤ στη Βραζιλία, καθώς επίσης στην Αργεντινή, θα επικεντρωθούμε γενικότερα στις τραυματικές εμπειρίες των χωρών της Λατινικής Αμερικής, οι οποίες προκλήθηκαν από τον «πολιορκητικό κριό» της υπερδύναμης – στο όνομα του Διεθνούς Δικαίου και της παγκόσμιας κοινότητας.
Εισαγωγικά δε, είναι σκόπιμο ίσως να αναφερθούμε στη σχετικά πρόσφατη αντιπαράθεση μεταξύ της διευθύντριας του ΔΝΤ και της προέδρου της Αργεντινής, με την τελευταία να ενοχοποιείται για παραποιημένες στατιστικές της χώρας της – με αποτέλεσμα να της δοθεί ένα τελεσίγραφο 90 ημερών για να επανορθώσει, με την απειλή της «ακύρωσης» της συμμετοχής της στο «Ταμείο».
Η πρόεδρος της Αργεντινής εξοργίσθηκε ιδιαίτερα για την παρομοίωση που χρησιμοποίησε η κυρία Lagarde από τον κόσμο του ποδοσφαίρου, σύμφωνα με την οποία θα έδινε στη χώρα της κόκκινη κάρτα – λέγοντας πως η Αργεντινή είναι ένα ανεξάρτητο κράτος και όχι μία ποδοσφαιρική ομάδα, οπότε δεν δέχεται καμία πίεση και καμία απειλή από το εξωτερικό. Πόσο μάλλον όταν, κατά την κυρία Kirchner, το ΔΝΤ λειτουργεί πολύ πιο αποτυχημένα, σε σχέση με τον παγκόσμιο οργανισμό ποδοσφαίρου (FIFA).
Συνεχίστε στη 2η σελίδα (…)
Η ΛΑΤΙΝΙΚΗ ΑΜΕΡΙΚΗ
Οι σχέσεις της ηπείρου με το ΔΝΤ έχουν μεγάλη ιστορία – ενώ η αλαζονική αντιμετώπιση της από την, με ναζιστικές δομές, παγκόσμια οικονομική αστυνομία, ανάγεται στην ιδιοσυγκρασία των Ισπανών κατακτητών, πολλούς αιώνες πριν. Οι κατακτητές αυτοί αναζητούσαν στη μέση και νότια Αμερική το «Χρυσό άνθρωπο» (El Dorado) – το μυθολογικό βασιλιά, ο χαρακτηρισμός του οποίου «διευρύνθηκε» σε μία πόλη και στη συνέχεια σε ολόκληρη τη «νοτιοαμερικανική ήπειρο», από το Μεξικό μέχρι κάτω.
Στα πλαίσια αυτά, εισέβαλλαν σε όλες τις τότε χώρες Ισπανοί και Πορτογάλοι, ληστεύοντας και καταστρέφοντας τα πάντα στο πέρασμα τους – μία διαδικασία που συνεχίσθηκε αργότερα από τις μεγάλες εταιρείες εξόρυξης μετάλλων, όταν τα χρήματα είχαν ακόμη αντίκρισμα σε χρυσό ή ασήμι, καθώς επίσης από τις σύγχρονες πολυεθνικές (οι οποίες λεηλάτησαν τους ενεργειακούς και λοιπούς φυσικούς πόρους της ηπείρου, μη εξαιρουμένου του νερού).
Ο πρώην πρόεδρος της Βενεζουέλας (H. Chavez), η οποία πλήττεται σήμερα από ένα καταστροφικό πληθωρισμό, συνοδευόμενο από αιματηρές κοινωνικές αναταραχές, είχε χαρακτηρίσει το 2007 το ΔΝΤ με τα εξής λόγια: “Είναι η κατάρα της περιοχής“. Φυσικά την ίδια άποψη έχουν όλες οι χώρες της Λατινικής Αμερικής – για τις οποίες το ΔΝΤ είναι συνώνυμο με το διάβολο, με την «επί γης κόλαση».
