Site icon The Analyst

Το σπιράλ της χρεοκοπίας

Πραγματική οικονομία σήμερα

Όσο δεν εργάζονται οι άνθρωποι και δεν λειτουργούν οι μηχανές, δεν υπάρχει ελπίδα για το μέλλον – ακόμη και όταν μία χώρα εμφανίζει πλεονάσματα στον προϋπολογισμό της, έχουν κέρδη κάποιες επιχειρήσεις της ή αυξάνονται οι αποταμιεύσεις ορισμένων Πολιτών της

(To άρθρο αποτελείται από 3 Σελίδες)

Εάν ρωτήσει κανείς την πλειοψηφία των ανθρώπων σήμερα, σχετικά με τον τρόπο της δημιουργίας των πιστώσεων, που στηρίζεται ο τραπεζικός δανεισμός καλύτερα, θα λάβει πιθανότατα την παρακάτω απάντηση:

.

Οι πιστώσεις δημιουργούνται όταν κάποιος καταναλώνει λιγότερα χρήματα, αποταμιεύει περισσότερα και καταθέτει τις οικονομίες του στην τράπεζα – η οποία τις δανείζει με τη σειρά της σε άτομα ή επιχειρήσεις που τις ζητούν. Εάν δεν αποταμιεύει κανένας, τότε η τράπεζα δεν έχει χρήματα, οπότε δεν μπορεί να δανείσει κανέναν – με αποτέλεσμα οι επιχειρήσεις να μην έχουν τη δυνατότητα να δανειστούν και επομένως να αδυνατούν να προβούν σε επενδύσεις“.

.

Πολλοί, μεταξύ των οποίων αρκετοί καθηγητές οικονομικών, είναι επίσης της άποψης ότι, “Η αποταμίευση είναι ένα από τα βασικά καθήκοντα τόσο των Πολιτών, όσο και των κυβερνήσεων – οι οποίες δεν πρέπει ποτέ να δαπανούν τις αποταμιεύσεις των Πολιτών τους, για τη χρηματοδότηση των κρατικών ελλειμμάτων. Εάν το κάνουν, τότε στερούν τα χρήματα από τις επιχειρήσεις, οι οποίες δεν έχουν τη δυνατότητα να δανειστούν – επειδή δεν μπορούν να δοθούν περισσότερα δάνεια από τις εκάστοτε αποταμιεύσεις.

Περαιτέρω η πλειοψηφία πιστεύει ότι, “Η αδυναμία δανεισμού των επιχειρήσεων θέτει σε κίνδυνο την ανάπτυξη και την απασχόληση. Επομένως, εάν το κράτος παύει να δαπανάει περισσότερα από αυτά που εισπράττει, αποταμιεύοντας με τη σειρά του τη διαφορά, τότε είναι δυνατόν να αυξηθούν οι πιστώσεις, να γίνουν περισσότερες επενδύσεις, να ενταθεί η ανάπτυξη και να καταπολεμηθεί η ανεργία“. Ισχύουν όμως όλα αυτά;

.

Ανάλυση

Αν και τα παραπάνω ακούγονται πολύ λογικά η εντύπωση, σύμφωνα με την οποία για να δοθούν δάνεια (πιστώσεις) θα πρέπει κάποιοι να μειώσουν τα έξοδα τους και να αποταμιεύσουν, είναι απολύτως εσφαλμένη. Από την πλευρά δε της οικονομικής πολιτικής είναι εξαιρετικά επικίνδυνη – αφού έχει τα ακριβώς αντίθετα αποτελέσματα.

Για να κατανοήσει κανείς το συγκεκριμένο γεγονός, θα πρέπει να φαντασθεί εν πρώτοις μία Οικονομία, στην οποία υπάρχουν μόνο νοικοκυριά και επιχειρήσεις – αφήνοντας το κράτος και τις αγορές του εξωτερικού εκτός, έτσι ώστε να απλοποιήσει το παράδειγμα του. Ας υποθέσουμε τώρα πως στην Οικονομία αυτή, τα νοικοκυριά δαπανούν τόσα χρήματα για την αγορά καταναλωτικών αγαθών, όσοι ακριβώς είναι οι μισθοί, με τους οποίους αμείβονται από τις επιχειρήσεις που εργάζονται.

