
Όταν μία χώρα έχει βυθιστεί στην ύφεση, στον αποπληθωρισμό και στα χρέη, η μοναδική δυνατότητα για να μπορέσει να δει «φως στην άκρη του τούνελ» είναι η ανάπτυξη – η οποία προϋποθέτει αφενός μεν το δανεισμό, αφετέρου την αύξηση των αμοιβών των εργαζομένων
(To άρθρο αποτελείται από 2 Σελίδες)
Η Ιαπωνία διατήρησε το πακέτο ρευστότητας στην οικονομία της, αυξάνοντας παράλληλα το ανώτατο όριο διευκόλυνσης του τραπεζικού δανεισμού από τα 3,5 τρις γεν, στα 7 τρις γεν. Αναλυτικότερα, η κεντρική τράπεζα της χώρας κρατά σταθερό το πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης, ενώ αποφάσισε να ενισχύσει σημαντικά δύο συμπληρωματικά προγράμματα, με στόχο την αύξηση της ρευστότητας στην αγορά.
Το ένα πρόγραμμα αφορά την διοχέτευση κεφαλαίων σε κλάδους της οικονομίας που η κεντρική τράπεζα θεωρεί ότι έχουν μεγάλα περιθώρια ανάπτυξης – όπως η υγεία και ο τουρισμός. Αποφασίστηκε η παράταση εφαρμογής του προγράμματος για έναν ακόμα χρόνο, ενώ διπλασιάστηκε η «οροφή» του στα 7 τρις γεν (68 δισ. δολάρια). Το πρόγραμμα είχε ολοκληρωθεί, φθάνοντας στο προβλεπόμενο ύψος των 3,5 τρις γεν.
Το δεύτερο πρόγραμμα αφορά τις τράπεζες – συγκεκριμένα, την αναχρηματοδότηση υφιστάμενων δανείων με φθηνό χρήμα. Μέχρι στιγμής το πρόγραμμα έχει απορροφήσει 5 τρις γεν, ενώ με βάση τις σημερινές ανακοινώσεις αποφασίστηκε η παράτασή του για έναν ακόμα χρόνο (έληγε στα τέλη Μαρτίου) – παράλληλα δίνεται η δυνατότητα στις εμπορικές τράπεζες να δανείζονται διπλάσια ποσά, σε σχέση με πριν.
Την ίδια στιγμή φαίνεται πως ο πρωθυπουργός της Ιαπωνίας, ο οποίος κατηγορείται ότι ρίχνει συνεχώς χρήματα στη μαύρη τρύπα του χρέους, με οδυνηρά μακροπρόθεσμα αποτελέσματα για την οικονομία της χώρας του (χρεοκοπία), έστρεψε επιτέλους την προσοχή του στις στατιστικές που αφορούν την εξέλιξη των μισθών των εργαζομένων.
Διαπιστώνοντας δε τη συνεχή μείωση τους (γράφημα), ανακοίνωσε ότι θα επιδιώξει μία συντονισμένη προσπάθεια εργαζομένων και εργοδοτών, με στόχο την καταπολέμηση του αποπληθωρισμού των μισθών – έτσι ώστε να γίνει ξανά η Ιαπωνία μία φυσιολογικά εξελισσόμενη καπιταλιστική οικονομία.
.
Η εξέλιξη των μηνιαίων μισθών στην Ιαπωνία
.
Όπως δήλωσε, οι μισθοί θα συνεχίσουν να καθορίζονται από τους συμμετέχοντες «εταίρους» στις συλλογικές διαπραγματεύσεις, αλλά το κράτος μπορεί και πρέπει να επηρεάζει τα αποτελέσματα των συζητήσεων – κατανοώντας ότι, ένας από τους σημαντικότερους παράγοντες που βύθισαν την οικονομία της χώρας του στην υπερεικοσαετή ύφεση, ήταν η συνεχής πτώση των αμοιβών των εργαζομένων (οπότε η μείωση της κατανάλωσης, της εσωτερικής ζήτησης, των τιμών κοκ.).
Ας ελπίσουμε ότι, το παράδειγμα της Ιαπωνίας θα γίνει ανάλογα κατανοητό στην Ευρωζώνη και ειδικά στη Γερμανία, η οποία επιμένει στη διατήρηση χαμηλότερων μισθών σε σχέση με την παραγωγικότητα των εργαζομένων της – με αποτέλεσμα να περιορίζεται συνεχώς η εσωτερική κατανάλωση και να αυξάνονται τα πλεονάσματα του εμπορικού ισοζυγίου της, εις βάρος όλων των άλλων εταίρων της.