Οι Η.Π.Α. γενικότερα δεν είναι καθόλου αγαπητές στην (ημι)ήπειρο των 400 εκ. περίπου κατοίκων, επειδή θεωρείται πως προσπαθούν με τα δολάρια τους να μεταβάλλουν όλα τα κράτη σε δούλους τους. Ως ο εχθρός νούμερο ένα των Πολιτών εκεί «ψηφίζεται» το ΔΝΤ, ακολουθούμενο από την Παγκόσμια Τράπεζα και τα πολυεθνικά χρηματοπιστωτικά ιδρύματα – σύμφωνα με μία δημοσκόπηση που διενεργήθηκε το 2006.
Συνεχίζοντας, το Περού ήταν η πρώτη χώρα της Νοτίου Αμερικής που απευθύνθηκε το 1954 στο ΔΝΤ – ακολουθούμενο το 1956 από τη Χιλή η οποία, όπως και το Περού, θα έπρεπε να αποδεχθεί τις εντολές του «Ταμείου» για να της εγκρίνει τα δάνεια που χρειαζόταν. Οφείλουμε να τονίσουμε εδώ πως έκτοτε, οι συμφωνίες που υπογράφονται με το ΔΝΤ, είναι υποχρεωτικό να παραμένουν μυστικές – να μην δημοσιεύονται δηλαδή, έτσι ώστε να μην γίνονται γνωστές στο ευρύ κοινό.
Αναλυτικότερα, τα «μνημόνια συνεργασίας» που απαιτεί να υπογράφονται από τις εκάστοτε κυβερνήσεις το ΔΝΤ, δεν έχουν τη «διαβάθμιση» των διεθνών συμβάσεων – αφού ουσιαστικά είναι εκτός των ορίων του «πολιτικού κοινοβουλευτισμού». Με την έννοια αυτή, είναι ανόητη η επίκληση του συντάγματος από τις χώρες που επιβάλλονται οι όροι του ΔΝΤ – αφού τα μνημόνια είναι εκ φύσεως αντισυνταγματικά, όπως γνωρίζουν πολύ καλά όλες οι κυβερνήσεις που τα αποδέχονται.
Η μοναδική χώρα στην ιστορία που δανείσθηκε από το ΔΝΤ, χωρίς να υπογράψει μνημόνια, ήταν η Μ. Βρετανία το 1960 – όταν ζήτησε τη βοήθεια του, για να αντιμετωπίσει τα ελλείμματα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών της.
Φυσικά τα δάνεια του ΔΝΤ δεν είναι δωρεάν – αφού πληρώνεται αμέσως ένα «ασφάλιστρο» της τάξης του 0,25%, προκαταβολικά για τους συμβούλους ή τους συνεργάτες του Ταμείου. Για ένα δάνειο δηλαδή της τάξης των 30 δις €, το ΔΝΤ απαιτεί πάνω από 75 εκ. € αμοιβή προκαταβολικά – ενώ τα επιτόκια, με τα οποία παρέχει δάνεια, είναι της τάξης του 2,5-4,5% επί πλέον.
Επιστρέφοντας στη Λατινική Αμερική, το 1982 βυθίστηκε σε μία μαζική κρίση χρέους, ανάλογη με αυτήν σήμερα της Ευρωζώνης (η κρίση του ευρωπαϊκού νότου είναι κατά πολύ μεγαλύτερη). Ακριβώς εκείνη την εποχή, το ΔΝΤ έκανε την πρώτη μεγάλη του είσοδο στην παγκόσμια σκηνή – αφού τότε στράφηκαν τα φώτα της διεθνούς δημοσιότητας επάνω του.
Ειδικότερα, τον Αύγουστο του 1982 το Μεξικό ήταν στα πρόθυρα της χρεοκοπίας – έχοντας την αμέσως προηγούμενη δεκαετία υπερχρεωθεί, με δάνεια που έλαβε από μεγάλες διεθνείς ιδιωτικές τράπεζες, για να ισοσκελίσει τα ετήσια μεγάλα εμπορικά του ελλείμματα. Οι τράπεζες αυτές είχαν μεγάλη ρευστότητα, επειδή αυξήθηκαν οι τιμές του πετρελαίου – λόγω των οποίων τα έσοδα τους από τις χώρες του ΟΠΕΚ είχαν εκτοξευτεί στα ύψη.