Απλούστερα, στο τέλος κάθε μήνα οι επιχειρήσεις καταθέτουν τους μισθούς των εργαζομένων στους τραπεζικούς λογαριασμούς τους – ενώ, κατά τη διάρκεια του επόμενου μήνα, οι εργαζόμενοι αγοράζουν προϊόντα από τις επιχειρήσεις. Επομένως, τα χρήματα κυκλοφορούν ασταμάτητα, μεταξύ των εργαζομένων και των επιχειρήσεων – εκτός εάν οι εργαζόμενοι, τα νοικοκυριά καλύτερα, αποφασίσουν να μην καταναλώνουν το σύνολο των μισθών και των εισοδημάτων τους, αλλά να αποταμιεύσουν ένα μέρος τους.

Στην περίπτωση αυτή κατανοεί κανείς αμέσως ότι, ακριβώς στο ύψος του ποσού που αποταμιεύουν τα νοικοκυριά, μειώνονται οι εισπράξεις των επιχειρήσεων – ο μηνιαίος τζίρος τους. Οι επιχειρήσεις λοιπόν έχουν στη διάθεση τους λιγότερα χρήματα, ενώ τα νοικοκυριά περισσότερα.

Στο απλοποιημένο παράδειγμα μας προσθέτουμε εδώ το δημόσιο (κράτος), καθώς επίσης το εξωτερικό. Όταν μειώνεται η κατανάλωση και εξ αυτής ο τζίρος των επιχειρήσεων, τότε οι φορολογικές υπηρεσίες μίας χώρας εισπράττουν λιγότερα (από ΦΠΑ κλπ.) – ενώ όταν τα νοικοκυριά αγοράζουν λιγότερα εισαγόμενα προϊόντα, τότε οι εξαγωγές των υπολοίπων χωρών μειώνονται αντίστοιχα.

Σε γενικές γραμμές λοιπόν, όταν κάποιος μειώνει τις δαπάνες του, μειώνονται τα εισοδήματα όλων των υπολοίπων κατά το ίδιο ποσόν – επειδή δεν μπορούν να υπάρξουν έσοδα, όταν δεν υπάρχουν αντίστοιχες δαπάνες. Επομένως, συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο από αυτό που πιστεύουμε – αφού όταν αποταμιεύουμε δεν δημιουργούνται περισσότερα χρήματα για το σύνολο της Οικονομίας, αλλά λιγότερα. Εκτός αυτού, κανένας δεν έχει πάρει ή δεν έχει δώσει κάποιο δάνειο, χρησιμοποιώντας τις αποταμιεύσεις.

.

Η ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΤΟΥ ΔΑΝΕΙΣΜΟΥ

Επιστρέφοντας τώρα στο αρχικό παράδειγμα μας, σε μία Οικονομία δηλαδή που υπάρχουν μόνο νοικοκυριά και επιχειρήσεις, υποθέτουμε πως οι αποταμιευτές θα μπορούσαν να σκεφθούν να δανείσουν οι ίδιοι τα χρήματα που τους περισσεύουν στις επιχειρήσεις. Πριν όμως κάνουν κάτι τέτοιο, θα εξέταζαν πολύ προσεκτικά εκείνες τις επιχειρήσεις, στις οποίες θα αποφάσιζαν να δανείσουν τις αποταμιεύσεις τους – κατανοώντας το ρίσκο που εμπεριέχει η απόφαση τους.

Μία από τις βασικές αιτίες του ενδεχόμενου δισταγμού τους να δανείσουν τις επιχειρήσεις, θα αποτελούσε η μείωση του τζίρου τους, λόγω της αύξησης των αποταμιεύσεων – οπότε ο ανάλογος περιορισμός της δυνατότητας τους να εξυπηρετήσουν τα υφιστάμενα δάνεια τους, καθώς επίσης η αυξημένη πιθανότητα χρεοκοπίας τους.