Επίσης στην Ελλάδα, η οποία αποδέχεται την πολιτική που της επιβάλλεται από την Τρόικα, μειώνοντας όχι μόνο τους πραγματικούς, αλλά και τους ονομαστικούς μισθούς των εργαζομένων – με αποτέλεσμα να οδηγείται η χώρα στον αποπληθωρισμό, ένα από τα δυσμενή επακόλουθα του οποίου είναι η αύξηση του δημοσίου χρέους. Το δίδαγμα της Ιαπωνίας και εδώ είναι χαρακτηριστικό – ενώ φαίνεται από το γράφημα που ακολουθεί:
.
Κρατικό Χρέος προς ΑΕΠ (σε ποσοστό επί του ΑΕΠ) της Ιαπωνίας
.
To άρθρο αποτελείται από 2 Σελίδες (…)
Περαιτέρω, οφείλει να αναρωτηθεί κανείς κάτω από ποιές προϋποθέσεις αυξάνονται οι επενδύσεις, οι οποίες οδηγούν στην ανάπτυξη. Μία από τις ενδεχόμενες απαντήσεις θα ήταν ότι, οι επενδύσεις κλιμακώνονται, όταν αυξάνονται τα κέρδη των επιχειρήσεων – γεγονός που όμως απαιτεί αφενός μεν τη μείωση των μισθών, αφετέρου τον περιορισμό του υπολοίπου κόστους εργασίας, καθώς επίσης των φορολογικών συντελεστών επί των κερδών.
Στην περίπτωση αυτή όμως η ζήτηση παραμένει χαμηλή, οπότε η μειωμένη κατανάλωση οδηγεί στον περιορισμό των κερδών των επιχειρήσεων, παρά τις μεγάλες διευκολύνσεις που τυχόν τους παρέχονται – οπότε δεν αυξάνονται οι επενδύσεις αλλά, αντίθετα, μειώνονται.
Επομένως η ανάπτυξη, η οποία προϋποθέτει τις επενδύσεις που με τη σειρά τους στηρίζονται στην αύξηση της ζήτησης (κατανάλωση), απαιτεί πριν από κάθε τι άλλο τις αυξήσεις των μισθών – ειδικά εκείνων των κοινωνικών ομάδων, οι οποίες αδυνατούν να καλύψουν τις βασικές ανάγκες τους.
Στο διάγραμμα που ακολουθεί φαίνεται η πορεία του κόστους εργασίας στην Ελλάδα – η οποία, εάν δεν αντιστραφεί, θα οδηγήσει την πατρίδα μας στη χρεοκοπία, όσο πακέτα στήριξης και αν λάβει από την Ευρώπη.
.
Το κόστος εργασίας στην Ελλάδα
.
Όσον αφορά τώρα την Ευρωζώνη και ειδικά τη Γερμανία, στα πλεονάσματα του εμπορικού ισοζυγίου της οποίας οφείλονται οι ευρωπαϊκές (αλλά και οι παγκόσμιες) ασυμμετρίες, εάν δεν διορθωθεί έγκαιρα το λάθος, οι μικρότερες από την παραγωγικότητα δηλαδή αυξήσεις των μισθών, το κοινό νόμισμα θα καταρρεύσει – με μία επιταχυνόμενη πορεία, ανάλογη με τις μειώσεις των μισθών στο Νότο, οι οποίες προκαλούν έναν καταστροφικό αποπληθωρισμό.
Η Γερμανία λοιπόν οφείλει να συμπεριφερθεί στο συγκεκριμένο τομέα όπως η Ιαπωνία – η οποία κατανόησε επιτέλους πως όσα προγράμματα αυξημένης ρευστότητας και αν υιοθετήσει, δεν πρόκειται να βγει από το τέλμα, χωρίς την παράλληλη αύξηση των αμοιβών των εργαζομένων.
Οι Η.Π.Α. αντίθετα φαίνεται να συνειδητοποιούν το πρόβλημα – αφού, σύμφωνα με τα ΜΜΕ της χώρας, ο πρόεδρος σχεδιάζει να αυξήσει το βασικό μισθό των δημοσίων υπαλλήλων, καθώς επίσης όλων όσων εργάζονται κατ’ εντολή της κυβέρνησης, στα 10,10 $ από 7,25 $ σήμερα.