Τα ονομαζόμενα τότε πετροδολάρια αναζητούσαν κερδοφόρες τοποθετήσεις, με αποτέλεσμα να δοθούν μεγάλα δάνεια στο Μεξικό, αλλά και στις υπόλοιπες υπό χρεοκοπία χώρες – στη Βραζιλία, στην Αργεντινή και στη Βενεζουέλα. Η αιτία των οικονομικών δυσκολιών αυτών των κρατών ήταν οι «μικρές παγκόσμιες κρίσεις» της δεκαετίας του 1970, καθώς επίσης του 1980/81 – οι οποίες περιόρισαν σημαντικά τις εξαγωγές τους.
Έτσι, ενώ το 1977 το 15% των δημοσίων εσόδων των χωρών της Λατινικής Αμερικής έφθανε για την εξυπηρέτηση των τόκων, το 1982 είχε φτάσει στο 25% – ενώ στο ίδιο χρονικό διάστημα, τα ποσά που έπρεπε να πληρωθούν (χρεολύσια) εκτινάχθηκαν από τα 40 δις $ στα 120 δις $.
Τότε ακριβώς επενέβη το ΔΝΤ, ουσιαστικά για να μην χρεοκοπήσουν οι τράπεζες που δάνεισαν τις νοτιοαμερικανικές χώρες – όπως συμβαίνει συνήθως, πρόσφατα δε και στην Ελλάδα. Δημιουργήθηκε λοιπόν ένα «Πρόγραμμα αναδιάρθρωσης», εξειδικευμένο για τη Λατινική Αμερική – το οποίο όμως στη συνέχεια εφαρμόσθηκε στην Ασία, στην Αφρική και στην Ευρώπη σήμερα, με ελάχιστες στην πραγματικότητα αλλαγές.
Φυσικά προκλήθηκαν κοινωνικές αντιδράσεις και αναταραχές, συγκρούσεις, καθώς επίσης πολιτικές ανακατατάξεις – τις οποίες όμως έμαθε να χειρίζεται το ΔΝΤ κάθε φορά και καλύτερα, μη διστάζοντας να χρησιμοποιήσει ακόμη και «ασύμμετρα όπλα» (όπως στη Μαρφίν ή στο Κίεβο σήμερα).
Έκτοτε δε αναφέρεται σε «πορώδεις» και ασαφείς πολιτικές συνθήκες στις χώρες που εισβάλλει, ενοχοποιεί τους πολίτες για φοροδιαφυγή, διαφθορά ή ότι άλλο, χρηματίζει τους πολιτικούς, ελέγχει στιβαρά τόσο την κυβέρνηση, όσο και την αξιωματική αντιπολίτευση, απολύει μαζικά τους εργαζομένους για να παρακαλούν αργότερα να εργασθούν με ελάχιστες αμοιβές, κλείνει τις τοπικές επιχειρήσεις για να διευκολύνει την είσοδο των πολυεθνικών εντολέων του, καθώς επίσης την πτώση των τιμών (ακινήτων, μετοχών κλπ.), λεηλατεί την δημόσια και ιδιωτική περιουσία, εκμηδενίζει το κοινωνικό κράτος κοκ.
.
Η ΣΥΝΑΙΝΕΣΗ ΤΗΣ ΟΥΑΣΙΓΚΤΟΝ
Η συγκεκριμένη «Ημερήσια Διάταξη» (Agenda) «γεννήθηκε» το 1989 από τον J. Williamson – ο οποίος ήταν σύμβουλος του βρετανικού υπουργείου οικονομικών μεταξύ των ετών 1968 και 1970, έχοντας ανάλογη θέση στο ΔΝΤ. Αρχικά αναφερόταν «μόνο» σε μία γενική μακροοικονομική σταθεροποίηση των χωρών που απειλούταν με χρεοκοπία – σε φορολογικές μεταρρυθμίσεις, στην προστασία της ιδιοκτησίας, καθώς επίσης στο άνοιγμα των αγορών, όσον αφορά τις διεθνείς επενδύσεις και το εμπόριο.