Εάν τώρα οι επιχειρήσεις, στη θέση του τζίρου που έχουν χάσει λόγω των αποταμιεύσεων, δανειστούν ανάλογα ποσά, τότε ο κίνδυνος χρεοκοπίας τους μεγεθύνεται – μεταξύ άλλων επειδή θα πρέπει να πληρώσουν υψηλότερους τόκους, αυξάνοντας έτσι τα έξοδα λειτουργίας τους. Επομένως, τα λογικά νοικοκυριά θα είναι λιγότερο διατεθειμένα να δανείσουν τις αποταμιεύσεις τους στις επιχειρήσεις, όσο μεγαλύτερο είναι το ρίσκο να τις χάσουν – όπου όμως το ρίσκο αυξάνεται, ευθέως ανάλογα με το ύψος των αποταμιεύσεων.

Αυτό σημαίνει με τη σειρά του ότι, δεν είναι καθόλου πιθανός ο δανεισμός των επιχειρήσεων από τα νοικοκυριά – αλλά ούτε και ότι οι επιχειρήσεις θα ήθελαν να δανειστούν, κατανοώντας πως με ένα νέο δάνειο θα αυξανόταν τα έξοδα τους, οπότε ο κίνδυνος να χρεοκοπήσουν. Η πλειοψηφία των έντιμων επιχειρήσεων λοιπόν θα μείωνε πιθανότατα το δανεισμό της, για να περιορίσει τα έξοδα της και να μην χρεοκοπήσει – επομένως, μεταξύ άλλων, θα απέλυε κάποιους εργαζομένους της.

Η διαδικασία αυτή έχει δύο τουλάχιστον πλεονεκτήματα για τις επιχειρήσεις: εξοικονομούν χρήματα από τη μείωση των εξόδων τους και διατηρούν ή αυξάνουν τα κέρδη τους, ενώ χρειάζονται λιγότερους εργαζομένους. Επειδή δε τα νοικοκυριά αποταμιεύουν, άρα καταναλώνουν λιγότερα προϊόντα, οι επιχειρήσεις είναι υποχρεωμένες να παράγουν λιγότερα – οπότε δεν χρειάζονται τόσους εργαζομένους ή μηχανήματα, όσο προηγουμένως, με αποτέλεσμα να επενδύουν λιγότερα χρήματα.

Αυτό σημαίνει με τη σειρά του πως η βιομηχανία κεφαλαιουχικών αγαθών, αυτή δηλαδή που παράγει μηχανήματα, θα πουλάει λιγότερα – σκεπτόμενη με τη σειρά της εάν πάρει δάνειο για να καλύψει τη διαφορά ή εάν μειώσει το προσωπικό και την παραγωγή της.

To άρθρο αποτελείται από 3 Σελίδες (…)

Συνεχίζοντας, όταν οι επιχειρήσεις αποφασίζουν να μειώσουν τις επενδύσεις, τους μισθούς ενδεχομένως ή να απολύσουν το προσωπικό τους, αντί να δανειστούν, τότε τα νοικοκυριά έρχονται σε δύσκολη θέση – αφού έχουν λιγότερα χρήματα στη διάθεση τους, τα οποία θα μπορούσαν να αποταμιεύσουν. Σε τελική ανάλυση λοιπόν, η διαδικασία συρρίκνωσης της Οικονομίας, η οποία ξεκίνησε από την απόφαση τους να αρχίσουν να αποταμιεύουν χρήματα, μειώνει τα εισοδήματα τους και εκμηδενίζει τη δυνατότητα αποταμίευσης τους.

Το ίδιο συμβαίνει φυσικά όταν το κράτος θέλει να αποταμιεύσει περισσότερα – για να δημιουργήσει πλεονάσματα, καθώς επίσης για να αποπληρώσει τα χρέη του, όπως συμβαίνει σήμερα στην Ελλάδα. Στην περίπτωση αυτή μειώνει τις δαπάνες του για δημόσιες επενδύσεις, περιορίζει τον αριθμό των δημοσίων υπαλλήλων ή μειώνει τους μισθούς τους, δαπανάει λιγότερα για κοινωνικές υπηρεσίες (υγεία, παιδεία) κοκ. – με αποτέλεσμα να μειώνονται κατά το ίδιο ποσόν τα εισοδήματα των επιχειρήσεων και των νοικοκυριών.