Έχει βέβαια αναφερθεί ήδη στο πρόβλημα των εισοδηματικών ανισοτήτων, το οποίο θεωρεί ως το σημαντικότερο για την οικονομία της χώρας – αν και δεν μπορεί να αυξήσει το βασικό μισθό όλων των εργαζομένων, αφού δεν συμφωνεί το Κογκρέσο. Την ίδια στιγμή οι κερδοσκόποι στοιχηματίζουν εναντίον της χώρας τους – όπως ο G.Soros, ο οποίος έχει διπλασιάσει τα χρήματα που «επενδύει» στην πτώση του βασικού αμερικανικού δείκτη S&P, όπως φαίνεται από το γράφημα που ακολουθεί:
.
.
Επιστρέφοντας στην Ιαπωνία ο πρωθυπουργός της, σε άρθρο που δημοσίευσε, ανέφερε ότι εξεπλάγη όταν είδε για πρώτη φορά τις στατιστικές που αφορούν τα επίπεδα μισθών – διαπιστώνοντας ότι μειώνονταν ετήσια από το 2000, με μέσον όρο 0,8%. Σύγκρινε δε την εξέλιξη τους με τις Η.Π.Α. και τη Μ. Βρετανία, όπου οι ονομαστικοί μισθοί αυξάνονταν με μέσο ρυθμό 3,3% – επίσης με τη Γαλλία (2,8%).
Σε απόλυτα νούμερα, οι μισθωτοί στην Ιαπωνία έλαβαν συνολικά μικτές αμοιβές ύψους 279 τρις γεν το 1997 – ενώ μόλις 244,7 τρις γεν το 2012. Ουσιαστικά λοιπόν απώλεσαν 34,3 τρις γεν αγοραστική δύναμη μέσα στα τελευταία 15 έτη – περισσότερα δηλαδή από το ετήσιο ΑΕΠ της Δανίας, της Μαλαισίας ή της Σιγκαπούρης. “Μόνο εάν αντιστρέψουμε την τάση θα καταφέρει η οικονομία της Ιαπωνίας να αναπτυχθεί“, δήλωσε χαρακτηριστικά.
Αντίθετα, οι επιχειρήσεις της χώρας ευρίσκονται σε πολύ καλή θέση, όσον αφορά τα ίδια κεφάλαια τους – αφού 20 χρόνια πριν αποτελούσαν το 20% των συνολικών κεφαλαίων, έναντι 30% στην Ευρώπη και στις Η.Π.Α., με αποτέλεσμα να εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από τις τράπεζες. Σήμερα τα ίδια κεφάλαια των ιαπωνικών επιχειρήσεων έχουν ξεπεράσει το 30%, ευρισκόμενα στα ίδια επίπεδα με τις Η.Π.Α.
Οφείλουμε να σημειώσουμε εδώ συμπληρώνοντας τον πρωθυπουργό ότι, η ανεργία είναι μεν πολύ χαμηλή στην Ιαπωνία (3,7%), αλλά το μεγαλύτερο μέρος των εργαζομένων, ειδικά των νεοπροσληφθέντων, είναι συμβασιούχοι – αμειβόμενοι μόλις με το 33% των χρημάτων αυτών που δουλεύουν κανονικά!
Εκτός αυτού, πολλοί αμφιβάλλουν σχετικά με τη δυνατότητα των μικρομεσαίων επιχειρήσεων να αυξήσουν σημαντικά τους μισθούς – γεγονός που θα επηρεάσει σίγουρα τα σχέδια αύξησης της εσωτερικής κατανάλωσης του πρωθυπουργού. Επί πλέον, η αύξηση του ΦΠΑ από το 5% στο 8% θα περιορίσει την κατανάλωση στους επόμενους μήνες – αφού πολλοί Ιάπωνες αγοράζουν σήμερα περισσότερα προϊόντα, για να καλύψουν τις μελλοντικές ανάγκες τους με φθηνότερες τιμές.
Επομένως, είναι ακόμη πολύ ενωρίς για να θεωρηθεί ως επιτυχημένο το εξαιρετικά επικίνδυνο ιαπωνικό πείραμα – πόσο μάλλον όταν ο ρυθμός ανάπτυξης το 2013 ήταν μόλις 0,3% παρά τις ελπίδες της κυβέρνησης για διπλασιασμό του.