Ουσιαστικά επέβαλλε τους κανόνες της ελεύθερης αγοράς – ενώ αργότερα μεταλλάχθηκε στις δέκα εντολές των κυριάρχων του σύμπαντος, στην αμερικανική συναίνεση ή στο μονοπωλιακό δόγμα (ανάλυση μας), με αποτέλεσμα να απομακρυνθεί ο εμπνευστής της από το «στρατόπεδο» του ΔΝΤ. Όπως περιγράφηκε δε από γνωστούς οικονομολόγους,
“Το ΔΝΤ αντιμετωπίζει αυτές τις κατευθυντήριες γραμμές ως αυτοσκοπό, αντί σαν μέσο για μία δίκαιη αναδιανομή του πλούτου και μία αειφόρο ανάπτυξη – ενώ η σταθεροποίηση της οικονομίας, οι ιδιωτικοποιήσεις, καθώς επίσης η απελευθέρωση των αγορών, αποτέλεσαν το δόγμα μία ολόκληρης γενιάς τεχνοκρατών.
Οι τεχνοκράτες αυτοί, στην υπηρεσία του «σιωνιστικού κερδοσκοπικού κεφαλαίου», «έτριξαν τα δόντια» στις χώρες του τρίτου κόσμου και στους πολιτικούς ηγέτες τους – στους οποίους αρχικά εμφανίζονταν ως σύμβουλοι, σκάβοντας αμέσως μετά τον τάφο τους”.
Η σημερινή οικονομική επίθεση στη Ρωσία, ο δείκτης του χρηματιστηρίου της οποίας σχεδόν κατέρρευσε (γράφημα), αποδεικνύει πως οι μέθοδοι των εισβολέων έχουν ισχυροποιηθεί σημαντικά – εις βάρος όλων σχεδόν των χωρών του πλανήτη.
.
Δείκτης χρηματιστηρίου RTS της Ρωσίας σε ελεύθερη πτώση από τον Ιανουάριο του 2014
.
Στην περίπτωση της Βραζιλίας το 1983, η τότε κυβέρνηση αποδέχθηκε το τριετές πρόγραμμα σταθεροποίησης του ΔΝΤ – το οποίο συμπεριλάμβανε μια υποτίμηση της τάξης του 30% για το εθνικό νόμισμα, καθώς επίσης ένα δάνειο ύψους 4,5 δις $ από το Ταμείο.
Οι όροι για την παροχή του δανείου απαιτούσαν τη μείωση του ελλείμματος του ισοζυγίου εξωτερικών συναλλαγών από 2% το 1983, στο 1% το 2005 (περί το 15% ήταν πρόσφατα το αντίστοιχο της Ελλάδας), τη μείωση του ελλείμματος του προϋπολογισμού κατά 50% (στο 8% του ΑΕΠ), καθώς επίσης τον περιορισμό του πληθωρισμού κατά 85% έως το τέλος του 1983 (είχε φτάσει στο 100% στα τέλη του 1982).
Για να επιτευχθούν τα παραπάνω αυξήθηκαν δραστικά τα επιτόκια, ενώ μειώθηκαν δραματικά οι κοινωνικές δαπάνες, καθώς επίσης οι επιδοτήσεις της κρατικής βιομηχανίας – ενώ καταργήθηκαν οι συλλογικές συμβάσεις, με βάση τις οποίες οι μισθοί ήταν συνδεδεμένοι με το ποσοστό του πληθωρισμού. Φυσικά απαιτήθηκε η άρση της απαγόρευσης των εκροών κεφαλαίων των διεθνών επενδυτών – έτσι ώστε να μπορέσουν να διαφύγουν, εισπράττοντας πρώτοι από τα χρήματα που δάνεισε το ΔΝΤ στο κράτος.