Όταν όμως μειώνονται τα εισοδήματα των επιχειρήσεων και των νοικοκυριών, περιορίζονται τα φορολογικά έσοδα του δημοσίου (φόρος εισοδήματος, ΦΠΑ, φόρος μισθωτών υπηρεσιών κοκ.) – με αποτέλεσμα να παραμένουν τα ελλείμματα και να αυξάνεται το δημόσιο χρέος. Ακόμη δε και όταν τα δημόσια ελλείμματα ή τα χρέη μειώνονται βραχυπρόθεσμα, πολλαπλασιάζονται μακροπρόθεσμα – ενώ ολόκληρη η Οικονομία (κράτος, τράπεζες, επιχειρήσεις, νοικοκυριά) οδηγείται σταθερά στη χρεοκοπία.

Όλα τα παραπάνω δεν είναι πλέον θεωρητικά, αφού τα βιώνουμε ήδη στην Ελλάδα – σαν αποτέλεσμα της οικονομικής πολιτικής που μας επιβλήθηκε από την Τρόικα. Η αιτία της πολιτικής αυτής δεν είναι προφανώς η άγνοια των εισβολέων, σχετικά με τη διαδικασία που περιγράψαμε – με τον καθοδικό σπειροειδή κύκλο που τέθηκε σε λειτουργία δηλαδή, με τελικό προορισμό τη συνολική μας χρεοκοπία.

Η αιτία είναι η πρόθεση τους να λεηλατήσουν τη δημόσια και ιδιωτική περιουσία, πληρώνοντας το 10% αυτών που στην πραγματικότητα αξίζει – μετατρέποντας τη χώρα μας σε υπερχρεωμένο στο διηνεκές προτεκτοράτο, καθώς επίσης τους Έλληνες σε σκλάβους χρέους.

Συνοψίζοντας η παροχή δανείων, οι πιστώσεις δηλαδή, δεν δημιουργούνται μέσω των αποταμιεύσεων – αλλά από το πουθενά, όπως έχουμε επεξηγήσει πολλές φορές (πρόσφατη ανάλυση μας). Απλούστατα, όταν κάποιος ζητάει ένα δάνειο από την τράπεζα και του εγκρίνεται, δημιουργείται ένας τραπεζικός λογαριασμός – στον οποίο τοποθετούνται τα (λογιστικά) χρήματα, με το πάτημα ενός κουμπιού του υπαλλήλου. Κανένας δεν είναι λοιπόν υποχρεωμένος να αποταμιεύσει για να δημιουργηθούν αυτά τα χρήματα – χωρίς αυτό να σημαίνει φυσικά πως οι τράπεζες μπορούν να δανείζουν απεριόριστα ποσά.

Ειδικότερα, η τράπεζα κερδίζει από την παροχή δανείων, όταν αργότερα ο οφειλέτης της επιστρέφει τα χρήματα, συμπεριλαμβανομένων των τόκων. Ο οφειλέτης όμως μπορεί να το κάνει, όταν έχει αργότερα αρκετά εισοδήματα, για να καλύπτει τις υποχρεώσεις του – επομένως, όταν οι άλλοι αποταμιεύουν λιγότερα.

Όταν όμως ο οφειλέτης αδυνατεί να ανταπεξέλθει με την πληρωμή των τόκων, πόσο μάλλον των δόσεων, ενώ η τράπεζα είναι υποχρεωμένη να πληρώνει τόκους στις καταθέσεις της, καθώς επίσης να εξοφλεί τα δάνεια της, τότε δημιουργείται μεγάλο πρόβλημα – αυτό που προκαλεί τις τραπεζικές κρίσεις που βιώνουμε.

Εκτός αυτού, παρά το ότι η τράπεζα μπορεί να δανείσει τον πελάτη με το πάτημα ενός κουμπιού λογιστικά χρήματα, όταν αυτός θέλει μετρητά, τότε πρέπει είτε να τα διαθέτει, είτε να τα δανεισθεί από μία άλλη τράπεζα ή από την κεντρική  – αφού μετρητά χρήματα μπορεί να εκδίδει μόνο η εκάστοτε κεντρική τράπεζα.