Το αποτέλεσμα των μέτρων που επιβλήθηκαν ήταν ο διπλασιασμός σχεδόν του πραγματικού πληθωρισμού – αφού οι τιμές αυξήθηκαν δύο φορές περισσότερο από τους μισθούς. Ακολούθησαν μαζικές εξεγέρσεις εκ μέρους του πληθυσμού, οπότε το ΔΝΤ δεν έδωσε την επόμενη δόση του δανείου που είχε υποσχεθεί – απαιτώντας παράλληλα από την κυβέρνηση να αυξήσει τις τιμές του πετρελαίου κατά 45%, του ηλεκτρικού κατά 90%, καθώς επίσης να περιορίσει τις αυξήσεις των μισθών στο 80% του πληθωρισμού.
Λίγο αργότερα, το Νοέμβριο του 1983, εν μέσω τεράστιων κοινωνικών αναταραχών και εξεγέρσεων, το ΔΝΤ ενέκρινε στη Βραζιλία ένα δάνειο ύψους 11 δις $, σε συνεργασία με διεθνείς μεγάλες τράπεζες – το μεγαλύτερο μέρος του οποίου όμως χρησιμοποιήθηκε για την πληρωμή των χρεών της Βραζιλίας απέναντι στις συγκεκριμένες τράπεζες.
Συνεχίστε στη 3η σελίδα (…)
.
Η ΚΡΙΣΗ ΤΗΣ ΤΕΚΙΛΑΣ
Η ονομαζόμενη «Κρίση της τεκίλας» ξέσπασε τα έτη 1993 και 1994, ως αποτέλεσμα μίας συναλλαγματικής και τραπεζικής κρίσης – η οποία κατέληξε σε μία ευρύτερη οικονομική κρίση που συνοδεύθηκε από εσωτερική πολιτική αστάθεια. Η «γενεσιουργός αιτία» ήταν η σύνδεση του αδύναμου νομίσματος του Μεξικού με το δολάριο, η οποία δεν μπορούσε να διατηρηθεί – ενώ ξέσπασε με τη μαζική εκροή των ξένων κεφαλαίων, κυρίως των αμερικανικών, η οποία οδήγησε πολλές τράπεζες που είχαν δανεισθεί σε ξένο συνάλλαγμα, στα όρια της χρεοκοπίας (φόβος που, μεταξύ άλλων, συναντάται σήμερα στην Τουρκία).
Στη συνέχεια το «Peso» άρχισε να υποτιμάται (έως και 50% την ημέρα), με αποτέλεσμα οι υπερχρεωμένες μεξικανικές τράπεζες να εξαγορασθούν «ακαριαία» και σε εξευτελιστικές τιμές από τις διεθνείς. Ακολούθησαν οι επιχειρήσεις, οι οποίες είχαν υπερχρεωθεί, κυρίως λόγω των υψηλών επιτοκίων δανεισμού στις τοπικές τράπεζες και επομένως στις διεθνείς που τις εξαγόρασαν – κάτι που συμβαίνει σήμερα στην Ελλάδα, εν μέρει εν αγνοία μας.
Ως συνέπεια των παραπάνω, το μεξικανικό κράτος βυθίστηκε στα προβλήματα – μεταξύ άλλων επειδή τα υψηλότοκα ομόλογα, με τα οποία χρηματοδοτούταν από τις εγχώριες τράπεζες, κατέληξαν στα χέρια των αγοραστών τους ξένων τραπεζών, οι οποίες όμως έπαψαν να το δανείζουν.
Στη συνέχεια (Ιανουάριος του 1995), αντιμετωπίσθηκε η κρίση με ένα διεθνές πρόγραμμα συνεργασίας, ύψους 47,8 δις $, εκ των οποίων τα 20 δις $ προέρχονταν από τις Η.Π.Α. – με αποτέλεσμα ως συνήθως να διασωθούν οι διεθνείς τράπεζες, καθώς επίσης τα ξένα κερδοσκοπικά κεφάλαια, ενώ τα χρέη του Μεξικού αυξήθηκαν όσο ποτέ μέχρι τότε στην ιστορία του.
.