Για να έχει στη διάθεση της η τράπεζα «δικά της» μετρητά χρήματα, δεν πρέπει απλά να τα αποταμιεύσει κάποιος πελάτης της – αλλά θα πρέπει ταυτόχρονα να είναι πρόθυμος να διατηρεί τις υφιστάμενες καταθέσεις του όχι σε μετρητά, αλλά σε προθεσμιακά προϊόντα, σε ομόλογα κοκ.

Ουσιαστικά λοιπόν, οι πελάτες της τράπεζας θα πρέπει να παραιτούνται από τη «ρευστότητα» τους για να μπορούν οι τράπεζες να διαθέτουν μετρητά χρήματα, έχοντας τη δυνατότητα να εξυπηρετούν αυτούς που ζητούν αναλήψεις – με εξαίρεση την κεντρική τράπεζα, η οποία μπορεί να δημιουργεί μετρητά χρήματα από το πουθενά.

Συμπερασματικά, κανένας δεν πρέπει να αποταμιεύει για να πάρει κάποιος άλλος δάνειο – ενώ, αντίθετα, κάποιος πρέπει να δανείζεται, για να μπορεί ο άλλος να αποταμιεύει. Αυτό δεν σημαίνει φυσικά πως οι κεντρικές τράπεζες πρέπει να τυπώνουν συνεχώς νέα χρήματα, καθώς επίσης πως κανένας δεν πρέπει να αποταμιεύει, για να μπορούμε όλοι να ζούμε σε έναν οικονομικό παράδεισο – αφού το βιοτικό επίπεδο των ανθρώπων εξαρτάται ακόμη από την πραγματική διαθεσιμότητα (παραγωγή) του εργατικού δυναμικού και των μηχανών.

Για εκείνο το χρονικό διάστημα όμως που οι άνθρωποι δεν βρίσκουν εργασία, ενώ οι μηχανές παραμένουν σιωπηλές, θα πρέπει κάποιος άλλος να αυξήσει τις δαπάνες του, καθώς επίσης τα μέσα που μπορεί να διαθέσει – εάν είναι απαραίτητο, δανειζόμενος απ’ ευθείας από την κεντρική τράπεζα.

.

ΟΙ ΚΕΝΤΡΙΚΕΣ ΤΡΑΠΕΖΕΣ

Αυτό κάνουν σήμερα οι μεγάλες κεντρικές τράπεζες της Δύσης – χωρίς όμως να ενισχύονται από τις εμπορικές οι οποίες, αντί να δανείζουν την πραγματική οικονομία, επιλέγουν την κερδοσκοπία στα χρηματιστήρια, τα οποία έχουν μετατρέψει δυστυχώς σε καζίνο. Στο διάγραμμα που ακολουθεί, φαίνεται η τεράστια αύξηση της ποσότητας κεντρικού χρήματος (Μ0) από τη Fed – ενώ οι μικρομεσαίες αμερικανικές επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά δυσκολεύονται σε μεγάλο βαθμό να δανεισθούν.

.

Ποσότητα κεντρικού χρήματος (Μ0) από τη Fed

.

Έτσι λοιπόν, ενώ η πραγματική οικονομία  σε ολόκληρο σχεδόν τον πλανήτη ασφυκτιά, η συνεχώς αυξανόμενη ρευστότητα που παρέχουν οι κεντρικές τράπεζες στις εμπορικές, με μηδενικό κόστος (βασικά επιτόκια), ανατροφοδοτεί τη χρηματιστηριακή φούσκα – η οποία διογκώνεται συνεχώς, με αποτελέσματα που δεν είναι δύσκολο να προβλέψουμε.

Φυσικά η ελπίδα των κεντρικών τραπεζών επικεντρώνεται στο ότι, κάποια στιγμή οι εμπορικές τράπεζες θα κατευθύνουν τη ρευστότητα στην πραγματική Οικονομία – προσπαθώντας παράλληλα να αποφύγουν τον τεράστιο πανικό που θα μπορούσε να προκαλέσει τυχόν κατάρρευση των χρηματιστηρίων, σε συνδυασμό με την υπερχρέωση ολόκληρου του πλανήτη.

Ουσιαστικά όμως έχουν «σφραγίσει» τα χρηματιστήρια, απαγορεύοντας τους τις υγιείς διορθωτικές κινήσεις, καθώς επίσης αυξάνοντας διαρκώς την απόσταση των δεικτών από την πραγματική Οικονομία – «διαστρεβλώνοντας» παράλληλα όλα τα υπόλοιπα «προϊόντα» (ομόλογα, εμπορεύματα κοκ.).

.

Παγκόσμιος χρηματιστηριακός δείκτης MSCI World Equity Index σε σύγκριση με τις προβλέψεις για ανάπτυξη

.

Στο προηγούμενο γράφημα φαίνεται καθαρά η εκ διαμέτρου αντίθετη εξέλιξη του παγκόσμιου χρηματιστηριακού δείκτη (MSCI World Equity), με τις προβλέψεις οικονομικής ανάπτυξης – ενώ σε πολλά άλλα γραφήματα διαπιστώνεται η αντίστοιχη, διαστρεβλωμένη εξέλιξη του βασικού αμερικανικού δείκτη S&P με την πραγματική Οικονομία.

Ελπίζουμε βέβαια να αντιστραφεί η τάση, με το δανεισμό της πραγματικής οικονομίας από τις τράπεζες – έτσι ώστε να αποφύγουμε την καταιγίδα που διαφαίνεται στον ορίζοντα. Εν τούτοις η διαδικασία αυτή, μέχρι στιγμής, κάνει τους πλούσιους πλουσιότερους και τους φτωχούς φτωχότερουςκαταστρέφει δηλαδή τη μεσαία τάξη με την ευρύτερη της έννοια (μικρά κράτη, μικρομεσαίες επιχειρήσεις και αστικά νοικοκυριά), με κίνδυνο να ακολουθήσουν κάποια στιγμή κοινωνικές εξεγέρσεις και διακρατικοί πόλεμοι (το αργότερο όταν η ευρύτερη μεσαία τάξη δεν θα έχει πλέον κάτι να χάσει).

.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Από την παραπάνω ανάλυση (πηγές: Lindner, Bundesbank) συμπεραίνουμε μεταξύ άλλων ότι, όσο δεν εργάζονται οι άνθρωποι και δεν λειτουργούν οι μηχανές, δεν υπάρχει μέλλον – ακόμη και όταν μία χώρα εμφανίζει πλεονάσματα στον προϋπολογισμό, έχουν κέρδη κάποιες επιχειρήσεις της ή αυξάνονται οι αποταμιεύσεις ορισμένων Πολιτών της.

Οι λύσεις της Ελλάδας τώρα, για να εργασθούν οι άνθρωποι, να λειτουργήσουν οι μηχανές και να ξεφύγει από το σπιράλ της χρεοκοπίας, οφείλουν να διαχωριστούν σε ευρωπαϊκές και σε εθνικές – οι εθνικές δε σε βραχυπρόθεσμες, μεσοπρόθεσμες και μακροπρόθεσμες. Ορισμένες από αυτές είναι επιγραμματικά οι εξής:

.

Σε ευρωπαϊκό επίπεδο

(α)  Επιμήκυνση του χρόνου αποπληρωμής του δημοσίου χρέους στα 50 χρόνια, με μία περίοδο χάριτος δύο ετών. Προσπάθεια να συνδεθεί η περίοδος χάριτος με το ρυθμό ανάπτυξης – να σταματήσει δηλαδή, μόνο όταν ξεφύγουμε από την ύφεση.

(β)  Μείωση των επιτοκίων δανεισμού στο βασικό της ΕΚΤ (0,25%).

(γ)  Επενδυτικό σχέδιο Marshall για την αναβίωση του παραγωγικού μας ιστού, τον οποίο κατέστρεψε η πολιτική της Τρόικας.