Η ΚΑΤΑΡΡΕΥΣΗ ΤΗΣ ΑΡΓΕΝΤΙΝΗΣ
Το 2001/02, μετά από αρκετά χρόνια δραστηριοποίησης του ΔΝΤ, η Αργεντινή ανέστειλε την πληρωμή των χρεών της – όπως ενδεχομένως να συμβεί και στην Ελλάδα (ανάλυση). Η χώρα πάγωσε τις καταθέσεις και υποτίμησε το νόμισμα της – με αποτέλεσμα εκατομμύρια καταθετών να χάσουν όλα τους τα χρήματα, να καταστραφεί ολοσχερώς η μεσαία τάξη, καθώς επίσης να διαδηλώνουν οι πολίτες καθημερινά με το σύνθημα «Que se vayan todos» (Εξαφανιστείτε), απευθυνόμενοι στο ΔΝΤ και στους πολιτικούς τους.
Το ΔΝΤ είχε βέβαια εγκρίνει νέα δάνεια, παρά το ότι φαινόταν πως η χώρα θα χρεοκοπούσε (147 δις $ εξωτερικό χρέος το 2000), επειδή είχε ιδιωτικοποιήσει την αεροπορική της εταιρεία, τον τεράστιο κρατικό ενεργειακό όμιλο YPF και διάφορες άλλες κοινωφελείς, κερδοφόρες επιχειρήσεις – τις οποίες εξαγόρασαν σε εξευτελιστικές τιμές οι εντολείς του, χωρίς να μειωθεί καθόλου το δημόσιο χρέος της Αργεντινής.
Εν τούτοις, το 2002 το ΔΝΤ ανακοίνωσε ότι, “Με το νέο πρόγραμμα μας δεν είχαμε καμία επιτυχία” και αποχώρησε – ενώ η χώρα άρχισε να αναπτύσσεται με έντονους ρυθμούς, καταλήγοντας σήμερα ξανά στα πρόθυρα της χρεοκοπίας. Ακριβώς το ίδιο συνέβη και στην Τουρκία, η οποία όμως εξόφλησε το ΔΝΤ – με την έννοια ότι σήμερα βαδίζει ξανά προς τη χρεοκοπία.
Η εξήγηση είναι απλή, με κεντρικό σημείο το ότι, μετά από την εκάστοτε εισβολή του ΔΝΤ ληστεύεται κυριολεκτικά ο ιδιωτικός και δημόσιος πλούτος της χώρας-θύμα του. Στη συνέχεια, καταστρέφεται ολόκληρος ο εθνικός του παραγωγικός ιστός – οπότε αυξάνονται τα ελλείμματα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών, καταρρέει το νόμισμα, διαφεύγουν τα ξένα κεφάλαια στο εξωτερικό, χωρίς τα οποία είναι αδύνατη η χρηματοδότηση των ελλειμμάτων κοκ.
Έχοντας αναφερθεί με λεπτομέρεια σε προηγούμενες αναλύσεις μας στην Αργεντινή, στη Βραζιλία, στην Παραγουάη και αλλού, στη δεύτερη κατά σειρά κρίση τους (δεκαετία του 1990), θεωρούμε πως είναι οι χώρες (όχι τόσο η Παραγουάη) που έχουν πληρώσει πιο ακριβά από κάθε άλλη την εισβολή του ΔΝΤ – ενώ θα μπορούσαν κάλλιστα να την αποφύγουν, διαθέτοντας τεράστιο πλούτο σε ενεργειακές πηγές, μεταλλεύματα κοκ. ‘Άλλωστε αυτό προσπαθούν πλέον, με την ίδρυση της «Τράπεζας του Νότου» (Banco del Sur), με την πολιτική ένωση 12 χωρών που διαδέχθηκε τη «Mercosur», με τη νομισματική ένωση που επιδιώκεται έως το 2025 κοκ.
.
ΕΠΙΛΟΓΟΣ
Ολοκληρώνοντας τη σημερινή αναφορά μας στην πρώτη κυρίως κρίση της Λατινικής Αμερικής, το μεγαλύτερο ίσως θύμα μέχρι τώρα του ΔΝΤ, θεωρούμε σκόπιμη την επανάληψη μέρους της σχετικής με τη Βραζιλία ανάλυσης μας, όσον αφορά τη δεύτερη κρίση της, το 1998 – έτσι ώστε να δοθεί μία καλύτερη εικόνα.
Το 2001 λοιπόν, λιγότερο από τρία χρόνια μετά την παροχή του δανείου εκ μέρους του ΔΝΤ, στις μεγαλουπόλεις της νοτιοανατολικής πλευράς και του κέντρου της Βραζιλίας, είχε ξεσπάσει ένας απίστευτος «ταξικός» πόλεμος, ένας εμφύλιος πόλεμος δηλαδή τεραστίων διαστάσεων – με 40.000 θύματα συμπλοκών και πολυάριθμους βίαιους θανάτους. Το 90% της βίας, η οποία είχε καταλάβει τη χώρα, ήταν το αποτέλεσμα της εξτρεμιστικής φτώχειας, στην οποία είχε «υποχρεωθεί» ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού – μόλις το 10% καταλογιζόταν στο οργανωμένο, διεθνές έγκλημα.
Στο Sao Paulo, οι πάμπλουτοι επιχειρηματίες μετακινιόντουσαν μόνο με ελικόπτερα, ενώ οι απλά ευκατάστατοι πολίτες, με αλεξίσφαιρες λιμουζίνες. Ιδιωτικοί αστυνομικοί, με στρατιωτική εκπαίδευση και οπλισμό, καθώς επίσης τείχη ύψους τουλάχιστον τεσσάρων μέτρων, προστάτευαν τις πολυτελείς κατοικίες – ενώ ακόμη και η πρόσκληση επίσκεψης ενός φίλου της ανώτερης εισοδηματικής τάξης της χώρας, ισοδυναμούσε με πολεμική εκστρατεία.
Για να φτάσει δηλαδή κανείς στο σπίτι κάποιου φίλου του, για να χρησιμοποιήσει τον ανελκυστήρα ή για να εισέλθει σε κάποιον όροφο, ήταν απαραίτητη η γνώση και η χρήση μίας σειράς μυστικών κωδικών, μέσω των οποίων προστατευόταν οι χώροι διαμονής των ευκατάστατων πολιτών. Όλες οι πόρτες των σπιτιών ήταν ειδικά ασφαλισμένες, καλυμμένες με ανθεκτικά μέταλλα και πολλαπλές κλειδαριές, ενώ ακόμη και η μεσαία εισοδηματική τάξη ζούσε σε διαμερίσματα που θύμιζαν χρηματοκιβώτια (πηγή: J.Ziegler).
Το 2002, έτος χρεοκοπίας της Αργεντινής σύμφωνα με τις επίσημες ανακοινώσεις της κυβέρνησης, από τα 173 εκ. των Βραζιλιάνων, τα 22 εκ. ζούσαν σε συνθήκες πλήρους εξαθλίωσης (με βάση την αντιπολίτευση 45 εκ., ενώ κατά την εκκλησία 55 εκ. πολίτες – πάνω από το 30% του πληθυσμού!). Εξαθλίωση σήμαινε χρόνιο, «βαρύ» υποσιτισμό, ο οποίος οδηγούσε στην ανικανότητα, στην πλήρη αναπηρία και στο θάνατο. Στη Βραζιλία ίσχυε τότε η παροιμία: «Η πείνα κυριαρχεί στα Βόρεια της χώρας – όχι στο Νότο, επειδή εκεί βρίσκονται τα σκουπίδια των πλουσίων».
Στο κέντρο του Sao Paulo, στα σκαλοπάτια του καθεδρικού ναού, συναντούσε κανείς εκατοντάδες φτωχούς και πεινασμένους οι οποίοι, με το άδειο βλέμμα του χρόνια άνεργου, έψαχναν απεγνωσμένα στα σκουπίδια, βυθίζοντας το κεφάλι και τα χέρια τους στις βρώμικες πλαστικές σακούλες, για να βρουν ένα κομμάτι ξερό ψωμί, σαπισμένα λαχανικά, κόκαλα ή άλλα υπολείμματα τροφών. Η ανώτερη «τάξη» της μεγαλύτερης πόλης της Βραζιλίας έγινε ακόμη πιο πλούσια, με αποτέλεσμα οι τενεκέδες των σκουπιδιών της να είναι γεμάτοι – επιτρέποντας στην πληθώρα των φτωχών να αναζητούν εκεί έναν τρόπο παραμονής τους στη ζωή.