(δ)  Απαίτηση σταδιακής εξόφλησης (με δόσεις) τουλάχιστον του κατοχικού δανείου που μας οφείλει η Γερμανία.

.

Σε εθνικό επίπεδο

(α)  Βραχυπρόθεσμα 

(1)   Έκδοση εθνικών ομολόγων, εγγυημένων με κρατικά περιουσιακά στοιχεία, για την κάλυψη των ληξιπρόθεσμων ομολόγων του δημοσίου – έτσι ώστε να διωχτεί η Τρόικα.

(2)  Πώληση τους στις τράπεζες οι οποίες, αφού τα ομόλογα θα είναι εγγυημένα, θα μπορούν να τα χρηματοδοτήσουν «φθηνά» μέσω της ΕΚΤ.

(3)  Έκδοση άλλων εθνικών ομολόγων με ρήτρα πληθωρισμού, κατά το παράδειγμα της Ιταλίας.

(4)  Πώληση τους στους Έλληνες καταθέτες – επίσης, σε αυτούς που έχουν μεταφέρει τις νόμιμες καταθέσεις τους στο εξωτερικό, με την εγγύηση πως δεν απαιτηθεί φόρος για την εισαγωγή των χρημάτων.

(5)  Εξόφληση των υποχρεώσεων του δημοσίου προς τον ιδιωτικό τομέα, η οποία θα μπορούσε να επιτευχθεί άμεσα είτε με την πληρωμή μέσω ομολόγων, είτε με «πιστωτικά φόρου» – όπου οι επιχειρήσεις θα είχαν τη δυνατότητα να εξοφλούν τις υφιστάμενες ή τις μελλοντικές φορολογικές τους υποχρεώσεις, με τα συγκεκριμένα πιστωτικά.

(6) Διευκολύνσεις στην ίδρυση μικρών επιχειρήσεων (αφορολόγητο για 3-5 χρόνια, μη επιβάρυνση με ΟΑΕΕ κλπ.), για να μπορέσει να μειωθεί η ανεργία, ειδικά αυτή των νέων, μέσω της αυτοαπασχόλησης.

.

(β)  Μεσοπρόθεσμα

(1)  Εισαγωγή του ΤΑΙΠΕΔ στο χρηματιστήριο, αφού προηγουμένως γίνουν όλα όσα πρέπει για να αποκτήσει την τιμή που αξίζει.

(2)  Ίδρυση μίας κρατικής τράπεζας επενδύσεων (ανάλογης μορφής με τη γερμανική Kfw), προικίζοντας την με περιουσιακά στοιχεία του δημοσίου – έτσι ώστε να δοθούν πιστώσεις προς την πραγματική οικονομία, για την «αναθέρμανση» των επενδύσεων και της ζήτησης.

(3)  Εισαγωγή της επενδυτικής κρατικής τράπεζας στο χρηματιστήριο, για να αυξήσει τις χρηματοδοτικές δυνατότητες της.

.

(γ)  Μακροπρόθεσμα

(1)  Τιτλοποίηση του ενδεχομένου υπογείου πλούτου της Ελλάδας

(2) Ιδιωτικοποίηση των μη κοινωφελών, μη κερδοφόρων και μη στρατηγικών επιχειρήσεων, όταν θα ευρίσκεται η Ελλάδα σε πορεία ανάπτυξης – οπότε θα έχει αυξηθεί η τιμή τους.

Ολοκληρώνοντας, ένα μεγάλο μέρος των ιδιωτικοποιήσεων, καθώς επίσης των τιτλοποιήσεων, θα μπορούσε να διατεθεί για τη μείωση του δημοσίου χρέους – χωρίς να δημιουργηθούν προβλήματα (ύφεση κλπ.) στην Ελληνική Οικονομία.

Βέβαια, με δεδομένη την απολυταρχική στάση της Γερμανίας, όσον αφορά την Ευρώπη, δεν φαίνεται καμία δυνατότητα «επιβολής» των παραπάνω – γεγονός που σημαίνει πως θα πρέπει να αναζητήσουμε άλλες λύσεις, όπως αυτές που περιγράφουμε σε πρόσφατο σημείωμα μας (άρθρο).

Exit mobile version