Εκείνη την εποχή, το έτος 2001, το εξωτερικό χρέος της χώρας αντιστοιχούσε στο 52% του ΑΕΠ (στην Ελλάδα σήμερα μάλλον ξεπερνάει το 170% του ΑΕΠ), ενώ οι ληξιπρόθεσμοι τόκοι ήταν της τάξης του 9,5% επί του ΑΕΠ. Τον Αύγουστο του 2001, η κυβέρνηση της Βραζιλίας παρακάλεσε γονατιστή ακόμη μία φορά το ΔΝΤ για τη χορήγηση ενός νέου δανείου. Το αίτημα της έγινε αποδεκτό από το «συνδικάτο του διαβόλου», το οποίο της χορήγησε, για δεύτερη φορά μετά το 1998, 15 δις $ με επιτόκιο 7,5%.
Στη συνέχεια, ο υπουργός οικονομικών της Βραζιλίας εμφανίσθηκε χαρούμενος σε όλα τα ΜΜΕ, ανακοινώνοντας την «επιτυχή» έκβαση των διαπραγματεύσεων με το ΔΝΤ και ζητώντας από τους πολίτες νέες θυσίες – απαραίτητες για να ξεφύγει η χώρα από τη χρεοκοπία. Το ΔΝΤ φυσικά, απαίτησε ακόμη μία φορά μεγάλες περικοπές στις δαπάνες του προϋπολογισμού, στους τομείς της Παιδείας, και της Υγείας – οι φορολογικές ελαφρύνσεις των υψηλών εισοδηματικών τάξεων παρέμειναν ως είχαν.
Στην περίπου οκταετή «θητεία» μίας κυβέρνησης (1994-2002), αποτελούμενης χωρίς καμία αμφιβολία από τα ικανότερα άτομα της προικισμένης με τεράστιο ορυκτό και λοιπό πλούτο χώρας, εκποιήθηκε σχεδόν το σύνολο των κερδοφόρων, δημοσίων επιχειρήσεων της. Μοναδική εξαίρεση η εθνική εταιρεία Petrobras, η οποία παρέμεινε στην ιδιοκτησία του κράτους, χάρη στις τεράστιες «αμυντικές» προσπάθειες των εργαζομένων της.
Η πολιτική ηγεσία της χώρας, αιτιολόγησε ως εξής τις ιδιωτικοποιήσεις των δημοσίων επιχειρήσεων: “Οι κρατικές εταιρείες μας είναι υγιείς και εξαιρετικά κερδοφόρες. Θα χρησιμοποιήσουμε τα έσοδα από την πώληση τους, για να ελαφρύνουμε τα βάρη του λαού της Βραζιλίας, οδηγώντας τον στην ανάπτυξη”.
Το αποτέλεσμα ήταν να πουληθούν πράγματι όλες οι δημόσιες επιχειρήσεις, σε σχετικά συμφέρουσες τιμές για το κράτος. Όμως, τα δισεκατομμύρια δολάρια που εισπράχθηκαν, χάθηκαν στην κυριολεξία στον αέρα.
Όπως υποθέτουν οι ειδικοί, ένα μέρος από αυτά χρησιμοποιήθηκε πράγματι για να καλύψει τα «παραδοσιακά» ελλείμματα του προϋπολογισμού. Ένα άλλο μεγάλο μέρος όμως, κατευθύνθηκε στο εξωτερικό – στους ιδιωτικούς λογαριασμούς υπουργών, δικαστών, στρατιωτικών, υψηλόβαθμων δημοσίων λειτουργών και τραπεζιτών.
.
Βασίλης Βιλιάρδος, για το Analyst.gr
Επισκεφθείτε το Blog του συγγραφέα. Πατήστε εδώ.
.
Σχετικά άρθρα:
– Οι αρχιερείς της δύναμης (α)
– Οι αρχιερείς της δύναμης (β)
– Οι αρχιερείς της δύναμης (γ)
.
